Σάββατο, 29 Αυγούστου 2015

Οι Υπερασπιστές της Κωνσταντινούπολης το 1453

 

 


Του Γεωργίου Ε. Γεωργά, Προπονητή Ξιφασκίας, Δασκάλου της Μεσαιωνικής Σπαθασκίας.
(μετάφραση από τα Αγγλικά: Δημήτρης Σκουρτέλης)
 
 ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ

https://byzantineoplomachia.wordpress.com/


              Είναι λάθος να λέμε πως ο Αυτοκράτορας του Βυζαντίου και οι ευγενείς πολεμιστές του φόραγαν φολιδωτές πανοπλίες τον 15ο αιώνα. Κάθε μέρα πληθαίνουν οι ενδείξεις που έχουμε για τον τύπο των όπλων και των θωράκων που είχαν. Από τον εξοπλισμό τους μπορούμε να καταλάβουμε και πως πολεμούσαν. Είχαν δεχτεί ισχυρή επιρροή από τους Ιταλούς και Γερμανούς ιππότες.
 
 

Οι Υπερασπιστές της Κωνσταντινούπολης το 1453

 

 
11215773_367841933424714_4378053261514159799_n
 
 
               Τα πιο πάνω σχέδια παριστάνουν τον Αυτοκράτορα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Ιωάννη VIII Παλαιολόγο, τον Βασιλιά Σιγισμούνδο της Ουγγαρίας και τον βασιλιά της Δανίας το 1424. Έγιναν κατά την επίσκεψη του Ρωμιού και του Δανού Βασιλιά στην Βούδδα. Όλοι φοράνε πανοπλίες με πλάκες. (Το σχέδιο βρίσκεται στην συλλογή Ρότσιλδ στο Παρίσι).
 
 
 
11144792_367842270091347_1771288041720978958_n
           Το πιο πάνω σύγχρονο έργο έγινε βασισμένο στις πληροφορίες που έχουμε από τους ιστορικούς και τους αρχαιολόγους. Έτσι, αρχίζοντας από τον πολεμιστή με αριθμό 1, έχουμε:
 
 
-Τον Ιουστινιάνη, που φορά μια τελευταίου τύπου Ιταλική πανοπλία από πλάκες και κράνος τύπου “Αρμέ”. (armet) Στο πίσω μέρος, έχουμε έναν Ιταλό αρβαλετοφόρο με την τυπική πανοπλία των τοξοτών και των φρουρών της εποχής. -“Κοράκα” (corraca), μεταλλικές πλάκες σκεπασμένες με ύφασμα. Φέρει ένα τυπικό Ιταλικό κράνος για αρβαλετοφόρο, το “σαλέ” (salet)

             Ο πολεμιστής στο κέντρο, με πανοπλία από πλάκες, είναι ο Αυτοκράτωρ. Η πανοπλία πάρθηκε από το σκίτσο του αδελφού και προκατόχου του Ιωάννη VIII. (δες την πρώτη εικόνα) Έγινε το 1424 κατά την επίσκεψη στην Βούδδα. (μαζί παριστάνονται ο Ούγγρος Αυτοκράτωρ Σιγισμούνδος και ο Δανός βασιλιάς) Οι πανοπλίες είναι κεντροευρωπαϊκής προέλευσης, με μεγάλη “φούστα” (tonlet) που τις έκανε ακατάλληλες για ιππασία, αλλά κατάλληλες για πεζομαχία.
             Ο Ρωμιός συνοδός του Αυτοκράτορα φορά Ιταλική πανοπλία χωρίς προστασία για τα πόδια, (άχρηστη εφ’ όσον αφορά τειχομαχία) Φορά στο κεφάλι κράνος τύπου”Μπαρμπούτας” “barbuta” του “Κορινθιακού” τύπου. (προέρχεται από τα αρχαία ελληνικά κορινθιακά κράνη)
            Αυτή η μορφή δεν είναι αντιπροσωπευτική των υπερασπιστών της Κωνσταντινούπολης, γιατί οι περισσότεροι δεν ήταν καλά εκπαιδευμένοι και εξοπλισμένοι, σαν την μορφή στο βάθος.

Ο Λεονάρδος της Χίου άφησε μια μαρτυρία για τους υπερασπιστές αυτούς:
 
“Είχαν όπλα που χρησιμοποιούσαν όπως υπαγόρευε η φύση, και όχι η ικανότητα”

            Ήταν οπλισμένοι μα σπαθιά, δόρατα και ασπίδες. Λίγοι είχαν τόξα, και υπήρχαν μερικοί επαγγελματίες πολεμιστές με αρμπαλέτες.
(Από το βιβλίο: “The siege of Constantinople 1453 and miners from Novo Brdo.”)
 
 
Η τυπική, μα εντελώς λαθεμένη ενδυματολογικά απεικόνιση του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. (Πηγή:εδώ)
Η τυπική, μα εντελώς λαθεμένη ενδυματολογικά απεικόνιση του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου.

              Οι ενδείξεις δεν σταματούν στα σχέδια και τις αναφορές των ιστορικών. Η αρχαιολογία δίνει και άλλες αποδείξεις του εξοπλισμού των πολεμιστών της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και των συμμάχων τους. Στις φωτογραφίες που παραθέτουμε, βλέπουμε Βενετσιάνικα κράνη και μέρη πανοπλιών που βρέθηκαν σε μια κρύπτη στο κάστρο της Χαλκίδας το 1840. Οι Βυζαντινοί πολεμιστές είχαν τον ίδιο εξοπλισμό, μια που τον αγόραζαν από τους Ιταλούς και τους Γερμανούς.
              Να τονίσουμε πως Βυζαντινός εξοπλισμός δεν διασώθηκε, γιατί οι Οθωμανοί τον έλιωναν και με αυτόν έφτιαχναν άλλους θώρακες και όπλα. Να σημειωθεί πως οι Βενετσιάνοι στην Ελλάδα είχαν πάνω από 10.000 Έλληνες μισθοφόρους, που αυξήθηκαν μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Οι αρχηγοί αυτών των ανδρών είχαν τέτοιο εξοπλισμό.
                Οι φωτογραφίες παρακάτω είναι από το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 
 
10926813_355155971359977_585400968742708864_o
10623111_355156001359974_560424980936131558_n
               
               Έτσι λοιπόν, όταν ο Γερμανός Δάσκαλος των Όπλων Μάρτιν Σίμπερ επισκέφθηκε τα εδάφη της “Αυτοκρατορίας των Ελλήνων” μίλησε με Έλληνες δασκάλους των όπλων, που φόραγαν αυτόν τον εξοπλισμό και χρησιμοποιούσαν αυτά τα όπλα.
 
 
             Οι φωτογραφίες προέρχονται από τον κ. Δημήτρη Σκουρτέλη, ιστορικό ερευνητή της Ακαδημίας Ιστορικών Ευρωπαϊκών Πολεμικών Τεχνών. Τα σχέδια και τα σχόλια προέρχονται από τον κ. .Dušan Vasiljevic .



Πολύ σωστότερη απεικόνιση του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου από το Πολεμικό Μουσείο. (Φωτ. Δημήτρης Σκουρτέλης)
Πολύ σωστότερη απεικόνιση του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου από το Πολεμικό Μουσείο. (Φωτ. Δημήτρης Σκουρτέλης)



Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2015

Καππαδοκία: έξω από το χρόνο, το συνήθη χώρο, επί και υπό της γης…

 

                              
Γη του Βυζαντίου, της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού
 
 
             Η Καππαδοκία είναι ένας τόπος άχρονος, πέρα από γεωγραφικές συντεταγμένες, τόπος ιερός όπου η Ιστορία συναντά το παραμύθι. Ένα ονειρικό μέρος όπου ο άνθρωπος περιτριγυρισμένος από ένα σουρεαλιστικό τοπίο, προσπάθησε να φτάσει στα ουράνια σκάβοντας τρύπες στη γη. Ένας τόπος με πολύχρονη ιστορία με άρωμα Ελλάδας…
             Το όνομα της Καππαδοκίας είναι αμφίβολης προέλευσης. Κατά τον Αρριανό προέρχεται από τον Ασσύριο βασιλιά Καππαδόξ, ενώ κατά τον Πλίνιο από ένα ομώνυμο αρχαίο ποταμό. Η Καππαδοκία απλώνεται σ ένα εκτεταμένο οροπέδιο με υψόμετρο 1.500μ. στην ανατολική Μικρά Ασία, 300 χλμ. από την Άγκυρα. Εκτείνεται από τον Εύξεινο Πόντο μέχρι την οροσειρά του Ταύρου.
            Ένα σύνολο από τρία μεγάλα και δεκαέξι μικρά ηφαίστεια <<συνεργάστηκαν>> για αιώνες ξερνώντας λάβα, στάχτη, σκουριά, ποτάμια από ρευστό ανδεσίτη και βασάλτη και έβαλαν τις βάσεις για τη δημιουργία του συγκλονιστικού καππαδοκικού τοπίου. Ύστερα ανέλαβαν δράση ο χρόνος, ο αέρας, το νερό, η διάβρωση και σκάλισαν ένα υπερφυσικό τοπίο, ασύλληπτης ομορφιάς.
          Ήδη από τα προιστορικά χρόνια, από την εποχή των Χετταίων και των Ασσυρίων, οι άνθρωποι κατάλαβαν ότι αρκούσε ένα κομμάτι οψιδιανού για να σκάψουν τα μαλακά πετρώματα και να βρουν προστασία από τα στοιχεία της φύσης. Οι πωρόλιθοι της Καππαδοκίας προσφέρουν φυσική μόνωση, οι σπηλιές της το καλοκαίρι είναι δροσερές και το χειμώνα ζεστές. Με το πέρασμα των αιώνων, εκτός από μεμονωμένες υπόσκαφες οικίες, στο πολεοδομικό σχέδιο της Καππαδοκίας προστέθηκαν λαξευτοί ναοί, μοναστικά συγκροτήματα, πόλεις ολόκληρες.
              Την πρώτη γραπτή αναφορά σε τρωγλοδυτικούς οικισμούς στην περιοχή, μας τη δίνει ο Ξενοφώντας στην << Κύρου Ανάβασις>> ήδη από το 401 π.Χ. Ο Ηρόδοτος μας κατατοπίζει για τα γωγραφικά όρια της Καππαδοκίας, που την εποχή εκείνη καταλαμβάνει ολόκληρη την περιοχή από την οροσειρά του Ταύρου στο Νότο, μέχρι τον Εύξεινο Πόντο στο Βορρά. Αργότερα χωρίστηκε στα δύο: <<Η Μεγάλη Καππαδοκία>> καταλάμβανε την περιοχή νότια του Άλυος ποταμού και η << Ποντιακή Καππαδοκία>> στα βόρεια μέχρι που η περιοχή αυτή ονομάστηκε σκέτα Πόντος. Σήμερα Καππαδοκία ονομάζεται η περιοχή εντός του νοητού τριγώνου, που ορίζεται από τον Άλυ ποταμό στο Βορρά, από την κοιλάδα του Σόανδου,στην Καισάρεια στα νοτιοανατολικά, και την κοιλάδα του Χλωρού στην περιοχή της Αρχελαίδας, στα νοτιοδυτικά.
Η ελληνική παρουσία
 
