Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2015

Ο βραχώδης Ναός των Αγίων Θεοδώρων στον Έβρο




 
 
 
 
 





















Ο βραχώδης Ναός των Αγίων Θεοδώρων στην Αλεξανδρούπολη

ANAΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ "ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟ ΒΗΜΑ" http://www.agioritikovima.gr/
             Μερικά χιλιόμετρα Β.Δ. του Άβαντα, σχεδόν δίπλα στη σιδηροδρομική γραμμή Αλεξανδρουπόλεως – Κομοτηνής και πριν από τα ορυχεία της Κίρκης, υπάρχει ένα σπήλαιο, μέσα στο οποίο διαμορφώνεται ένα παλαιό ασκητήριο με τοιχογραφίες.
           Το σπήλαιο αυτό βρίσκεται στον δρόμο που ακολουθούσαν οι πεζοί ταξιδιώτες κατά τη βυζαντινή και τη οθωμανική περίοδο κατευθυνόμενοι από το Δέλτα του Έβρου προς την Γρατιανούπολη και τα Κουμουτζηνά (Κομοτηνή) και μερικά  χιλιόμετρα μετά από τα γνωστά βυζαντινά φρούρια του Ποταμού και του Άβαντα. Το σπήλαιο αυτό είναι γνωστό στους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής ως ο βραχώδης Ναός των Αγίων Θεοδώρων.
Η ακριβής θέση του Ναού είναι στη περιοχή Ζωναίου όρους, στη κοιλάδα του ποταμού «Ειρήνης ρέμα» που βρίσκεται κοντά και στα Ανατολικά της Αλεξανδρούπολης και κινείται με κατεύθυνση B.Δ. – Ν.Α. για να εκβάλλει στο Θρακικό Πέλαγος (στη περιοχή Μαϊστρου). Στη σχηματιζόμενη από τον ποταμό Ειρήνης κοιλάδα περνά και η σιδηροδρομική γραμμή, σχεδόν δίπλα από το ποτάμι και κάτω από το σπήλαιο και ένθεν και ένθεν βρίσκονται πολλά άλλα σπήλαια! Σε ένα από αυτά τα σπήλαια είναι και το παρεκκλήσι των Αγίων Θεοδώρων με τοιχογραφίες που χρονολογούνται από τον 11ο και 13ο αιώνα. Το σπήλαιο των Αγίων Θεοδώρων είναι διαμορφωμένο σε ναΐδριο με την προσθήκη χτιστού τέμπλου και με την τοιχογράφηση των επιφανειών του βράχου, θυμίζοντας τις σπηλαιώδεις εκκλησίες της Καππαδοκίας.
Oι τοίχοι και το εικονοστάσιο είναι πλούσια διακοσμημένοι με βυζαντινές τοιχογραφίες που πρέπει να έχουν γίνει σε δύο φάσεις. Η πρώτη χρονολογείται στα τέλη του 11ου αιώνα και ανήκει στη λεγόμενη «μοναστική»τεχνοτροπία, η δεύτερη στη στροφή του 12ου με τον 13ο αιώνα και διακρίνεται από τα χαρακτηριστικά της λεγόμενης «μεταβατικής εποχής». Η τέχνη τους αντανακλά τη μεγάλη παράδοση των αγιογραφιών της Κωνσταντινούπολης.
Από την είσοδο στο σπήλαιο ένας διάδρομος οδηγεί σε μία αίθουσα, όπου ένα κτιστό τέμπλο διαμορφώνει το Βήμα. Η ιστόρηση καλύπτει μέρος από τις επιφάνειες του διαδρόμου, της αίθουσας, ολόκληρο το τέμπλο και τις πλευρές του ιερού. Διακρίνονται, όπως προαναφέραμε, δύο στρώματα τοιχογραφιών, (11ου και 13ου αιώνα), ενώ δεν αποκλείεται να υπήρχε και ένα τρίτο στρώμα. Δεν ιστορήθηκε ποτέ ολόκληρο το ασκητήριο. Εικονογραφικό πρόγραμμα εντοπίζεται μόνον στο Ιερό και στο τέμπλο, αλλά ό,τι σώζεται επιτρέπει να υποθέσουμε πως το ασκητήριο ήταν αρχικά αφιερωμένο στην Παναγία.
Στο παλαιότερο στρώμα ανήκουν ένας Αρχάγγελος (νότια πλευρά του διαδρόμου), η Κοίμηση της Θεοτόκου (νότια πλευρά του σπηλαίου), υπολείμματα παραστάσεων δύο Αγίων (βόρεια κόγχη του τέμπλου) και ελάχιστα λείψανα(συντομογραφία ΜΡ ΘΥ και ίχνη φωτοστεφάνου) από παράσταση της Παναγίας (στη νότια πλευρά του σπηλαίου). Στο νεότερο στρώμα ανήκουν οι περισσότερες παραστάσεις, ένα χέρι από αδιάγνωστη μορφή ή παράσταση (στη νότια πλευρά του σπηλαίου), αι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος (στη νότια πλευρά του σπηλαίου, στα δυτικά του αρχαγγέλου του πρώτου στρώματος) και λείψανα παραστάσεως αγνώστου αγίου (στη νότια πλευρά του σπηλαίου, ανατολικώς της παραστάσεως της Κοιμήσεως).