             Το πέρασμα της στρατιάς του Μεγάλου Αλεξάνδρου φαίνεται να έριξε τη πρώτη σπορά για να ανθίσει η ελληνική παρουσία τους επόμενους αιώνες στην περιοχή. Στα ελληνιστικά χρόνια, όταν το ανεξάρτητο βασίλειο της Καππαδοκίας διοικούνταν από την τοπική <<φιλελληνική >> δυναστεία των Αριαρέθων, η ελληνική παιδεία βρήκε πρόσφορο έδαφος για να αναπτυχθεί, όπως πρόσφορο έδαφος βρήκε και ο Χριστιανισμός, που συνέβαλλε σχεδόν στον πλήρη <<εξελληνισμό>> της περιοχής, κυρίως μέσω της γλώσσας.
           Η Καππαδοκία αποτέλεσε προπυργιο της Ορθοδοξίας, από την εποχή ακόμα ττων Αποστόλων. Στην <<αγιοτόκο>> γη της έδρασαν οι μεγάλοι πατέρες της Εκκλησία, με προεξάρχοντα το Μέγα Βασίλειο. Ο Αι Βασίλης δεν είχε χρόνο να μοιράζει δώρα από τις καμινάδες, αλλά πήρε χαρτί και καλαμάρι για να υπερασπιστεί την Ορθόδοξη Πίστη και να κατακεραυνώσει τους αιρετικούς. Παράλληλα έβαλε τις βάσεις της κοινοβιακής μοναστηριακής ζωής που βρήκε κατάλληλο έδαφος να αναπτυχθεί στις απόκοσμες κοιλάδες της περιοχής.
           Στα χρόνια ακμής της υπερχιλιετούς αυτοκρατορίας, η Καππαδοκία ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος της, μια περιοχή που συνδέθηκε με σπουδαίους ηγέτες και στρατιωτικούς. Το τοπίο της ήταν τα μαρμαρένια αλώνια, στα οποία έδρασαν οι Ακρίτες. Μετά την οδυνηρή ήττα στο Μαντζικέρτ (1071) η Καππαδοκία έπεσε στα χέρια των Τούρκων.
          Στους αιώνες μουσουλμανικής κυριαρχίας που ακολούθησαν, πολλοί από τους Έλληνες της περιοχής ξέχασαν τη γλώσσα τους, διατήρησαν όμως την πίστη και την εθνική τους συνείδηση. Λίγο πριν την οδυνηρή ανταλλαγή των πληθυσμών του 1922, υπολογίζεται ότι υπήρχαν περίπου 80 ελληνικές κοινότητες στην Καππαδοκία. Ο πληθυσμός τους υπολογίζεται μεταξύ 45000 και 100.000. Πάνω από τους μισούς ήταν Τουρκόφωνοι, οι λεγόμενοι <<Καραμανλήδες>>, οι οποίοι έγραφαν τα <<καραμανλήδικα>>, δηλαδή τουρκικά με ελληνικούς χαρακτήρες. Όταν βέβαια ήρθαν στην Ελλάδα, κανόντας το μακρύ και γεμάτο κακουχίες ταξίδι από τη γη τους στη Ελλάδα, συνάντησαν στη <<Μητέρα Πατρίδα>> τη δυσπιστία ως και την απόρριψη των γηγενών. <<Τουρκόσπορους>> τους ονόμαζαν, αυτούς που έχασαν τα πάντα, κάποιοι και τη ζωή τους, γιατί αρνήθηκαν να αλλαξοπιστήσουν.


Τα πετρομοναστήρια του Κοράματος --- Kαππαδοκία

 

 
 
Τα πετρομοναστήρια του Κοράματος --- Kαππαδοκία
 
του Θάνου Δασκαλοθανάση
 
 

             Το λεγόμενο <<Υπαίθριο Μουσείο>> του Goreme (Κόραμα) χαρακτηρίζεται ως ένα από τα σημαντικότερα αξιοθέατα της Καππαδοκίας. Η κοιλάδα Κόραμα βρίσκεται στην επαρχία της Νεαπόλεως (Nevşehir) στην Καππαδοκία. Στη κοιλάδα των Κοράμων υπάρχει μεγάλος αριθμός λαξευτών Βυζαντινών εκκλησιών και μοναστηριών κι έτσι όλη η κοιλάδα έχει μετατραπεί σε υπαίθριο μουσείο.
              Στα πετρομονάστηρα και στους υπόσκαφους ναούς που συγκεντρώνονται γύρω από το πλάτωμα του μουσείου οι λαξευτές εφάρμοσαν στις σπηλιές κάθε γνωστό βυζαντινό αρχιτεκτονικό τύπο, βασισμένοι σε ένα νοητό σχέδιο. Τα τοιχώματα των σπηλαίων κοσμούνται με αγιογραφίες διαφόρων εποχών και νοοτροπιών. Αρχαϊκές,<<λαϊκές>> αλλά και <<εκλεπτυσμένες>> τοιχογραφίες που μιμούνται την τεχνοτροπία της Βασιλεύουσας, συνυπάρχουν με απλά γεωμετρικά σχήματα από την εποχή της εικονομαχίας.
                  Η διαδρομή είναι εντυπωσιακή: ξεκίνημα από τη <<Μονή Καλογραιών>> που είναι ένας ψηλός διάτρητος βράχος, κατόπιν το παρεκκλήσι του Αγίου Βασιλείου, συνέχεια προχωρώντας μέσα από μια στοά φτάνουμε στη σταυρόσχημη εκκλησία του Μήλου του 11ου αιώνα με εντυπωσιακές αγιογραφίες. Πάνω από αυτή την εκκλησία υπάρχει το παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας που χρονολογείται από την εικονοκλαστική περίοδο (725-842). Μετά η <<Εκκλησία με τα Φίδια>> του 11ου αιώνα, αφιερωμένη στον Άγιο Ονούφριο.
 
 
Καπαδοκία, η κοιλάδα του Κοράματος ή αλλιώς Γκόρεμε, όπου περισσότερες από 360 λαξευτές – υπόσκαφες εκκλησίες (μεταξύ αυτών και του Μ. Βασιλείου) και πάνω από 30 διάσημες υπόγειες πολιτείες
 
 
 
σκοτεινή εκκλησία
 

             Το αριστούργημα της λαξευμένης σε βράχο αρχιτεκτονικής είναι η λεγόμενη Σκοτεινή εκκλησιά (karanlik kilise), το μοναστήρι της Αναλήψεως στη περιοχή Κόραμα (Goreme).Το μοναστηριακό αυτό συγκρότημα, είναι ένα από καλύτερα διατηρημένα βυζαντινά μνημεία στην Καππαδοκία. Ο πιο εντυπωσιακός ναός του συγκροτήματος είναι η περίφημη <<Σκοτεινή Εκκλησία>> με τις καλύτερα διατηρημένες τοιχογραφίες σε όλη την Καππαδοκία.
             Η λαξευμένη στο βράχο εκκλησιά της μονής έχει σχήμα σταυρού με έξι τρούλους, τέσσερις κίονες και τρεις αψίδες. Περιλαμβάνει επίσης μια τραπεζαρία και μια σειρά δωματίων.
            Το συγκρότημα στο σύνολό του είναι λαξευμένο σε δύο επίπεδα στον μαλακό βράχο που έχει δημιουργηθεί από τη λάβα και την ηφαιστειακή τέφρα μετά την έκρηξη του όρους Αργαίου και έχει λαξευτεί από ανέμους και νερό μέχρι να πάρει τη σημερινή μορφή του. Οι γεωλογικοί αυτοί σχηματισμοί χαρακτηρίζουν ολόκληρη την περιοχή της Καππαδοκίας και έχουν έκταση 20.000 τετρ. χιλιόμετρα. Τα τμήματα της μονής έχουν σκαφτεί στις τρεις πλευρές μιας σχεδόν τετράγωνης και υπερυψωμένης αυλής. Το καθολικό της μονής, μια μεγάλη τράπεζα, ενώ οι υπόλοιπες αίθουσες υποθέτουμε πως χρησίμευαν για καθημερινές δραστηριότητες των μοναχών και για αποθήκες.
             Εκπληκτικής ομορφιάς και σε πολύ καλή κατάσταση διατηρούνται οι αγιογραφίες της μονής και του ναού. Το λιγοστό φως που έμπαινε στην όντως σκοτεινή εκκλησία, συνετέλεσε στην διατήρησή τους Έχουν κατασκευαστεί από τον 11ο μέχρι τον 13ο αιώνα. Για τον ακριβή χρόνο κατασκευής της μονής οι ειδικοί διαφωνούν, έχουν καταλήξει στον 11ο αιώνα λόγο του ότι τότε έγιναν οι πρώτες τοιχογραφίες.
 
 



σκοτεινή εκκλησία

        
 
              Μια από τις μεγαλύτερες και λαμπρότερες εκκλησίες της περιοχής είναι η <<εκκλησία των Στεφάνων>>. Υπέροχο βυζαντινό μνημείο του 10ου αιώνα το οποίο απετέλεσε το καθολικό ενός μεγάλου μοναστικού συγκροτήματος. Η εκκλησιά των Στεφάνων αποτελεί δείγμα υψηλής λαξεμένης αρχιτεκτονικής. Αποτελείται από τέσσερα διαφορετικά τμήματα, ανάμεσά τους κι ένα <<υπόγειο>> παρεκκλήσι, που χρονολογείται από διαφορετικές περιόδους του 10ου αιώνα. Στο νεότερο τμήμα, οι αγιογραφίες από τις πιο εντυπωσιακές ολόκληρης της Καππαδοκίας.
       Το πιο μαγευτικό, το πιο παραμυθένιο από τα χωριά της Καππαδοκίας είναι το Goreme ( Kόραμα), ειδικά τη νύχτα, όταν φωτίζονται οι δεκάδες μονόλιθοι που <<φυτρώνουν>> ανεξέλεγκτα ανάμεσα στα σπίτια. Βρίσκεται ακριβώς στο σημείο που συγκλίνουν οι περισσότερες από τις από τις εξωπραγματικές ηφαιστειακές κοιλάδες της πειροχής. Το Goreme προέκυψε από τη συνένωση δυο παλιότερων οικισμών, του Avcilar και του Macan (Ματιανή) από όπου καταγόταν ο Άγιος Ιέρωνας που μαρτύρησε την εποχή των διωγμών του Διοκλητιανού(285-305).Στο βίο του Αγίου, που γράφτηκε τρεις αιώνες αργότερα, βρίσκουμε την πρώτη γραπτή αναφορά γύρω από τις υπόσκαφες μονές της Καππαδοκίας.
           Στο κέντρο του χωριού δεσπόζει ένας εντυπωσιακός μονόλιθος, τον οποίο οι ντόπιοι ονομάζουν <<Roma kalesi>> δηλαδή <<Ρωμαικό κάστρο>>. Πρόκειται πιθανότατα για ρωμαικό τάφο, η πρόσοψη του οποίου έχει καταρρεύσει εν μέρει, αφήνοντας το πάνω μέρος των κιόνων να αιωρείται στο κενό.
         Έξω από το Κόραμα, δυτικά, στην αρχή της κοιλάδας των περιστεριών, βρίσκονται δυο σημαντικοί ναοί, οι οποίοι για κάποιο διάστημα λειτούργησαν ως περιστερώνες και πήραν τα ονόματα των παλιών ιδιοκτητών τους. Η μία ονομάζεται Durmus Kadir Kilise δεν έχει αγιογραφίες, αλλά έχει εντυπωσιακή αρχιτεκτονική. Η άλλη ονομάζεται Yousuf Koc Kilise.
        Ανάμεσα στο χωριό και το υπαίθριο μουσείο των μοναστηριών, βρίσκονται άλλες δυο πολύ σημαντικές εκκλησίες. Η πρώτη είναι γνωστή με το παράξενο αραβικό όνομα El Nazar και είναι ένας υπόσκαφος μονόλιθος σε σχήμα σκούφου, ναός διώροφος με εξαιρετικές αγιογραφίες. Η άλλη είναι η << Κρυφή Εκκλησιά>>. Για να φτάσεις σε αυτην θα περπατήσεις σε ένα μονοπάτι, θα κατεβείς μερικά σκαλοπάτια και θα εκπλαγείς, όταν την αντικρίσεις. Η εντυπωσιακή αυτή εκκλησιά ανακαλύφτηκε μάλλον τυχαία, μόλις το 1956.
 

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2015

Εμποροπανηγύρεις – Το εμπόριο της περιπλάνησης


εμποροπανήγυρη η [emboropaníjiri]: (λόγ.) μεγάλη υπαίθρια αγορά κάθε είδους προϊόντων και εμπορευμάτων, η οποία λειτουργεί για περιορισμένο χρόνο (μιας ή μερικών ημερών), περιοδικά και σε καθορισμένο τόπο· εμποροπάζαρο· (πρβ. παζάρι): Ετήσια / τοπική / περιφερειακή ~. Tη θέση των μεγάλων εμποροπανηγύρεων την πήραν οι σύγχρονες εμπορικές εκθέσεις. Στη σύγχρονη εποχή, ο θεσμός των εμποροπανηγύρεων έχει πάρει τη μορφή των περιοδικών εμπορικών εκθέσεων. [λόγ. εμπορο- + πανήγυρ(ις) -η]. (Λεξικό Τριανταφυλλίδη)

 

Αφέντρα Γ. Μουζάκη

Αρχαιολόγος



 




Εμποροπανηγύρεις – Το εμπόριο της περιπλάνησης
 

          Στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας του ελλαδικού χώρου, τα περισσότερα εμπορικά πανηγύρια της Πελοποννήσου, της Ηπείρου και της Θεσσαλίας γίνονταν κάθε Αύγουστο και Σεπτέμβριο. Η ευελιξία ήταν το κύριο χαρακτηριστικό των πανηγυριών. Η εμποροπανήγυρη είχε τις ρίζες της στην αρχαιότητα και στα μεσαιωνικά χρόνια αποτελούσε σημαντικό παράγοντα ανάπτυξης του εσωτερικού εμπορίου.

         Η ρωμαϊκή νομοθεσία απαγόρευε σε πρόσωπα που κατείχαν δημόσια αξιώματα την ενασχόληση με το εμπόριο. Η βυζαντινή αριστοκρατία[1], όμως, αναμειγνυόταν στο κερδοσκοπικό εμπόριο, εκμεταλλευόμενη μάλιστα μερικές συγκυρίες. Επιδίωξη του εμπορίου άλλωστε ήταν πάντοτε το κέρδος. Στο Βυζάντιο, εμπόριο, αγορές και πειρατεία συνυπήρχαν.

            Το βυζαντινό πανηγύρι εντάσσεται στους κόλπους της εκκλησίας και προστατεύεται από το βυζαντινό δίκαιο, δεδομένου ότι αποτελούσε υποστηρικτική δομή ανάπτυξης του εσωτερικού εμπορίου. Η θρησκεία τότε νοηματοδοτούσε το χρόνο των κοινωνιών (θρησκευτικές  γιορτές, αργίες, αγροτικές εργασίες, εμποροπανηγύρεις). Η ευελιξία ήταν το κύριο χαρακτηριστικό των πανηγυριών. Η εμπορικότητα μιας πόλης, η γεωγραφική της θέση, η γειτνίασή της με λιμάνι ή σημαντικό χερσαίο δρόμο και κοντινές αγορές ήταν τελικά προϋπόθεση για την επιλογή της ως χώρου διεξαγωγής της εμποροπανήγυρης.


            Οι εμποροπανηγύρεις ήταν ένας πανάρχαιος θεσμός, θρησκευτικού και εμπορικού χαρακτήρα. Ο Στράβων[2], μιλώντας για την πανήγυρη της Δήλου, επισημαίνει τον εμπορικό της χαρακτήρα: «η τε πανήγυρις εμπορικόν τι πράγμα εστι».

            Στο Βυζάντιο –και όχι μόνον– εμπόριο, έμποροι και πειρατεία συνυπήρχαν και ουδείς ενοχλείτο από αυτή τη συνύπαρξη. Κατά τη μεσαιωνική εποχή η πανήγυρη αποτελούσε σημαντικότατο παράγοντα ανάπτυξης του εσωτερικού εμπορίου. Το βυζαντινό πανηγύρι εντάσσεται στους κόλπους της Εκκλησίας και προστατεύεται από το βυζαντινό δίκαιο[3], δεδομένου ότι αποτελεί υποστηρικτική δομή ανάπτυξης του εσωτερικού εμπορίου σε ευρύτατα γεωγραφικά πλαίσια. Ως οικονομικός θεσμός η εμποροπανήγυρη ήταν γνωστή και διαδεδομένη στην Αίγυπτο, την Κίνα, την Ιαπωνία, την Ευρώπη, ιδιαίτερα στη Γαλλία, όπου γνώρισε μεγάλη άνθηση από τον 12ο έως τον 14ο αιώνα, καθώς και στα Βαλκάνια.

             Η μελέτη του εμπορίου δεν πρέπει να βασίζεται μόνο στις μόνιμες αγορές και να αγνοεί το εμπόριο της περιπλάνησης που ασκούσαν πλανόδιοι πραματευτάδες μακρινών αποστάσεων, ταξιδεύοντας από εμποροπανήγυρη σε εμποροπανήγυρη και καλύπτοντας σημαντικό τμήμα των αναγκών της υπαίθρου, διότι έτσι βγαίνουν παραπλανητικά συμπεράσματα. Σε όλα τα σημαντικά εμπορικά κέντρα του βυζαντινού κράτους, Κωνσταντινούπολη, Αντιόχεια, Τραπεζούντα, Σμύρνη, Θεσσαλονίκη, λειτουργούσαν εμποροπανηγύρεις με μεγάλη οικονομική σημασία.

           Στο Βυζάντιο οι βιοτέχνες- έμποροι αποτελούσαν σωματεία, ενώ οι έμποροι, που αγόραζαν και μεταπωλούσαν, χωρίς να παρεμβαίνουν στη διαδικασία της παραγωγής, ήταν οργανωμένοι σε συστήματα. Τα βυζαντινά πανηγύρια αποτελούσαν κατάλληλη ευκαιρία για πλανόδιους εμπόρους, καθώς και για απλούς χωρικούς, που έρχονταν από γειτονικά χωριά, για να διαθέσουν διάφορα προϊόντα.

              Η σημασία των αγορών αυτών ήταν, ίσως, μεγαλύτερη για την επαρχία, όπου υπήρχαν λιγότερες ευκαιρίες για τους εμπόρους. Αποτελούσαν επίσης πρώτης τάξης ευκαιρία για τους χωρικούς να διαθέσουν το πλεόνασμά τους εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο το απαραίτητο χρυσό νόμισμα για την πληρωμή των φόρων τους. Συνήθως οργανώνονταν με την ευκαιρία θρησκευτικών εορτών, οπότε δηλώνονται με τον όρο πανήγυρις. Οι ρίζες του θεσμού ανιχνεύονται στην αρχαιότητα. Πρόκειται για μια από τις πολλές ειδωλολατρικές πρακτικές, που υιοθετήθηκαν από τον Χριστιανισμό και προσαρμόσθηκαν στις ανάγκες του. Ο μεγάλος αριθμός πανηγυριών που οργανώνονταν στο Βυζάντιο αποτελεί αδιάψευστο μάρτυρα για τη σημασία τους στην οικονομική και κοινωνική ζωή.

            Υπήρχαν πανηγύρια που οργανώνονταν σε μεγάλα αστικά κέντρα, διαρκούσαν πολλές ημέρες και προσέλκυαν μεγάλο αριθμό εμπόρων και αγοραστών, πολλοί από τους οποίους μάλιστα έρχονταν από μακριά. Διάσημα τέτοια πανηγύρια ήταν του Αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη, του Ευαγγελιστή Ιωάννη στην Έφεσο, του Αγίου Ευγενίου στην Τραπεζούντα και του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στις Χώνες. Ενδιαφέρον παρουσιάζει τοιχογραφία από το νάρθηκα της Μονής της Βλαχέρνας στην Άρτα (τέλη 13ου αιώνα) [4], που απεικονίζει σκηνές υπαίθριας αγοράς και πλανόδιους εμπόρους, που πουλούσαν την πραμάτεια τους κατά τη διάρκεια της λιτανείας της εικόνας της Παναγίας της Οδηγήτριας στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι βλέπουμε τον Χάζαρο, που πωλεί χαβιάρι σε κάποιον πελάτη κρατώντας ζυγό ακριβείας, τη λαχανοπώλισσα και καλάθια με φρούτα.

        Κυρίαρχο ιδεώδες της βυζαντινής οικονομικής σκέψης ήταν η αυτάρκεια. Το εμπόριο στο Βυζάντιο ήταν στην πραγματικότητα μια υπόθεση που αφορούσε πολύ περισσότερους ανθρώπους, από αυτούς που επισήμως ασκούσαν το επάγγελμα του εμπόρου: μικρούς παραγωγούς, βιοτέχνες, αργυραμοιβούς, μεγάλους γαιοκτήμονες. Ο όγκος και η εμβέλειά του διέφεραν ανάλογα με την ιστορική περίοδο. Είναι βέβαιο ότι εκχρηματισμένες συναλλαγές και ανταλλαγές σε είδος συνυπήρχαν πάντοτε.


          Ο σημερινός ελλαδικός χώρος κατά την οθωμανική περίοδο, σε οικονομικό[5] επίπεδο, αποτελούσε μια κατακερματισμένη περιφέρεια, με πολλές κατά τόπους ιδιαιτερότητες. Ο οθωμανικός πολιτισμός αποτελούσε κατά κύριο λόγο έναν πολιτισμό των πόλεων. Στις πόλεις διέμεναν τα πλουσιότερα μέλη της κοινωνίας. Εκεί επίσης κατέληγαν, σε μεγάλο βαθμό, οι αγροτικές πρόσοδοι.

         Οι κάτοικοι των οθωμανικών πόλεων, μουσουλμάνοι και μη μουσουλμάνοι, είχαν τη δυνατότητα να συσσωρεύσουν πλούτο και πολιτική δύναμη. Εξάλλου οι πόλεις αποτελούσαν τα κέντρα του εμπορίου και της βιοτεχνίας. Η γεωγραφική και στρατηγική θέση της κάθε ελληνικής πόλης, οι παραδόσεις, η ιστορία και η προγενέστερη υλική υποδομή της, επηρέασαν σε σημαντικό βαθμό τη συνέχεια της λειτουργίας της. Τον 18ο αιώνα, όπως προκύπτει από τη μελέτη των γαλλικών αρχείων, το πανηγύρι της Τρίπολης ήταν ένα από τα πιο σημαντικά πανηγύρια της Πελοποννήσου, κατά τη διάρκεια του οποίου γινόταν η προαγορά του μεταξιού από γάλλους εμπόρους.[6]

           Ο τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή (β΄ μισό του 17ου αιώνα) αναφέρει το μεγάλο πανηγύρι του Μυστρά, που γινόταν κάθε Αύγουστο και συγκέντρωνε πλήθος κόσμου. Τον 18ο αιώνα, όπως προκύπτει πάλι από έγγραφο των γαλλικών αρχείων, η εμποροπανήγυρη του Μυστρά είχε ήδη μετατεθεί στον Σεπτέμβριο και διαρκούσε μια βδομάδα. Η εμποροπανήγυρη των Καλαβρύτων γινόταν κάθε Σεπτέμβριο και διαρκούσε δεκαπέντε ημέρες. Στον θεσσαλικό χώρο, την οθωμανική περίοδο, εμποροπανηγύρεις γίνονταν στο Μοσχολούρι[7] Καρδίτσας, στην Ελασσόνα και –από τις αρχές του 17ου αιώνα– στα Φάρσαλα. Η Λάρισα, πόλη με έντονη οικονομική ζωή, ήταν κέντρο και του διεθνούς εμπορίου, γι’ αυτό είχε μπεζεστένι (bedesten), δηλαδή λιθόκτιστη κλειστή και σκεπαστή αγορά ακριβών υφασμάτων και πολύτιμων λίθων.