Στο Ιερό σώζονται στην κόγχη η δεόμενη Θεοτόκος με τον Χριστό σε μετάλλιο στον τύπο της Βλαχερνίτισσας, στο βόρειο τμήμα του ανατολικού τοίχου ένας άγγελος και στον βόρειο τοίχο, χαμηλά, μία μορφή αδιαγνώστου αγίου. Στη βόρεια πλευρά του σπηλαίου η ιστόρηση οργανώνεται σε δύο ζώνες, από τις οποίες η κάτω περιλαμβάνει μεμονωμένους Αγίους και η πάνω συνθέσεις και έναν Άγιο. Στην κάτω ζώνη παριστάνονται ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος ολόσωμος, λείψανα από ζεύγος ολόσωμων ιεραρχών σε ορθογώνιο πλαίσιο(στον έναν αναγνωρίζεται ο Μέγας Βασίλειος), σε κόγχη υπολείμματα από παράσταση αδιάγνωστης Αγίας (ίσως της Αγίας Παρασκευής) και ο Αγιος Δανιήλ ο Στυλίτης επί κίονος.
Στη πάνω ζώνη σώζονται ο Άγιος Προκόπιος σε εγκόλπιο, ο Ασπασμός (συνάντηση Παναγίας και Ελισάβετ), η παράσταση «Μήτηρ Θεού η Επίσκεψις» (ένθρονη, βρεφοκρατούσα Παναγία με σεβίζοντες αρχαγγέλους). Στο κτιστό τέμπλο παριστάνονται σε κόγχες η Παναγία αριστεροκρατούσα (βόρεια κόγχη)και αδιάγνωστη μορφή (νότια κόγχη), Παναγία Βρεφοκρατούσα δίπλα στη νότια κόγχη,ο Ευαγγελισμός (εκατέρωθεν της Ωραίας Πύλης) και τέλος η Μεγάλη Δέηση(Απόστολοι, τρίμορφο – ο Χριστός Φωτοδότης-, Αρχάγγελοι Ουρουήλ και Ραφαήλ).
Από τις παραστάσεις του ασκητηρίου ξεχωρίζουν για τη υψηλή ποιότητά τους η μεγαλοπρεπής και μνημειακή παράσταση «Θεοτόκος Επίσκεψις» και η επίσης μνημειακή Δέηση. Στο ζωγράφο που φιλοτέχνησε τις δύο αυτές παραστάσεις αναγνωρίζονται η απόλυτη κυριαρχία της υστεροκομνήνειας τέχνης και η γνώση των τάσεων των αρχών του 13ου αιώνος. Είναι βέβαιο ότι γνωρίζει καλά την τέχνη της Κωνσταντινουπόλεως, αν δεν προέρχεται από αυτήν. Το ασκητήριο σήμερα τιμάται επ’ ονόματι των Αγίων Θεοδώρων.
Οι Άγιοι Θεόδωροι, ως τοποθεσία ήταν γνωστή στους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής, όμως η εκκλησία εντός του σπηλαίου, όπως αναφέρουν παλαιοί κάτοικοι της περιοχής, ανακαλύφθηκε σχετικά πρόσφατα, λίγο μετά τον πόλεμο, κατά λάθος από έναν κυνηγό. Μάλιστα στη περιοχή αυτή πραγματοποιούντο οι ημερήσιες εκδρομές των σχολείων της Αλεξανδρούπολης, όπου το τρένο σταματούσε ακριβώς κάτω από το σπήλαιο με τον Ναό. Επίσης λέγεται, πως επί Τουρκοκρατίας χρησιμοποιήθηκε ο βραχώδης αυτός Ναός ως κρυφό σχολείο. Μάλιστα πολλοί ντόπιοι λένε πως σε αυτά τα μέρη μαρτύρησαν οι συγκεκριμένοι Άγιοι Θεόδωροι στους οποίους είναι αφιερωμένος ο Ναός και οι οποίοι δεν είναι οι ίδιοι που εορτάζουν το πρώτο Σάββατο μετά την Καθαρά Δευτέρα.
Από το εορτολόγιο της Εκκλησίας μας προκύπτει ότι Άγιους,Όσιους και Οσιομάρτυρες με το όνομα Θεόδωρος εορτάζουμε αρκετούς σε διάφορα μέρη της Ελλάδος καθώς ήταν συνηθισμένο όνομα. Στη περιοχή δε αυτή ο Βραχώδης ναός πανηγυρίζει τον μήνα Μάιο. Μετά την κατοχή η περιοχή αυτή χρησιμοποιείται από τους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής για να εκδράμουν την Καθαρή δευτέρα και την Πρωτομαγιά. Ποιος από τους παλαιότερους αυτής της πόλης δεν έχει κάνει εκεί Πρωτομαγιά, δεν έχει περπατήσει μέσα στα νερά του ποταμού Ειρήνης, δεν έχει κάνει εξερεύνηση στους βράχους και τις σπηλιές της περιοχής ή δεν έχει πάει ημερήσια εκδρομή σιδηροδρομικά με το σχολείο του εκεί;
Σήμερα, εκτός από τον δρόμο που ξεκινά κάτω από τους Πύργους του Άβαντα, υπάρχει και δεύτερος δασικός δρόμος, από το χωριό Ιάνα, (Βόρεια της πόλης) και στρίβοντας αριστερά από την Εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, μέσω του Δασικού χώρου αναψυχής, ο οποίος συναντά τον πρώτο δρόμο του Πόταμου στο σημείο διασταύρωσής του με το ρέμα Ειρήνης.