         Το μπεζεστένι της Λάρισας[8] χρονολογείται στα τέλη του 15ου αιώνα. Μπεζεστένια υπήρχαν στη Θεσσαλονίκη,[9] στη συμβολή των οδών Βενιζέλου και Εγνατίας (1455-1459) και  στις Σέρρες[10], στην πλατεία Ελευθερίας (κτίστηκε λίγο πριν από το 1494) και σήμερα στεγάζει το αρχαιολογικό μουσείο της πόλης. Κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα, οι σπουδαιότερες εμποροπανηγύρεις στην Ήπειρο ήταν των Ιωαννίνων, της Άρτας, της Κόνιτσας και της Παραμυθιάς. Οι εμποροπανηγύρεις αυτές, με εξαίρεση, ίσως, των Ιωαννίνων, είχαν τοπικό χαρακτήρα. Τον 18ο αιώνα η Άρτα ήταν το κέντρο μιας εύφορης αγροτικής περιοχής, που παρήγε άφθονο σιτάρι, καπνό, κερί, μετάξι, βαμβάκι, δέρματα, μαλλιά, ξυλεία, αυγοτάραχο από τον Αμβρακικό κ.ά.

             Η κυκλοφορία των αγαθών στην τοπική, εσωτερική αγορά γινόταν με τρεις τρόπους: α) τη μόνιμη, καθημερινή αγορά (μαγαζιά), β) την εβδομαδιαία αγορά (παζάρι), και γ) την εμποροπανήγυρη. Οι εμποροπανηγύρεις ήταν αυστηρά οργανωμένες αγορές, ετήσιου χαρακτήρα, όπου συγκεντρωνόταν πλήθος εμπορευμάτων και εμπόρων, από γειτονικές ή μακρινές περιοχές, κατά τη διάρκεια διαφόρων μηνών του έτους. Οι εμποροπανηγύρεις συνέβαλλαν στη σύνδεση της οικονομίας πόλης-υπαίθρου, στην κυκλοφορία του νομίσματος και στην ανάπτυξη των εμπορικών συναλλαγών.

          Στην Άρτα γινόταν κάθε χρόνο μια αξιόλογη εμποροπανήγυρη, που ονομαζόταν Μπουχούστι και διαρκούσε οκτώ με δέκα ημέρες. Άρχιζε την 1η Σεπτεμβρίου και τελείωνε στις 8 του ίδιου μήνα ή, όπως μας πληροφορεί ο λόγιος Μητροπολίτης Σεραφείμ Ξενόπουλος ο Βυζάντιος[11], άρχιζε στις 14 Σεπτεμβρίου και έληγε στις 24 του ίδιου μήνα. Η εμποροπανήγυρη της Άρτας γινόταν στη συνοικία Μπουχούστι[12], ή Μουχούστιον, στα νοτιοδυτικά της πόλης, μεταξύ του ναού της Παρηγορήτισσας και του πρώην κρατικού νοσοκομείου. Κατά τη διάρκειά της γινόταν ζωεμπόριο, αλλά και εμπόριο αγροτικών, κτηνοτροφικών, καθώς και προϊόντων εισαγωγής.

           Καθώς περνούν τα χρόνια, συντελείται μια σταδιακή μετατόπιση του χώρου διεξαγωγής της εμποροπανήγυρης. Το ζωοπάζαρο παρέμεινε ως τη δεκαετία του 1960 στο «Μπουχούστι», ενώ το εμπόριο των άλλων αγαθών μεταφέρθηκε έξω από το κάστρο, στα νοτιοανατολικά της πόλης σ’ ένα πλάτωμα, της οδού Άρτας-Ιωαννίνων. Κατά τον 18ο αιώνα οι Βενετοί έδειξαν έντονο ενδιαφέρον για την εμποροπανήγυρη της Άρτας. Βενετοί, αρτινοί και επτανήσιοι έμποροι συμμετείχαν στις εμποροπανηγύρεις των Ιωαννίνων, της Κόνιτσας και της Παραμυθιάς, ενώ ήταν γνωστή και η παρουσία τους στις φημισμένες εμποροπανηγύρεις της Θεσσαλίας, όπως της Λάρισας, του Μοσχολουρίου και της Ελασσόνας.

           Παρά τη μεγάλη διάδοση των εμποροπανηγύρεων κατά τον 18ο αιώνα, υπήρχαν και σημαντικά εμπόδια στη διεξαγωγή τους, που σχετίζονταν με τους κινδύνους μετάδοσης επιδημιών, κυρίως της πανούκλας, τις ληστρικές επιθέσεις, καθώς και τις τοπικές ταραχές. Στις περιπτώσεις αυτές το εμπόριο σταματούσε εντελώς ή συνεχιζόταν μειωμένο. Οι τόποι διεξαγωγής των εμποροπανηγύρεων είναι γνωστό ότι ήταν επιρρεπείς στη μετάδοση της πανούκλας. Πολλές φορές και η ίδια η πόλη της Άρτας ήταν επίκεντρο πανούκλας.[13] Πόλη με στενά δρομάκια, υποτυπώδη ύδρευση από πηγάδια, βρύσες, ακάλυπτα κανάλια, αλλά και ανυπαρξία αποχετευτικού συστήματος, με λιμνάζοντα νερά από τις βροχοπτώσεις και τα λύματα των σπιτιών, αποτελούσε τόπο ανάπτυξης παθογόνων μικροοργανισμών, που προκαλούσαν συχνά επιδημίες.

         Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του Ανδρέα Μαρίνου, που μας πληροφορεί ότι τον Μάιο του έτους 1708, έμποροι από την Άρτα ξεκίνησαν φορτωμένοι με την πραμάτεια τους για την εμποροπανήγυρη στο Μοσχολούρι. Στο δρόμο έμαθαν ότι στο Μοσχολούρι είχε εκδηλωθεί επιδημία πανούκλας και επέστρεψαν στην Άρτα. Οι πρόκριτοι της πόλης, όμως, τους απομόνωσαν στο μοναστήρι του Θεοτοκιού, για να περάσουν το χρονικό διάστημα της καραντίνας (quarantina), που ήταν σαράντα μέρες.

           Τελειώνοντας, μπορούμε να επισημάνουμε τα ακόλουθα: Οι ρίζες του θεσμού της εμποροπανήγυρης ανιχνεύονται στην αρχαιότητα. Ο μεγάλος αριθμός εμποροπανηγύρεων που οργανώνονταν στο Βυζάντιο[14] αποτελεί αδιάψευστο μάρτυρα για τη συμβολή τους στην οικονομική και κοινωνική ζωή. Στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας του ελλαδικού χώρου, ιδιαίτερα κατά τον 18ο αιώνα, διεξάγονταν εμποροπανηγύρεις στην Πελοπόννησο (Τρίπολη, Μυστράς, Καλάβρυτα), στη Θεσσαλία (Λάρισα,[15] Μοσχολούρι, Ελασσόνα, Φάρσαλα), την Ήπειρο (Ιωάννινα, Άρτα, Κόνιτσα, Παραμυθιά) κ.α. Μαζί με τους πλανόδιους πραματευτάδες[16] και τα εμπορεύματά τους, ταξίδευαν από εμποροπανήγυρη σε εμποροπανήγυρη ειδήσεις, προκαταλήψεις, ιδέες και όνειρα για μια καλύτερη ζωή.



Αφέντρα Γ. Μουζάκη

Αρχαιολόγος




Περιοδικό, «Αρχαιολογία και Τέχνες» τεύχος 116, Σεπτέμβριος 2010.

 

Υποσημειώσεις

 
 
[1] Μαρία Γερολυμάτου, Αγορές, έμποροι και εμπόριο στο Βυζάντιο (9ος-12ος αι.), εκδ. ΕΙΕ-ΙΒΕ, Αθήνα 2008, σ. 231-235 («Η αριστοκρατία και το εμπόριο»)· Αγγελική Λαΐου, «Στο Βυζάντιο των Παλαιολόγων: Οικονομικά και πολιτιστικά φαινόμενα», Ευφρόσυνον, τόμ. 1, Αθήνα 1991, σ. 283-296.

[2] 10.5.4, εκδ. Lassere.
 
[3] IGR 1, 271-272.
 
[4] Μυρτάλη Αχειμάστου-Ποταμιάνου, Η Βλαχέρνα της Άρτας. Τοιχογραφίες, Αθήνα 2009, σ. 72-73 και εικ. 44, 53. Ο νάρθηκας πρέπει να οικοδομήθηκε προς τα τέλη του 13ου αι., όταν κύριος της Άρτας ήταν ο Νικηφόρος Α΄ Κομνηνός- Δούκας (1267/68-1296), πρεσβύτερος γιος και διάδοχος του Μιχαήλ Β΄. Την ανέγερση του νάρθηκα ακολουθεί η διακόσμησή του με τοιχογραφίες. Η Λιτανεία, η οποία τελείται με συρροή κόσμου και φαιδρύνεται με γραφικές σκηνές υπαίθριας αγοράς στις παρυφές της πομπής, κάτω και στην αριστερή παραστάδα, αποτελεί «άπαξ» της μνημειακής ζωγραφικής.
 
[5] Halil Inalcik / Donald Quataert (επιμ.), Οικονομική και κοινωνική ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2008.
 
[6] Άννα Λαμπροπούλου, «Οι πανηγύρεις στην Πελοπόννησο κατά την Μεσαιωνική Εποχή», Πρακτικά του Α΄ Διεθνούς Συμποσίου: «Η Καθημερινή Ζωή Στο Βυζάντιο, Τομές και Συνέχειες στην Ελληνιστική και Ρωμαϊκή Παράδοση», 15-17 Σεπτεμβρίου 1988, ΚΒΕ-ΕΙΕ, Αθήνα 1989, σ. 291-310.
 
[7] Νίκος Καραφύλλης, Το Μοσχολούρι διηγείται τη δόξα του, Μοσχολούρι 2005.
 
[8] Έρση Μπρούσκαρη (επιμ.), Η οθωμανική αρχιτεκτονική στην Ελλάδα, Αθήνα 2008, εκδ. ΥΠΠΟ-ΔΒΜΑ, λ. 69, σ. 199-200: Μπεζεστένι (bedesten) Λάρισας. Κλειστή αγορά και αποθήκη ειδών πολυτελείας, που χρονολογείται στα τέλη του 15ου αι.
 
[9] Στο ίδιο, λ. 88, σ. 246-247.
 
[10] Στο ίδιο, λ. 108, σ. 287-288.
 