 
                                     Η ΣΠΗΛΙΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥΣ
 
 
             Mε σημάδι τους δύο βυζαντινούς πύργους  κοντά στον Άβαντα, εγκατέλειψα τον ασφάλτινο δρόμο και χάθηκα στο μικρό φαράγγι. Έχοντας κατά νου το σημείο που οι ντόπιοι μου είχαν υποδείξει, άφησα το αυτοκίνητο στη μέση του πουθενά και ακολούθησα το ευδιάκριτο  μονοπάτι. Την ανηφορική πεζοπορία διαδέχτηκε το κυριολεκτικό σκαρφάλωμα στις απότομες πλαγιές. Σε μια βραχογέννητη απόκοσμη γωνιά, που λες και η φύση από καπρίτσιο ξέσπασε την απειλητική της διάθεση, το ξωκλήσι των Αγίων Θεοδώρων, χωμένο στο βάθος σκοτεινής εσοχής, μου επιφύλασσε μια απροσδόκητη έκπληξη.
             Νιώθοντας σαν «εισβολέας» στον άβατο αυτόν και σκοτεινό κόσμο, μπήκα στη δυσπρόσιτη σπηλιά με δέος και ταραχή. Σήκωσα το φακό μου αποφασιστικά και έριξα φως στα πέτρινα  μαυρισμένα τοιχώματα τριγύρω. Θαυμάσιες τοιχογραφίες του 12ου αιώνα αποκαλύφθηκαν στο λιγοστό φως. Αριστουργήματα της αγιογραφίας, άλλες από αυτές κατεστραμμένες από το πέρασμα του χρόνου, άλλες από χέρια βέβηλων και αρχαιοκαπήλων, μου  αποκάλυψαν το λιτό και γεμάτο μυστήριο τούτο εσωτερικό διάκοσμο.
             Έργα τέχνης, αφημένα στη  φθορά του χρόνου και των ανθρώπων, στη λησμονιά της υγρής και σκοτεινής  τους κατοικίας, μετατρέπουν το ξωκλήσι  των Αγίων Θεοδώρων σε τόπο προσκυνήματος.
                         
 
 
                                       Ζερμαίν Αλεξάκη
                        Περιοδικό «ΓΕΩ», εφημ. Ελευθεροτυπία

Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2015

Η άλωση της Θεσσαλονίκης από τους Άραβες (904)


                H Θεσσαλονίκη ήταν  η σημαντικότερη -ιδιαίτερα στα υστεροβυζαντινά χρόνια-  πόλη της αυτοκρατορίας, η συμβασιλεύουσα, από εδώ προέκυψε και το σημερινό <<συμπρωτεύουσα>>, η "μετά την μεγάλην παρά Ρωμαίων πρώτην πόλιν", ο "οφθαλμός της Ευρώπης και κατεξοχήν της Ελλάδος''.

               Η επιφανής θέση της Θεσσαλονίκης από την ίδρυσή της σχεδόν, φτάνει στο κορύφωμα της αίγλης της κατά τη βυζαντινή περίοδο. Πρωτεύουσα του Ιλλυρικού Θέματος και σταθμός καίριος της Εγνατίας, της αρτηρίας που συνέδεε τις δύο αυτοκρατορικές πρωτεύουσες, την Κωνσταντινούπολη και τη Νέα Ρώμη με την Παλαιά εξηγεί τη στρατηγική της θέση και τις πολυπληθείς πτυχές τής βυζαντινής ιστορίας τής πόλης αυτής.

               Διαχρονικά αποτέλεσε διακαή πόθο όλων των εχθρών της αυτοκρατορίας και γνώρισε τρεις αλώσεις. H πρώτη από τους Άραβες το 904, η δεύτερη από τους Νορμανδούς το 1185 και η  τρίτη από τους Τούρκους το 1430



Απεικόνιση της λεηλασίας της Θεσσαλονίκης από τον αραβικό στόλο το 904 από το χρονικό του Ιωάννη Σκυλίτζη


Η άλωση της Θεσσαλονίκης από τους Άραβες
 904 μ.Χ.


του Θάνου Δασκαλοθανάση 

               Η Θεσσαλονίκη οχυρώθηκε με θαλάσσια τείχη, για να αντιμετωπίσει τις επιδρομές των βαρβάρων. Η πόλη ήταν εκτεθειμένη σε βαρβαρικές επιθέσεις από το Βορρά αλλά και σε επιδρομές από τη θάλασσα.Από το 395 ως το 695, δοκιμάσθηκε σκληρά από συχνές  σλαβικές επιδρομές διεξάγοντας σκληρούς αγώνες. Ωστόσο με επίκεντρο τη Θεσσαλονίκη θα ξεκινήσει ο εκχριστιανισμός των Σλάβων και η μετάδοση του Βυζαντινού πολιτισμού.
  
              Το 904 η Θεσσαλονίκη, δέχθηκε φοβερή επιδρομή Σαρακηνών Αράβων, πειρατών της Δύσης. Με αρχηγό τον εξισλαμισθέντα Λέοντα τον Τριπολίτη, ξεκίνησαν από την Κρήτη, εισχώρησαν στα Δαρδανέλια κι έφτασαν να απειλούν την Κωνσταντινούπολη, στη συνέχεια όμως άφησαν το Μαρμαρά, στράφηκαν προς τη Δύση και τελικά πολιόρκησαν και κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη. 

                 «Τα ξημερώματα της Κυριακής στις είκοσι εννέα Ιουλίου του έτους 6412 (η χρονολόγηση είναι από κτίσεως κόσμου, δηλαδή το 904) έφθασε κάποιος λέγοντας ότι τα πλοία των βαρβάρων πλησίασαν κάπου κοντά στον αυχένα του Εκβόλου που αναφέραμε. Καθώς λοιπόν η φήμη διαδόθηκε αμέσως σ’ ολόκληρη την πόλη, ξεσηκώθηκε παντού θόρυβος και σύγχυση και ταραχή, επειδή ο καθένας έλεγε και σκεφτόταν κι από κάτι διαφορετικό για το γεγονός και όλοι οπλίζονταν όπως μπορούσαν και έτρεχαν στο τείχος.  Δεν είχαν σκορπιστεί ακόμα στις επάλξεις του τείχους και να! φάνηκαν και τα πλοία των βαρβάρων από τη μύτη που είπαμε, έχοντας ανοιγμένα τα πανιά τους».
         
              Ο λαός της πόλης, αφημένος στην τύχη του ξεφώνιζε και σπρωχνόταν, μη μπορώντας να σωθεί και να ξεφύγει από τη συμφορά.
        
              «Μπορούσες τότε να δεις τους ανθρώπους να περιφέρονται σαν ακυβέρνητα πλοία εδώ κι εκεί, ελεεινό θέαμα, άνδρες, γυναίκες, νήπια».
           
              Τα δραματικά γεγονότα της πρώτης αυτής άλωσης αφηγήθηκε ο Ιωάννης Καμινιάτης, ιερέας, γόνος εύπορης οικογένειας, ένας από εκείνους που υπηρετούσαν στο αυτοκρατορικό παλάτι της Θεσσαλονίκης. Η αφήγηση του Ιωάννη Καμινιάτη έχει τη μορφή επιστολής (μακροσκελής 100 σελίδων) προς κάποιον Γρηγόριο Καππαδόκη, στον οποίο χαρακτηριστικά υπενθυμίζει διαρκώς ότι έχει πληρώσει τα λύτρα και περιμένει να απελευθερωθεί με την πρώτη ευκαιρία ανταλλαγής αιχμαλώτων.
                 Η πόλη ήταν σχετικά απροετοίμαστη, τα θαλάσσια τείχη ήταν χαμηλά και όχι σε καλή κατάσταση και αυτό προκαλούσε φόβο στον πληθυσμό της πόλης.
           Για να οργανώσει την άμυνα της πόλης φτάνει από την Κωνσταντινούπολη ο Πρωτοσπαθάριος Πετρωνάς.