[11] Σεραφείμ Ξενόπουλος Βυζάντιος, Δοκίμιον ιστορικόν περί Άρτης και Πρεβέζης, Αθήνα 1884, Άρτα 20033, σ. 182-183. Ο λόγιος μητροπολίτης μας πληροφορεί ότι στην Άρτα γινόταν από παλιά στη συνοικία Μουχούστιον εμπορικό πανηγύρι, όπου προσέρχονταν έμποροι και αγοραστές από διάφορες περιοχές της Ηπείρου. Η εμποροπανήγυρη της Άρτας διαρκούσε δέκα μέρες. Άρχιζε στις 14 Σεπτεμβρίου και έληγε στις 24 του ίδιου μήνα. Μας πληροφορεί επίσης ότι κάθε Πέμπτη γινόταν παζάρι, δηλαδή εβδομαδιαία αγορά, τροφίμων και ενδυμάτων, για εξυπηρέτηση των κατοίκων.
 
[12] Μπουχούστι: Λέξη αρβανίτικη που σημαίνει εμποροπανήγυρη. Κατά μιαν άλλη εκδοχή προέρχεται από το τουρκοαραβικό Medhuseua, που σημαίνει ζωοπάζαρο. Στη συνοικία Μπουχούστι ή Μουχούστιον της Άρτας, που βρισκόταν στα χρόνια της oθωμανικής κυριαρχίας απέναντι από το ναό της Παρηγορήτισσας, υπήρχαν τέσσερις νερόμυλοι και το έτος 1869 κρεοπωλεία και ιχθυοπωλεία. Σεραφείμ Ξενόπουλος Βυζάντιος, ό.π., σ. 13, 146, 183.
 
[13] Ελευθέριος Λ. Βέτσιος, Η διπλωματική και οικονομική παρουσία των Βενετών στην περιοχή της Άρτας κατά το 18ο αιώνα, εκδ. Α. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2007, σ. 203-205, 212.
 
[14] Η προσκόλληση του Βυζαντίου στην παράδοση χαρακτηρίζει όλες τις όψεις του κρατικού βίου και επηρεάζει βαθύτατα τις σχέσεις του κράτους με την οικονομία. Η βυζαντινή οικονομία στηριζόταν –κυρίως– στη γη και στην εκμετάλλευσή της. Στο πλαίσιο των περιορισμών που επέβαλαν οι μεσαιωνικές συνθήκες, η βυζαντινή οικονομία ήταν επιτυχής, αφού για μεγάλο διάστημα διατήρησε και την πρόοδο, αλλά και τη σταθερότητά της. Βλ. Νίκος Οικονομίδης, «Ο ρόλος του βυζαντινού κράτους στην οικονομία», στο Αγγελική Ε. Λαΐου (Γενική Εποπτεία), Οικονομική Ιστορία του Βυζαντίου από τον 7o έως τον 15o αιώνα, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 2006, τόμ. 3, σ. 141-252 και Αγγελική Ε. Λαΐου, «Επισκόπηση της βυζαντινής οικονομίας», στο ίδιο, τόμ. 3, σ. 361-389.
 
[15] Θ. Παλιούγκας, Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία (1423-1881), τόμ. 2, Λάρισα 2007· Λάζαρος Αρσενίου, Η Θεσσαλία κατά την Τουρκοκρατία, Αθήνα 1984.

[16] Troian Stoianovich, «Ο κατακτητής Ορθόδοξος Βαλκάνιος Έμπορος», στο Σπύρος Ι. Ασδραχάς (επιμ.), Η οικονομική δομή των Βαλκανίων στα χέρια της οθωμανικής κυριαρχίας (15ος-19ος αι.), εκδ. Μέλισσα, Αθήνα 1979, σ. 289-330 (κείμενο), 331-345 (σημειώσεις).

 
 

Τα Ψηφιδωτά της Μονής ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ

 
 
             Στο καθολικό της Μονής σώζονται τα μοναδικά εντοίχια ψηφιδωτά του Αγίου Ορους. Οι παραστάσεις τους συνθέτουν συνολικά τέσσερα θέματα. Ο περιορισμένος αυτός αριθμός πρέπει ασφαλώς να αποδοθεί στην φύση του υλικού που χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή των ψηφίδων και στην δαπανηρή τεχνική τους. Πρόκειται για τις ακόλουθες παραστάσεις.
 
 
Τα Ψηφιδωτά της Μονής ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ

 
 ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ
   http://www.vatopedi.gr/


 
 
             1. Στον κυρίως ναό, στους πεσσούς κάτω από τον τρούλλο, αναπτύσσεται η σκηνή του Ευαγγελισμού που χρονολογείται από τις αρχές του 11ου ως τις αρχές του ΙΒ’ αι. Η παράσταση τοποθετήθηκε σε περίοπτη θέση, για να τονίσει την αφιέρωση του καθολικού στην μνήμη του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου.
 
 

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου στον κυρίως ναό
 
 

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου στον κυρίως ναό
 
 
 
             2. Στον εξωνάρθηκα, πάνω από την είσοδο που οδηγεί στον εσωνάρθηκα, δεσπόζει παράσταση Δεήσεως της ίδιας περίπου περιόδου. Η άψογη τεχνική των δύο παραπάνω συνθέσεων και ο μεγάλος αριθμός χρυσών ψηφίδων που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή τους, μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για έργα καλλιτέχνη της Κωνσταντινουπόλεως.
 
 
 

Η Δέηση

Ο Χριστός της Δεήσεως. Λεπτομέρεια

Η Παναγία της Δεήσεως. Λεπτομέρεια

Ο Πρόδρομος της Δεήσεως. Λεπτομέρεια
 
 
 
 
 
              3. Μια δεύτερη σκηνή Ευαγγελισμού, που ανάγεται στα τέλη του ΙΓ’ – αρχές του ΙΔ’ αι. πλαισιώνει το ψηφιδωτό της Δεήσεως. Είναι έργο υψηλής ποιότητας και αποδίδεται σε συγγενικό, αν όχι στο ίδιο εργαστήριο με τους Αγίους Αποστόλους Θεσσαλονίκης.
 
 

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου στον εξωνάρθηκα

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου στον εξωνάρθηκα
 
 
 
 
            4. Στον ΙΓ’-ΙΔ’ αι., ή κατά μία άλλη άποψη στα τέλη του ΙΑ’-αρχές του ΙΒ’ αι., χρονολογείται και μία ψηφιδωτή προτομή του Αγίου Νικολάου· είναι τοποθετημένη πάνω από την είσοδο που οδηγεί στο νοτιοδυτικό παρεκκλήσι του καθολικού, το οποίο είναι αφιερωμένο στον ίδιο άγιο.
 

Ο Άγιος Νικόλαος
             Σύμφωνα με το «Προσκυνητάριον» του Ιωάννου Κομνηνού, στον νάρθηκα υπήρχαν και άλλα ψηφιδωτά, μεταξύ των οποίων και κάποιες παραστάσεις βασιλέων και κτητόρων του μοναστηριού που δεν σώζονται σήμερα. Δεν αποκλείεται οι ψηφίδες που φυλλάσονται σε δύο κιβώτια του σκευοφυλακίου της μονής να προέρχονται από τις συγκεκριμένες συνθέσεις.
 

Το Θέατρο στο Βυζάντιο- Το θρησκευτκό Θέατρο

 

 


Το Θέατρο στο Βυζάντιο




        του Θάνου Δασκαλοθανάση
 
 
                 "Aνύπαρκτο", ακόμα και για τους ειδικούς ως πριν από εκατόν είκοσι χρόνια, το Bυζαντινό Θέατρο παραμένει σχεδόν άγνωστο στο πλατύ κοινό. Ωστόσο, οι έρευνες του τελευταίου αιώνα έχουν αποδείξει πως οι Bυζαντινοί κάθε άλλο παρά «αθεάτριστοι» μπορεί να θεωρηθούν - αντίθετα, ήταν "φιλοθεάμονες πάντων των άλλων ανθρώπων", κατά τις μαρτυρίες της εποχής.Στις μεγάλες πόλεις των πρώτων χριστιανικών αιώνων αλλά και μετά. οι κοσμικές διασκεδάσεις και θεάματα που παρουσιάζονταν στο θέατρο και στον ιππόδρομο ήταν πολύ αγαπητά και συνδεδεμένα με την κοινωνική ζωή. Ειδικά το θέατρο στο Βυζάντιο δεν είχε την παιδευτική διάσταση του αρχαίου κλασικού δράματος, δεν έπαψε όμως να προσφέρει ευκαιρίες για διασκέδαση.
 
 
               Από τα πιο ενδιαφέροντα θέματα για την κατανόηση και μελέτη του Βυζαντινού ανθρώπου και της κοινωνίας είναι το θέατρο και γενικότερα η διασκέδαση και η ψυχαγωγία στο Βυζάντιο.
                Συχνά έχουμε την λανθασμένη εντύπωση πως οι Βυζαντινοί ήταν λαός ασκητών, που μόνη τους ενασχόληση είχαν την προσευχή, τη νηστεία και την εκπλήρωση των θρησκευτικών τους καθηκόντων. Οπωσδήποτε οι Βυζαντινοί ήταν βαθιά θρησκευόμενοι ή και θρησκόληπτοι ακόμα, και πολλές φορές έφταναν στα όρια του θρησκευτικού φανατισμού. Αυτό δε σημαίνει όμως ότι δεν αγαπούσαν τη διασκέδαση και την ψυχαγωγία, ήταν ιδιαίτερα φιλοθεάμονες, κληρονόμοι του ρωμαϊκού "δήμου" αλλά και των ελληνικών εθίμων.
                Η αρχαία Ελληνική σκηνή επί Βυζαντινής εποχής φαίνεται πως είχε εκλείψει. Αυτό συμβαίνει, γιατί είχε επέλθει η παρακμή της τραγικής τέχνης και ακόμα περισσότερο της κωμωδίας, ήδη από τα ρωμαϊκά χρόνια, αλλά και γιατί ιδιαίτερα στη πρωτοβυζαντινή εποχή, όπως προσδιορίζεται από το χριστιανισμό, ό,τι θύμιζε τον παλιό κόσμο και τον παγανισμό θα έπρεπε να εξοβελιστεί. Οι παραστάσεις με τον καιρό αραίωσαν και τελικά σταμάτησαν, γιατί η Εκκλησία είχε σοβαρούς λόγους να αντιδρά στην παράσταση αρχαίων δραμάτων, τα οποία εξυμνούσαν τους θεούς των εθνικών και τις καταπολεμούσε. Έτσι την θέση τους πήραν τα λαϊκά θεάματα, τα μιμοδράματα.
                  Τα μόνα σκηνικά είδη που επιζούσαν ήταν ο παμπάλαιος Μίμος και το πολύ νεώτερο παρακλάδι του, ο Παντόμιμος, όπως είχαν διαμορφωθεί στα ύστερα ρωμαϊκά χρόνια .Μάλιστα ο Παντόμιμος, ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στο λαϊκό κοινό του Βυζαντίου. Οι θεατές αποστήθιζαν τα επικολυρικά άσματα που συνόδευαν την όρχηση και τα τραγουδούσαν στους δρόμους, στα σπίτια τους, στις διασκεδάσεις τους.
                Από το κλασσικό ελληνικό Δράμα δεν είχαν απομείνει παρά μερικές σποραδικές εκτελέσεις μονολόγων-μονωδιών απ' τις αθηναϊκές τραγωδίες  (παρακαταλογαί ), που τις ερμήνευαν οι λιγοστοί τραγωδοί-συνεχιστές της διονυσιακής παράδοσης, φορώντας τα προσωπεία και τους κοθόρνους, με συνοδεία αυλού και μικρής χορωδίας. Πολλές παραστάσεις σε ανάγλυφα, του 5ου και 6ου αιώνα, μας μαρτυρούν την επιβίωση των θεατρικών αυτών σπαραγμάτων, που παρουσιάζονταν ακόμα και στον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης, μαζί με τις ιπποδρομίες, τα "κυνηγέσια", τις θηριομαχίες, όπως απεικονίζει και το δίπτυχο του Αναστασίου (517 μ.Χ.).
                Η πορεία του θεάτρου, καθορίστηκε μέσα από τη σύγκρουση αυτών των δυο αντίθετων τάσεων. Από τη μία η αγάπη και η ανάγκη του κόσμου για θέαμα και από την άλλη η εχθρική στάση της εκκλησίας. Παρ όλα αυτά υπερίσχυε η ανάγκη του κόσμου για το θέατρο και έτσι άρχισε σιγά σιγά να μπαίνει στη ζωή των Βυζαντινών σαν τρόπος διασκέδασης.
            Το είδος θεάτρου που αγαπούσε πολύ ο κόσμος και διασκέδαζε με αυτό ήταν το λαϊκό μιμοθέατρο. Μίμος αρχικά σήμαινε το θεατρικό κείμενο, ένα διάλογο από τη μυθολογία ή την καθημερινή ζωή. Αγαπημένο θέμα σάτιρας των μίμων στους πρωτοχριστιανικούς χρόνους ήταν τα μυστήρια της χριστιανικής θρησκείας. Το μιμοθέατρο αξιοποιούσε συγκεκριμένους τύπους (ο φαλακρός γέρος, ο θηλυπρεπής νέος, η φανταχτερή γυναίκα), δεν χρησιμοποιούσε μάσκες και συνδύαζε τον θεατρικό διάλογο με μουσική, χορό και τολμηρά τραγούδια .Ο παντομίμος ήταν ένα θεατρικό είδος όπου ο χειροσοφιστής, ένας χορευτής με μάσκα, χόρευε ένα μυθολογικό θέμα με συνοδεία μουσικής και χορωδίας.
              Σχετικά, ο Φαίδων Κουκούλες, στο κορυφαίο σύγγραμμα του «Βυζαντινών βίος και πολιτισμός»,μας πληροφορεί:
 