               «...ο Νικήτας που ήδη αναφέραμε, ο απεσταλμένος του βασιλιά, γύριζε όλο το τείχος δίνοντας θάρρος στο λαό·  λέγοντας «άνδρες Θεσσαλονικείς, πριν από το γεγονός αυτό είχα διαφορετική γνώμη για σας και δε σας θεωρούσα τόσο γενναίους και τολμηρούς για τις πολεμικές επιχειρήσεις, επειδή δε δοκιμάσατε ούτε και αντιμετωπίσατε παλαιότερα κάτι παρόμοιο. Τώρα όμως η κορύφωση των γεγονότων μου επέτρεψε να τρέφω για σας τις καλύτερες προσδοκίες. Γιατί βλέπω ότι όλοι έχετε σώματα γεμάτα σφρίγος και ψυχές γεμάτες θάρρος και είστε όλοι σας έτοιμοι γι’ αυτά που μας περιμένουν, εμπαίζετε τους αντιπάλους και ανατρέπετε με γενναιότητα τα σχέδιά τους. Και δεν κάνετε τίποτα που να μην είναι σωστό. Πολεμάτε λοιπόν για σας τους ίδιους που είστε άντρες ξεχωριστοί και στην όψη και στα ψυχικά σας προτερήματα, και για την υπόλοιπη πόλη που τίποτε δεν τη συναγωνίζεται σε λαμπρότητα... ».
 
               Καταστρώνει ένα έξυπνο σχέδιο για να δυσκολέψει την προσέγγιση των εχθρικών πλοίων στο λιμάνι της πόλης. Συγκεντρώνει πέτρες και ό,τι άλλο βρίσκει και αρχίζει να τις ρίχνει στη θάλασσα για να γίνει αβαθής και να δυσκολέψει έτσι την αραβική επίθεση. Δυστυχώς ο τρόπος αυτός άμυνας εγκαταλείφτηκε, όταν αιφνιδιαστικά αντικαταστάθηκε ο Πετρωνάς με άλλον διοικητή τον Λέοντα Χατζιλάκη ή Χατζιλάκιο, που διατάζει την επισκευή και ανύψωση των θαλασσίων τειχών και την κατασκευή ξύλινων πύργων στα πιο αδύναμα σημεία του τείχους, ώστε να γίνονται βολές (πέτρες, βέλη) από τους αμυνόμενους.
                    Συνεχώς φτάνουν πληροφορίες για την επικείμενη επίθεση. Οι εκκλήσεις για βοήθεια είτε από την Πόλη είτε από τις γύρω περιοχές, δεν έχουν αποτέλεσμα. Τα αραβικά πλοία φαίνονται στον Θερμαϊκό το πρωινό της 29ης Ιουλίου 904, επιβεβαιώνοντας τις πληροφορίες…
               Οι Άραβες επιλέγουν να επιτεθούν στο σημείο των θαλάσσιων τειχών που είναι πιο αδύνατο και χαμηλό.Με σκάλες και ξύλα επιχειρούν να ανέβουν στα τείχη, όμως καθώς κολυμπούν για να φθάσουν εκεί, είναι εύκολος στόχος για τους αμυνόμενους τοξότες.
     
           Την επόμενη μέρα κάνουν επιθέσεις σε πολλά διαφορετικά σημεία για να αποπροσανατολίσουν και να διασπάσουν την άμυνα της πόλης. Συγχρόνως ρίχνουν βολές με καταπέλτες, για να προκαλέσουν ρήγματα. Η επόμενη κίνησή τους είναι να βάλουν φωτιά στις πύλες του τείχους. Γι΄ αυτό το σχέδιο τους χρησιμοποιούν ως πυρπολικά μικρά αλιευτικά σκάφη, τα οποία τα γεμίζουν με φρύγανα εμποτισμένα με θειάφι και πίσσα ώστε να είναι εύφλεκτα... Προστατευμένοι με τις ασπίδες τους, φτάνουν κοντά στις πύλες και τότε βάζουν φωτιά. Οι υπερασπιστές της πόλης προσπαθούν με δέρματα κλαδιά και νερό να σβήσουν τις φωτιές και συγχρόνως φτιάχνουν μικρά εσωτερικά τείχη, για να μην επεκταθεί η φωτιά.
            Η τελευταία κίνηση των Αράβων, κατά την τρίτη μέρα της πολιορκίας, είναι και η πιο τολμηρή και δύσκολη στην εφαρμογή της. Ενώνουν ανά δυο τα πλοία, το ένα δίπλα στο άλλο. Με σχοινιά και αλυσίδες δένουν τα πλάγια των πλοίων ώστε να μην μπορούν να χωριστούν, ενώ με τα ξάρτια και με σκοινιά υψώνουν τα κατάρτια και στη συνέχεια κρεμούν στον αέρα τα πηδάλια του κάθε πλοίου και κατορθώνουν να υψώσουν με τη βοήθεια σχοινιών τα κουπιά, σε όλο το μήκος του καταστρώματος. Ουσιαστικά θέλουν να φτιάξουν κινούμενες θαλάσσιες μηχανές που θα είναι ψηλότερες από τα τείχη, για να έχουν το επιθετικό πλεονέκτημα.

Πολιορκία πόλης από Άραβες
       «Άναψαν παντού φώτα και τοποθέτησαν τα πλοία τους ανά δύο, το ένα δίπλα στο άλλο, και έδεσαν τις πλευρές του ενός με του άλλου με κάποια γερά παλαμάρια και σιδερένιες αλυσίδες για να μην απομακρύνονται εύκολα· έπειτα σήκωσαν με τα ξάρτια που κρέμονται στον αέρα από την πλώρη τα ξύλα που βρίσκονται στη μέση, αυτά που οι ναυτικοί τα λένε κατάρτια. 
       Ύστερα κρέμασαν πάνω τους, κάπου στη μέση τους, ψηλά με τα σκοινιά που είναι κουλουριασμένα στην πλώρη, τα πηδάλια και των δύο πλοίων, έτσι που το πλατύ μέρος των πηδαλίων να ξεπερνάει στη διάμετρο τα πλοία, και πραγματοποίησαν με τον τρόπο αυτόν ένα παράξενο και αλλόκοτο τέχνασμα. 
       Γιατί όταν, καθώς είπα, κρεμάστηκαν στον αέρα τα πηδάλια, έβαλαν πάνω σ’ αυτά, στηρίζοντας τα, μερικά μακριά ξύλα στη σειρά το ένα δίπλα στο άλλο· και αφού με το διαβολεμένο αυτό σχέδιο δημιούργησαν στον ενδιάμεσο χώρο ένα δάπεδο και έφραξαν καλά τα άκρα από παντού με σανίδες και στερέωσαν τις άκρες των τιμονιών που βρίσκονταν προς το μέρος της πρύμνης με άλλα πιο δυνατά δεσίματα, κατασκεύασαν λοιπόν με το επινόημα μερικούς πύργους πιο χρήσιμους από εκείνους που υπήρχαν στη στεριά πάνω στο τείχος.
       Πάνω σ’ αυτούς ανέβασαν ένοπλους βάρβαρους, όσους ξεχώριζαν για τη δύναμη των σωμάτων τους και τον τολμηρό τους χαρακτήρα, για να επιχειρήσουν εναντίον μας την ύστατη, την τελευταία κακόβουλη ενέργειά τους».

            Κάνοντας πράξη το τολμηρό αυτό εγχείρημα προσεγγίζουν τα χαμηλά και εξασθενημένα τείχη της πόλης, ρίχνοντας από ψηλά βέλη, πέτρες, αλλά και ένα είδος εύφλεκτου εκρηκτικού μίγματος. Οι Θεσσαλονικείς αντικρίζουν με δέος και φόβο αυτήν την κίνηση λόγω της μειονεκτικής θέσης που βρίσκονται τώρα. Η άμυνα εξακολουθεί, ωστόσο όλα δείχνουν ότι είναι θέμα λίγου χρόνου για να καμφθεί η αντίσταση. Πράγματι, η επίθεση στο πιο αδύνατο σημείο του τείχους φέρνει αποτέλεσμα και οι πρώτοι Σαρακηνοί εισβάλλουν σε μια πόλη που έχει αρχίσει να αδειάζει, καθώς οι πολίτες της τρέχουν για να σωθούν… 

        « Ο λαός της πόλης χωρισμένος σε πολλές ομάδες ξεφώνιζε και σπρωχνόταν μη έχοντας πού να σωθεί, πού να ξεφύγει από τη συμφορά. Μπορούσες τότε να δεις τους ανθρώπους να περιφέρονται σαν ακυβέρνητα πλοία εδώ κι εκεί  ελεεινό θέαμα, άνδρες, γυναίκες, νήπια· να πέφτει ο ένας πάνω στον άλλον, να κρέμεται ο ένας από τον άλλον, να δίνει ο ένας στον άλλον τον πιο θλιβερό και τελευταίο ασπασμό. Αν ανάμεσα τους βρισκόταν και κάποιος πατέρας ηλικιωμένος, πέφτοντας στο λαιμό του παιδιού του θρηνούσε γοερά μη αντέχοντας το χωρισμό, αλλά σφίγγοντας το κορμί του γιου του καθώς, προτού να τρυπηθεί από το ξίφος, τον πλήγωνε ο πατρικός του πόνος, θρηνούσε τη μοίρα του…».
           Ήταν το τέλος της πολιορκίας.Αυτό που θα ξεκινούσε, θα ήταν μια μεγάλη καταστροφή, μια σφαγή δίχως όρια, και ο εξανδραποδισμός όσων επέζησαν...


Ιωάννης Καμινιάτης, "Εις την άλωσιν της Θεσσαλονίκης"

                    
            Η μετάφραση που ακολουθεί έχει αντληθεί από το βιβλίο: Ιωάννης Καμινιάτης, Εις την άλωσιν της Θεσσαλονίκης, μετάφραση - εισαγωγή - σχόλια Εύδοξος Τσολάκης, Εκδόσεις Κανάκη, Αθήνα 2000.
Αναδημοσίευση απο τη σελίδα Ελληνικός πολιτισμός  







από το Λέοντα Τριπολίτη, 904 μ.Χ.