«Αρχαία δράματα κατά τους μεταγενεστέρους χρόνους εξακολουθούσαν να παριστάνουν οι ορχήστρες, οι και θαυματοποιοί καλούμενοι, μη ομιλώντας, αλλά μόνον δια των κινήσεων των μελών του σώματος και του χορού. Αυτοί, κατ’ αντίθεσιν προς τους μίμους, λάμβαναν τις υποθέσεις των παραστάσεων των εκ της μυθολογίας ή εκ των ομηρικών επών, παριστάνοντας εκ παραλλήλου βασιλείς και ιατρούς και φιλοσόφους και ρήτορας. Εννοείται ότι κατά των ορχηστρών τούτων, των οποίων οι παραστάσεις άρεσαν στον λαό, υπήρχε μεγάλη κατακραυγή εκ μέρους των εκκλησιαστικών ανδρών, οι όποιοι τους θεωρούσαν ως λύμη της κοινωνίας, προτρέποντες τους νέους ν’ απέχουν των άτοπων των θαυματοποιών επιδείξεων. Όταν στα βυζαντινά κέντρα άρχισαν να ατονούν οι παραστάσεις των αρχαίων δραμάτων και κωμωδιών, και τούτο γίνονταν στην Ανατολή από τον πέμπτο μ.Χ. αιώνα, οπότε οι Πέρσες άρχισαν να δηώνουν τις ελληνικές επαρχίες, και έπειτα μετά την κατά το 526 περικοπή υπό του Ιουστινιανού των θεατρικών δαπανών, προς δε και του πολέμου της Εκκλησίας, επικράτησαν επί της σκηνής και έτερπαν οι από της Ρωμαϊκής εποχής γνωστοί μίμοι, παίζοντας και των αρχαίων κωμικών έργα, αλλά και κωμικές σκηνές εκ του καθ’ ημέρα βίου αναπαριστώντες, με κύρια πρόσωπα ιατρούς, ρήτορες, υπηρέτες, καπήλους και, πλην άλλων, συνήθως τον μοιχόν».
 
 
             Οι πληροφορίες που έχουμε για τη βυζαντινή θεατρική δραστηριότητα συχνά προέρχονται από τους ασπονδότερους πολεμίους του λαϊκού θεάτρου, τους Πατέρες της Εκκλησίας.
               Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος μάλιστα,αφιέρωσε ολόκληρη ομιλία "προς τους καταλείψαντας την εκκλησίαν και αυτομολήσαντας προς τας ιπποδρομίας και τα θέατρα". Τον ενοχλούσαν μάλιστα όχι μόνο οι παραστάσεις μίμων, τα θεατρικά δρώμενα και οι μουσικές παραστάσεις αλλά ζητούσε από τους χριστιανούς να ξεγράψουν από τη ζωή και τη μνήμη τους κάθε λαικό τραγουδι. Από τους αγωγιάτες ζητούσε να μην τραγουδούν στο κάρο, από τις κοπέλες στον αργαλειό και από τις μανάδες να σταματήσουν τα νανουρίσματα. Άλλοι Πατέρες της εκκλησίας μέμφονταν τους πιστούς πως, ενώ αγνοούν τις Γραφές και τους ψαλμούς, ήξεραν να τραγουδούν ολημερίς τις "διαβολικές ωδές και τα πορνικά μέλη" των θεάτρων. Γι' αυτό τους συμβούλευαν, ν' αντικαταστήσουν τα θεάματα με περιπάτους στην ύπαιθρο και τα θεατρικά και ερωτικά τραγούδια, ακόμα και τα νανουρίσματα, με τους Ψαλμούς
            Οι μίμοι και οι παντόμιμοι θεωρούνταν ανήθικα πρόσωπα,πολλές θεατρίνες και θεατρίνοι συνδύαζαν τη μιμητική με την ερωτική συνεύρεση επί πληρωμή, σε σημείο μάλιστα τέτοιο που οι λέξεις "μίμος, μιμάς,σκηνικός" να γίνουν συνώνυμες με τις λέξεις "πόρνη, πόρνος,θηλυπρεπής, πορνοβοσκός, μαστροπός". Οι μίμοι αποκαλούνταν "πολιτικοί", με την ένοια του δημόσιου, όπως οι ιερόδουλες, τα πορνεία λέγονταν και "μιμάρια" ή "μιμαρεία", το θεατρικό θέαμα ονομαζόταν και "πόρναι".
           Μικροί θίασοι από άντρες και γυναίκες, έπαιζαν σ' ένα ξύλινο πατάρι σε δημόσιους ή ιδιωτικούς χώρους, σε γιορτές και σε παραστατικά έθιμα. Ωστόσο α σκηνικά και τα κουστούμια τους σε πολλές περιπτώσεις ήταν πλούσια και πολυτελη Ο Χρυσόστομος μιλάει για "πολυτέλεια της σκηνής", για "τάπητες" και "ασημοστόλιστα κρεβάτια", ενώ ο Γρηγόριος, πληροφορεί πως οι μίμοι "σχημάτιζαν ολόκληρη πόλη με παραπετάσματα". Σε αρκετές περιπτώσεις οι γυναίκες εμφανίζονταν στο κοινό χοεύονντας γυμνές σε σκηνές και πισίνες.
             Αλλά και η μουσική, τα τραγούδια και οι χοροί, που διάνθιζαν το μιμοθέαμα, θεωρούνταν από τους ιερείς και τους λόγιους της εποχής αισχρά και διεφθαρμένα. . \
              Παρά τον σκληρό πόλεμο και τους κεραυνούς που εξαπέλυαν οι Πατέρες της Εκκλησίας, το λαϊκό θέατρο, στην ταπεινή αυτή μορφή που είχε ξεπέσει, εξακολουθούσε να επιζεί. Μίμος και μάλιστα από τις πλέον διάσημες για το ταλέντο της και την ομορφιά της ήταν η γυναίκα του Ιουστινιανού και μετέπειτα αυτοκράτειρα Θεοδώρα, που έπαιζε και χόρευε ημίγυμνη στον Ιππόδρομο αλλά και σε συμπόσια πλουσίων. Στον 5ο αι. ήταν ονομαστή η χορεύτρια παντομίμας Ροδόκλεια. Σε όλες τις μεγάλες πόλεις, στην Αντιόχεια, στην Αλεξάνδρεια, την Κωνσταντινούπολη, τη Ρώμη, έπαιζαν και χόρευαν οι μίμοι. Η αυστηρότητα των νόμων και των απαγορεύσεων δεν κατόρθωνε να εξαλείψει τη μανία του λαού για θέαμα, ούτε ο Ιουστινιάνειος κώδιξ, που θεωρούσε το επάγγελμα του μίμου άτιμο.
             Έτσι ή αλλιώς, το θέατρο αποτελεί μια απ' τις ελάσσονες, βέβαια, αλλά όχι αμελητέες πτυχές του πολιτισμού της περίλαμπρης εκείνης, αλλά και τόσο αντιφατικής, περιόδου της Ιστορίας -και της ιστορίας μας.



                                       


Η αναπαράσταση του μαρτυρίου των "Τριών παίδων εν καμίνω"


 
 
 
Το Θρησκευτικό Θέατρο στο Βυζάντιο
 
 
 