Ιωάννης Καμινιάτης, "Εις την άλωσιν της Θεσσαλονίκης"


Η αρχή της πολιορκίας
 Πρώτη ημέρα.


23. […] Τα ξημερώματα της Κυριακής στις είκοσι εννέα Ιουλίου του έτους 6412 (η χρονολόγηση είναι από κτίσεως κόσμου, δηλαδή το 904) έφθασε κάποιος λέγοντας ότι τα πλοία των βαρβάρων πλησίασαν κάπου κοντά στον αυχένα του Εκβόλου που αναφέραμε. Καθώς λοιπόν η φήμη διαδόθηκε αμέσως σ’ ολόκληρη την πόλη, ξεσηκώθηκε παντού θόρυβος και σύγχυση και ταραχή, επειδή ο καθένας έλεγε και σκεφτόταν κι από κάτι διαφορετικό για το γεγονός και όλοι οπλίζονταν όπως μπορούσαν και έτρεχαν στο τείχος. Δεν είχαν σκορπιστεί ακόμα στις επάλξεις του τείχους και να! φάνηκαν και τα πλοία των βαρβάρων από τη μύτη που είπαμε, έχοντας ανοιγμένα τα πανιά τους. Έτυχε μάλιστα από μια σύμπτωση την ώρα εκείνη να φυσάει άνεμος από πίσω τους, ώστε οι περισσότεροι να φαντάζονται ότι τα πλοία δεν έρχονται πάνω στα νερά αλλά ψηλά μέσα από τον αέρα. Ήταν όπως αναφέραμε, Ιούλιος μήνας, όταν περισσότερο από τις άλλες μέρες φυσάει εδώ δια μέσου του κόλπου ο άνεμος, που ξεκινάει από τις κορυφές του Ολύμπου της Ελλάδας και έρχεται στην πόλη από το πρωί ως την ένατη ώρα κάθε καλοκαιρινή ημέρα ανανεώνοντας την ατμόσφαιρά της. Βρίσκοντας λοιπόν εκείνον ως συνεργό οι εχθροί άραξαν κοντά μας την ώρα που άρχιζε η ημέρα. Αρχικά, φθάνοντας κάπου κοντά στο τείχος, κατέβασαν τα πανιά και παρατηρούσαν με προσοχή την πόλη, πόσο μεγάλη να ήταν. Γιατί δεν επιτέθηκαν μόλις αγκυροβόλησαν, αλλά έμειναν για λίγο αδρανείς και για να πάρουν πρώτα μιαν ιδέα για τη δύναμή μας, ποια είναι η ετοιμασία μας για πολεμικές επιχειρήσεις, και για να ετοιμαστούν γι' αυτό και οι ίδιοι. Στο μεταξύ όμως έμειναν καταφοβισμένοι μη μπορώντας να συγκρίνουν εκείνα που έβλεπαν με τίποτε απ’ όσα είχαν γνωρίσει. Γιατί αντίκριζαν μια πόλη που απλωνόταν σε μεγάλη έκταση και που ολόγυρα στο τείχος της είχε παραταχθεί πλήθος κόσμου. Το γεγονός αυτό τους προκάλεσε ακόμη περισσότερη κατάπληξη και δεν άρχισαν αμέσως τη μάχη, με αποτέλεσμα να πάρουμε κι εμείς λίγο θάρρος και στο διάστημα της απραξίας αυτής να πάει η ψυχή μας στον τόπο της.