              Kατά την Βυζαντινή περίοδο, με έντονη τη θρησκευτικότητα, αναπτύχθηκε το λεγόμενο << Θρησκευτικό θέατρο>> ή "Λόγιο Θρησκευτικό δράμα", με θεματολογία παρμένη από την Παλαιά και Καινή διαθήκη (κυρίως τ' απόκρυφα Ευαγγέλια).Τα έργα αυτά είτε συνδυάζουν αφήγηση και διάλογο είτε έχουν «δραματική» φόρμα, θεωρήθηκαν ως κανονικά θεατρικά έργα, παιγμένα ή προορισμένα για να παιχθούν στην σκηνή.
           Τις ρίζες του θρησκευτικού θεάτρου θα τις αναζητήσουμε στον 4ο αιώνα μ.Χ. Τότε ο επίσκοπος Πατάρων Μεθόδιος έγραψε το «Συμπόσιον των δέκα παρθένων». Στο έργο αυτό, που διαδραματίζεται στον κήπο τής Αρετής, δέκα παρθένες εγκωμιάζουν την παρθενία και στο τέλος όλες μαζί αναπέμπουν ύμνο προς τον Θεό. Τον 5ο αιώνα π.Χ., o Σελευκείας Βασίλειος γράφει ένα δράμα με θέμα την ζωή του οσιομάρτυρος Θέκλη. Μετά, ο Δαμασκηνός δραματουργεί την Σωσάννα και ο Στέφανος ο Σαββαϊτης τον θάνατο του Χριστού.
           Ο αιρετικός Άρειος έγραψε το θεατρικό έργο <<Θάλεια>> (320 μ.Χ.),  Στον Γρηγόριο Nαζιαvζηvό, αποδόθηκε, το δραματικό έργο "Χριστός πάσχων", που χρονολογείται είτε στον 4ο και 5ο είτε στον 11ο και 12ο αιώνα, αποτελείται από 2.610 12σύλλαβους, συρραφή στίχων από αρχαίες τραγωδίες και εκκλησιαστικά κείμενα, τεχνική που ονομάζεται «κέντων».
           Τα «δραματικά» κείμενα είναι γραμμένα σε διαλογική μορφή. Στον Παλατίνο Κώδικα 367 του Βατικανού σώζονται <<Τα Πάθη>>, πιθανόν από την Κύπρο, γραμμένα μεταξύ του 7ου και 13ου αιώνα.
           Το κείμενο αποτελείται από εννέα δράματα, τα εξής: «Η έγερσις του Λαζάρου», «Η Βαϊοφόρος», «Η Τράπεζα», «Ο Νιπτήρ», «Η προδοσία», «Η άρνησις του Πέτρου», «Η εξουθένωσις τού Ηρώδου», «Η Σταύρωσις» και «Η ψηλάφησις». Στις παραστάσεις αυτές πρέπει να προστεθεί και η «Εις Άδου κάθοδος».
            Όπως μας πληροφορεί το κείμενο του 13ου αιώνας, τα γεγονότα παριστάνονταν όπως περιγράφονται στα Ευαγγέλια, με κατάλληλη σύνδεση των σχετικών κομματιών, στα οποία προσέθεταν χωρία από τα απόκρυφα Ευαγγέλια. Οι ηθοποιοί απέδιδαν το διαλογικό μέρος με προσθήκες και ηθοποιία. Από τις βυζαντινές θρησκευτικές παραστάσεις, την μεγαλύτερη διάδοση είχε εκείνη του Νιπτήρος, που την ζωγράφιζαν στον νάρθηκα των ναών και γινόταν την Μεγάλη Παρασκευή. Η παράσταση αυτή είχε διατηρηθεί ως τελευταία στην Ζάκυνθο και στην Μάδυτο και παλαιότερα στην Καππαδοκία. Σήμερα γίνεται ακόμη στο Ιερό νησί της Πάτμου και στα Ιεροσόλυμα. Στην Πάτμο, ο ηγούμενος πλένει τα πόδια δώδεκα μοναχών και στα Ιεροσόλυμα ο πατριάρχης τα πόδια δώδεκα αρχιμανδριτών.
           Η ορθόδοξη λατρεία και λειτουργία υιοθέτησε και πρόσθεσε στοιχεία θεατρικότητας. Η αποκαθήλωση, ο επιτάφιος, η ανάσταση, αλλά και ο γαμήλιος κυκλικός "χορός του Ησαΐα" θεωρήθηκαν θεατρογενή λειτουργικά δρώμενα. Ο Μιχ. Α' ο Κηρουλάριος, πατριάρχης από το 1043, αναπαριστούσε στην Αγιά Σοφιά με ηθοποιούς, την γέννηση και την βάπτιση του Χριστού, δίνοντας λαβή για σχόλια επικριτικά εις βάρος του. Η αναπαράσταση του μαρτυρίου των "Τριών παίδων εν καμίνω", ήταν ένα ένα δρώμενο που τελούνταν κατά την προ της γεννήσεως του Χριστού εβδομάδα στην Αγιά Σοφιά. Ο επίσκοπος Liutprand που επισκέφθηκε την Κωνσταντινούπολη το 968 αναφέρεται σε σκηνικά παιχνίδια στην Ανάληψη του Προφήτη Ηλία.
            Από διάφορες πηγές ιδίως από χρονογράφους, πλρηφορούμαστε ότι η τελετή του Νιπτήρος γινόταν και στα ανάκτορα, και μάλιστα στον βασιλικό θάλαμο, όπου ο αυτοκράτωρ έπλενε τα πόδια δώδεκα πτωχών, ενώ απαγγελλόταν από το Ευαγγέλιο η περικοπή «Και ήρξατο νίπτειν τους πόδας των μαθητών». Μετά την τελετή, ο αυτοκράτωρ έδινε στους πτωχούς νομίσματα σε ανάμνηση των τριάκοντα αργυρίων, αμοιβή που πήρε για την προδοσία ο Ιούδας. Η λεπτομέρεια αυτή έχει ως σήμερα διατηρηθεί στην τελετή της Πάτμου.
           Από τα λειτουργικά δρώμενα της βυζαντινής εποχής, δύο εξακολουθούν να επιβιώνουν στη σημερινή εποχή : το πρώτο είναι το "Άρατε πύλας - η εις Άδου κάθοδος "και δεύτερο ο "Νιπτήρ" που αναφέρεται στη νίψη των ποδιών των μαθητών από τον Ιησού κατά τον Μυστικό Δείπνο και τελείται ακόμα στην Πάτμο, το Άγιο Όρος, τα Ιεροσόλυμα και αλλού.
            Με την πάροδο του χρόνου, το θεατρικό αυτό είδος που ονομάζουμε θρησκευτικό θέατρο, ξεφεύγει περισσότερο από τον κλήρο. Γράφεται σε κατανοητή γλώσσα και ερμηνεύεται από ηθοποιούς και απλούς ανθρώπους. Καθώς θα χαλαρώνει ο ασφυκτικός κλοιός της εκκλησίας, οι συγγραφείς απομακρύνονται με τον καιρό από το θρησκευτικό δράμα και επεξεργάζονται πιο ελεύθερα θέματα. Στην Κρήτη, με την επίδραση των Βενετών και της Αναγέννησης θα αναπτυχθεί το θέατρο, που θα φθάσει στην ακμή του με τον «Ερωτόκριτο» και τα άλλα αριστουργήματα του Κρητικού Θεάτρου…


Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2015

Οι βυζαντινοί καμινοβιγλάτορες

 Οργανωμένα δίκτυα τηλεπικοινωνιών κάλυπταν ολόκληρη τη βυζαντινή επικράτεια
 
 
 

 
 
Οι βυζαντινοί καμινοβιγλάτορες
 
Του Στέλιου Πολυκράτη, ιδρυτή του Τηλεπικοινωνιακού Μουσείου του ΟΤΕ
 
 
          Η μετάδοση των πληροφοριών με τη χρήση σταθμών φρυκτωριών συνεχίστηκε και κατά τους βυζαντινούς χρόνους. Την περίοδο αυτή δεν χρησιμοποιείται πλέον η έκφραση φρυκτωρίες αλλά καμινοβιγλάτορες, λέξη η οποία προέρχεται από την κάμινο (που διατηρούσε άσβηστο το «άγγαρον πυρ») και τη βίγλα (παρατηρητήριο).
         Το 532 μ.Χ. η αυτοκράτειρα Θεοδώρα με τη χρήση φωτεινών σημάτων ειδοποίησε τον στρατηγό Βελισάριο για να καταστείλει τη στάση του Νίκα. Ο Νικηφόρος Φωκάς στο έργο του «Περί Παραδρομής» περιγράφει το ρόλο των καμινοβιγλατόρων και αναφέρει ότι τα κτίσματα αυτά εχρησιμοποιούντο για να ειδοποιούν τον στρατηγό και τον άμαχο πληθυσμό σε περίοδο επικείμενης επί θεσης.
           Όπως αναφέρει ο Γ. Πορετσάνος για τον πύργο του Πυθίου της Θράκης, γνωστή καμινοβίγλα που διατηρείται μέχρι σήμερα, φαίνεται ότι οι καμινοβίγλες ήταν περισσότερο βελτιωμένες κατασκευές σε σχέση με τις φρυκτωρίες.
 
 
 
 
Ωρονόμιο 
 
 
             Τα έτη 829-842 μ.Χ. ο Λέων ο Επίσκοπος Θεσσαλονίκης βελτίωσε το σύστημα αποστολής πληροφοριών των φρυκτωριών με το «Ωρονόμιο», σύστημα συγχρονισμένο με μηχανικά ωρολόγια υποδιαιρεμένα σε αντίστοιχες ώρες και συνδυασμένα με αριθμογραφικό κώδικα των πιο σημαντικών ειδήσεων. Το σύστημα αυτό διατηρήθηκε για πολλά χρόνια και το έτος 1204 οι Σταυροφόροι δημιούργησαν μεγάλο δίκτυο «καμινοβιγλατόρων» από την Κωνσταντιούπολη μέχρι τον Τάραντα της Ιταλίας με ενδιάμεσους σταθμούς στη Θράκη – Θεσσαλονίκη- Δυτική Μακεδονία- Ήπειρο- Κέρκυρα – Οθωνούς .
             Επίσης στη Μικρά Ασία υπήρχαν εννέα σταθμοί που είχαν ανταπόκριση με το παλάτι του Φάρου και ήταν στις βουνοκορφές Λούλου, Αργαίου, Ισάμου, Αιγίλου, Μάμας, Κυρίζου, Μωκίλου, Αγίου Αυξεντίου και Ηλιακού του Φάρου στην Κωνσταντινούπολη.
            Το σύστημα αυτό κάλυπτε απόσταση 670 χμ. και στα δύο άκρα της αλυσίδας των εννέα σταθμών του Λούλου και του Φάρου στην Πόλη που είχαν εγκατασταθεί τα ωρολόγια, τα οποία ήταν συγχρονισμένα και εφοδιασμένα με σήματα τα οποία έδιναν διαφορετικά μηνύματα για την κάθε ώρα του ρολογιού.
            Έτσι , αν π.χ. στο ραντεβού της ένατης πρωινής η φρυκτωρία του Λούρου ύψωνε μία φορά τον πυρσό κα αυτό σήμαινε π.χ. «εχθρός εν όψει» τότε με την ύψωση ενός πυρσού η είδηση διαδοχικά έφτανε μέχρι την Κωνσταντινούπολη.
           Ένα ο πυρσός την ίδια ώρα υψωνόταν δύο φορές αυτό θα σήμαινε π.χ. επίθεση και η είδηση από σταθμό σε σταθμό θα έφτανε στην Πόλη. Και κατ΄ αυτόν τον τρόπο, ανάλογα με το πλήθος ανύψωσης των πυρσών και την ώρα που γινόταν ελαμβάνετο η προσυμφωνηθείσα συμφωνία.
Επίσης και στην Κύπρο από την μυκηναϊκή εποχή υπήρχαν δίκτυα φρυκτωριών για την καθοδήγηση των πλοίων. Σήμερα, τα δίκτυα αυτά διατηρούνται με τις ονομασίες « πύργοι ή κολοσσοί (κουλέδες)» και βρίσκονται στα βυζαντινά , φράγκικα και ενετικά κάστρα της Λάρνακας , Λεμεσού, Αμμοχώστου και σε άλλες κυπριακές πόλεις και είχαν ανταποκρίσεις με τον κεντρικό πύργο της Λευκωσίας.
            Παρόμοια δίκτυα διασώζονται σήμερα και στο Αιγαίο., τα οποία χρησίμευαν και ως φρυκτωρίες και ως καμινοβίγλες κατά του βυζαντινούς χρόνους και επειδή ήταν διάσπαρτα στα παράλια των νησιών ονομάστηκαν «Πύργοι του Αιγαίου». Η δε παρουσία τέτοιων πύργων ήταν πυκνότερη στις Κυκλάδες. Τέτοιους πύργους συναντάμε στη Θάσο, στις Σποράδες, στην Σκόπελο, στη Σκύρο, στην Άνδρο, στην Τήνο, στη Νάξο, στη Κύθνο, στην Αμοργό, στην Αστυπάλαια και στην Αίγινα.
            Ο παλαιότερος όμως πύργος- φάρος είναι η φρυκτωρία του δράκοντα στην Ικαρία που χρονολογείται από τον 5ο αιώνα π.Χ.
            Το πιο αξιοθέατο μνημείο αυτού του είδους που σώζεται μέχρι σήμερα είναι ο κυκλικός πύργος του Αγίου Πέτρου στην Άνδρο. Άλλοι τον χρονολογούν από τους μυκηναϊκούς χρόνους από τη μελέτη της κυκλώπειας βάσης του και άλλοι τον χρονολογούν από τη βυζαντινή περίοδο. Η Alexandra Briton στο βιβλίο της Αndros Island (σελ. 17) γράφει σχετικά: « Δεν γνωρίζουμε για ποιο σκοπό κτίστηκε ο πύργος. Είναι πολύ μακριά από τη θάλασσα για φάρος και πολύ μικρός για να είναι κάστρο. Ίσως χρησίμευε για να στέλνει και να λαμβάνει οπτικά σήματα. Είναι πιο πιθανό να χρησίμευε και ως καταφύγιο από τους πειρατές και για τη διαφύλαξη σιτηρών ή μεταλλευτικών αποθεμάτων.
           Μέχρι το τέλος του 16ου αιώνα, περίοδο και την οποία βελτιώθηκε το τηλεσκόπιο, οι επινοήσεις των αρχαίων Ελλήνων αποτελούσαν τη βάση για τη μεταβίβαση κάθε πληροφορίας συμβάλλοντας τα μέγιστα στην εξέλιξη των τηλεπικοινωνιών.


Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2015

Ο χρονογράφος Ιωάννης Σκυλίτζης

 
Ο χρονογράφος Ιωάννης Σκυλίτζης
 
Του Α. Μαρκόπουλου, καθηγητή της Βυζαντινής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
 
 
 
Ο Βασίλειος και ο γιος του Λέων ΣΤ' στο Χρονικό του Σκυλίτζη.
 
 
 
                Αν και το κείμενο που μας κληροδότησε ο Ιωάννης Σκυλίτζης, γνωστό με την επωνυμία «Σύνοψις Ιστοριών»,  συγκαταλέγεται ανάμεσα στα πιο ενδιαφέροντα ιστοριογραφικά έργα της βυζαντινής γραμματείας, για τον ίδιο το συγγραφέα, παρ΄όλες τις προσπάθειες των ερευνητών, λίγα πράγματα είναι γνωστά. Όπως συνάγεται πάντως από το προοίμιο της χρονογραφίας, ήταν σύγχρονος  αλλ΄ οπωσδήποτε νεότερος του υπάτου των φιλοσόφων Μιχαήλ Ψελλού. Η γέννησή του μπορεί να τοποθετηθεί με σχετική ασφάλεια λίγο μετά το 1040.
           Ο Σκυλίτζης σταδιοδρόμησε στα ανάκτορα της Πόλης, όπου κατέλαβε διαδοχικά τα αξιώματα του  πρωτοβέστη, μάγιστρου, προέδρου της συγκλήτου και επάρχου της πόλης, ενώ από τον τίτλο  του έργου του συνάγεται ότι στον κολοφώνα της σταδιοδρομίας του ονομάστηκε κουροπαλάτης ( από τους κορυφαίους αξιωματούχους στην ιεραρχία του Παλατιού) και μέγας δρουγγάριους της βίγλας (προεδρεύει του αυτοκρατορικού δικαστηρίου). Τα στοιχεία αυτά μας οδηγούν  στην ταύτισή του με τον γνωστό νομομαθή Ιωάννης Θρακήσιο  (από το ομώνυμο θέμα) που κατείχε τα ίδια αξιώματα όταν παρέδωσε το 1092 υπόμνησιν διά το δίκαιον του γάμου του αυτοκράτορα Αλέξιου Α΄ Κομνηνού (1081-1118). Η ταύτιση αυτή ενισχύεται και από τη μαρτυρία ενός λίγου μεταγενέστερου  χρονογράφου , ο οποίος γνώριζε το κείμενο του Σκυλίτζη τόσο καλά ώστε να το αντιγράψει σχεδόν κατά λέξη, του Γεώργιου Κεδρηνού, που τον αποκαλεί Ιωάννη Θρακήσιο. Το έτος θανάτου του  είναι παντελώς άγνωστο, αλλά θα πρέπει να τοποθετηθεί κατά την πρώτη δεκαετία του  12ου  αιώνα, οπωσδήποτε όμως πριν από το 1143,  όποτε είναι γραμμένο το παλαιότερο χειρόγραφο  που μας παραδίδει ολόκληρη τη χρονογραφία του ο κώδικας Vindobonensis hist. gr. 35.
 
 
 
 
                                                                         811-1057
            H Σύνοψις Ιστοριών, η σύνθεση της οποίας τοποθετείται μάλλον μετά το 1070, καλύπτει μια εκτεταμένη χρονική περίοδο που αρχίζει το έτος 811 και λήγει το 1057.  Ας σημειωθεί εξαρχής ότι η έκταση που καταλαμβάνει το έργο δημιουργεί νεωτερισμό ήπιας μορφής, αν αναλογιστούμε  ότι οι χρονογράφοι αρχίζουν κατά κανόνα την αφήγησή τους από τη Δημιουργία του κόσμου ή τον Αδάμ για να φτάσουν διαδοχικά ως την εποχή τους. Ο Σκυλίτζης προτίμησε να ακολουθήσει μία διαφορετική από την πεπατημένη οδό, επιλέγοντας το έτος 811 ως αρχή του κειμένου του για ένα πολύ συγκεκριμένο λόγο: το έτος αυτό διακόπτεται η χρονογραφία του Θεοφάνη, του σημαντικότερου ίσως χρονογράφου που ανέδειξε το Βυζάντιο. Ο Σκυλίτζης έτρεφε μεγάλο σεβασμό όσο και εκτίμηση   για την ιστορική σύνθεση του Θεοφάνη και αποφάσισε  να τη συνεχίσει παρά να γράψει μια ακόμη τυπική χρονογραφία ανάμεσα στις τόσες άλλες που κυκλοφορούσαν κατά τον 11ο αιώνα.
          Στο προοίμιο της Σύνοψης, το οποίο κατέχει ιδιαίτερη θέση ανάμεσα στα προοίμια των βυζαντινών ιστορικών, προβαίνει σε μια αξιολογική κατάταξη προγενέστερων  όπως και συγχρόνων του ιστορικών. Στην κορυφή των προτιμήσεων του βρίσκεται, εκτός από τον Θεοφάνη,  ο μέντορας του τελευταίου, επίσης χρονογράφος Γεώργιος Σύγκελλος. Και στους δύο επιδαψιλεύει επαίνους. Αντίθετα, είναι καυστικός για τον Ψελλό, στον οποίο καταλογίζει έλλειψη ακρίβειας, ότι παραλείπει πολλά, και ότι το έργο του δεν αποτελεί παρά  απαρίθμηση των εκάστοτε βασιλέων.  Στη συνέχεια μνημονεύει δέκα ακόμη ιστορικούς του Βυζαντίου, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγονται ο Θεόδωρος Δαφνοπότης, ο Ιωσήφ Γενέσιος, ο Νικήτας Παφλαγών, και ο Ασιανός Λέων, οι οποίοι , σύμφωνα με την κρίση του, ήταν ευεπίφοροι σε επιρροές και δεν κατάφεραν  να συνθέσουν κείμενα άξια λόγου. Στο τέλος του προλόγου ο Σκυλίτζης  τονίζει  ότι θέλει να γράψει ένα ευσύνοπτο και ανάλαφρο έργο, αξιοποιώντας  προφορικά στοιχεία, παλιά ιστοριογραφικά έργα και αποφεύγοντας υποκειμενικές κρίσεις.
 
 
Ο Μιχαήλ Γ' στέφει συναυτοκράτορά του τον Βασίλειο. Μικρογραφία από το χρονικό του Σκυλίτζη
 
                                                    
                                                          Aδυναμίες –Αρετές


           Ο αναγνώστης του Σκυλίτζη θα ανέμενε ίσως, μετά την αυστηρότητα όσο και τις εξαγγελίες που περιέχονται στο προοίμιο, ότι η χρονογραφία θα ήταν, στο μέτρο του δυνατού, απαλλαγμένη από αδυναμίες και θα διακρινόταν για το υψηλό του ύφους της, την αφηγηματικότητα της όσο και τη μεγάλη ακρίβεια στην εξιστόρηση  των επιμέρους γεγονότων. Οι ιδιότητες αυτές δεν προσιδιάζουν στη Σύνοψη Ιστοριών. Ο συγγραφέας, που αφηγείται τα συμβάντα κατά βασιλείες αλλά χωρίς τη βιογραφική «προοπτική» που ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη τότε,  είναι δέσμιος των πηγών του, τις οποίες συχνά αναπαράγει χωρίς τον δέοντα κριτικό προβληματισμό, με αποτέλεσμα μα εμφανίζονται αλληλοσυγκρουόμενα συμπεράσματα, όπως λ.χ. παρατηρείται με τον αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά για τη βασιλεία του οποίου ο ΣΚυλίτζης χρησιμοποίησε άκριτα τόσο τον Λέοντα τον Διάκονο όσο και κάποιο άγνωστο μας κείμενο, γραμμένο με εχθρική διάθεση προς τον αυτοκράτορα. Η εξάρτηση από τις πηγές  δημιουργεί και αφηγηματικές ανισότητες, καθώς άλλοτε ο συγγραφέας είναι λεπτομερειακός και άλλοτε εστιάζει το ενδιαφέρον του σε εντελώς δευτερεύουσες επιμέρους αφηγήσεις , οι οποίες απομακρύνονται πολύ από τα έως τότε κρατούντα της Σύνοψης, χωρίς ποτέ να εξηγεί τους λόγους αυτής της αλλαγής.
          Θα ήταν ωστόσο άδικο, από την άλλη πλευρά, αν παραβλέπαμε τη μεγάλη προσπάθεια του συγγραφέα να δώσει σφαιρική ολοκληρωμένη και προπάντων ισορροπημένη εικόνα των γεγονότων τα οποία αφηγείται. Οι πληροφορίες που προσφέρει για την τελευταία φάση της εικονομαχίας (815-843), τη δυναστεία του Αμορίου ( 820-867) όπως και την περιώνυμη μακεδονική δυναστεία (867-1056) είναι πολύτιμες, καθώς συχνά προέρχονται από κείμενα που δεν έφτασαν ως τις μέρες μας,  ενώ όχι σπάνια διανθίζονται με ενδιαφέρουσες κρίσεις για πρόσωπα και πράγματα. Επιπλέον, είναι σαφές ότι  ως ιστορικός, έχει προβεί σε επιλογές, καθώς διάκειται φιλικά προς τους Μακεδόνες, ιδιαίτερα τον Βασίλειο τον Α΄, ιδρυτή της δυναστείας, ενώ δεν βρίσκει να πει κανένα καλό λόγο για τους προγενέστερους, αμοριανούς, αυτοκράτορες. Είναι όμως πιθανό η θέση αυτή να οφείλεται σε συγκεκριμένες, καθαρά φιλομακεδονικές πηγές, από τις οποίες άντλησε υλικό για το έργο του και όχι σε άλλη, βαθύτερη αιτία.
        Θα λέγαμε συμπερασματικά, ότι η χρονογραφία  του Σκυλίτζη, αξιοπρόσεκτη χωρίς καμιά αμφιβολία και εν πολλοίς σεβαστή ως σύνθεση, δεν διαθέτει,  παρά τις φιλόδοξες προθέσεις του συγγραφέα της, συγκεκριμένη ιστορική κοσμοθεωρία. Έτσι, σύγκριση της Σύνοψης με τη Χρονογραφία   του Ψελλού ή την Αλεξιάδα της Άννας Κομνηνής, για να χρησιμοποιήσουμε παραδείγματα της εποχής του Σκυλίτζη, αποβαίνει  σε βάρος της πρώτης. Από την άλλη πλευρά, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το εκτενές αυτό κείμενο προσφέρει στον αναγνώστη. Διαβάζεται με εξαιρετικό ενδιαφέρον και σκιαγραφεί ικανοποιητικά μια μεγάλη χρονική περίοδο. Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο εγκώμιο για ένα δικαστή, όπως ήταν ο Σκυλίτζης, που αποφάσισε να επιδοθεί στη  ιστορική συγγραφή.