24. Καθώς λοιπόν εμείς βρισκόμαστε σ’ αυτήν την κατάσταση, ο αρχηγός του βαρβαρικού στρατού αποφάσισε να περάσει μπροστά από όλο το τείχος, όσο βρέχεται από τη θάλασσα Ήταν ένας απαίσιος και παμπόνηρος άνθρωπος που οι πράξεις του ταίριαζαν με το όνομά του, που ήταν όνομα θηρίου, και δεν ήταν καλύτερος από εκείνο στην αγριάδα των τρόπων του και στην αχαλίνωτη ορμή του. Τον γνώρισες οπωσδήποτε κι ο ίδιος από τη φήμη του που έκανε περιβόητη την κακία του. Ποτέ ως τώρα κάποιος από αυτούς που ακούγονται ως ασεβείς δεν έχει φθάσει σε τέτοια μανία, ώστε να μην χορταίνει να βλέπει να χύνεται ανθρώπινο αίμα και να μην ζητάει τίποτε άλλο από τον φόνο των χριστιανών. Γιατί αν και υπήρξε κάποτε κι ο ίδιος χριστιανός και είχε αναγεννηθεί με το σωτήριο βάπτισμα και είχε διδαχτεί τα σχετικά με τη θρησκεία μας, όταν πιάστηκε από τούς βαρβάρους αντάλλαξε την ευλαβική πίστη με την ασέβεια εκείνων και τίποτε άλλο δεν φροντίζει πάντοτε να τους χαρίζει παρά να επιβεβαιώνει το όνομά του με τις πράξεις του και διαπράττοντας έργα ληστή και παραβάτη να περηφανεύεται γι’ αυτά. Αυτός λοιπόν ο ασυγκράτητος και παραβάτης Λέων τριγύριζε με το πλοίο το τείχος από τη θάλασσα, εξετάζοντάς το και μελετώντας με εγκληματική διάθεση από πού να κάνει την έφοδο και να το χτυπήσει. Τα υπόλοιπα πλοία αγκυροβόλησαν σ’ ένα σημείο στο ανατολικό τμήμα της παραλίας και ετοιμάζονταν. Οι κάτοικοι της πόλης μας οπλίζονταν κι αυτοί, μοίραζαν τις επάλξεις και πάσχιζαν να πάρουν θάρρος για τον αγώνα που τους περίμενε. Και ήταν στ’ αλήθεια ένας αγώνας και από τους σημαντικούς αγώνες ο ξακουστός• δεν ήταν αγώνας παλαιστή που θα προκαλούσε τον έπαινο των θεατών για την τακτική με την οποία ένα σώμα αντιστέκεται στον αντίπαλό του, ένας αγώνας που δεν είχε ως έπαθλο κάποια υλικά βραβεία που δίνουν πρόσκαιρη ευχαρίστηση στον νικητή ούτε πάλι η ήττα θα βύθιζε το νικημένο μόνο στην ντροπή, αλλά ή θα αναδείκνυε ως ασύγκριτο βραβείο τη σωτηρία μιας τόσο μεγάλης πόλης ή θα προξενούσε απαρηγόρητο πόνο αν η πόλη αυτή πάθαινε κάτι από όσα την απειλούσαν.

25. Αλλά όταν το θηρίο εκείνο επιθεώρησε ολόκληρο το τείχος και την είσοδο ακόμη του λιμανιού και είδε ότι είναι φραγμένη με μια σιδερένια αλυσίδα και με μερικά βυθισμένα πλοία, αποφάσισε ότι ήταν προτιμότερο να επιτεθεί στο σημείο εκείνο που κατάλαβε ότι δεν θα εμπόδιζαν την έφοδο των πλοίων ούτε οι παγίδες από τούς μονόλιθους που είχαμε ποντίσει από πριν έξω από το τείχος, ούτε ακόμη τα πλοία θα αντιμετώπιζαν κάποια ιδιαίτερη πολεμική ενέργεια από ψηλά, από το τείχος δηλαδή που είχαμε ανυψώσει. Αλλά, αφού σημάδεψε τα μέρη όπου το νερό της θάλασσας βαθαίνοντας χτυπάει στο πιο χαμηλό σημείο του τείχους, γύρισε στους συντρόφους του και ξεκίνησε τις εχθροπραξίες. Αυτοί λοιπόν σκορπίστηκαν γρήγορα με τα πλοία στα μέρη που τους υπέδειξαν, και βγάζοντας μια βαρβαρική και άγρια κραυγή όρμησαν πάνω στο τείχος προχωρώντας με τα κουπιά και χτυπώντας, για να μας πανικοβάλουν, τα δερμάτινα τύμπανα και κατατρομάζοντας εκείνους που βρίσκονταν στις επάλξεις με πολλά άλλα φόβητρα. Όσοι όμως ήταν στο τείχος έβγαλαν απαντώντας μια πιο δυνατή φωνή, επικαλούμενοι το σωτήριο όπλο το σταυρού για βοήθεια εναντίον των εχθρών• φωνή τόσο δυνατή, ώστε ακούγοντας οι βάρβαροι τον πολυάνθρωπο εκείνο και φοβερότερο από κάθε άκουσμα αλαλαγμό να ταραχτούν για μια στιγμή και να μην περιμένουν ότι θα κατορθώσουν κάτι, καθώς υπολόγισαν το πλήθος του λαού από το θόρυβο, ούτε ότι θα επιτύχουν, αντιμετωπίζοντας με ευχέρεια τόσο πολλούς που ρίχτηκαν στη μάχη, να εκπορθήσουν εύκολα μία τόσο μεγάλη πόλη που δεν μπορούσαν να την συγκρίνουν με καμιά άλλη. Για να μην φανεί όμως ότι πτοήθηκαν από την πρώτη προσβολή, όχι χωρίς φόβο ούτε πάλι με τη μανία που τους έπιασε ύστερα, αλλά με μία λύσσα ανάμεικτη με φόβο, πλησίασαν και αντιμετώπιζαν τους απέναντί τους με καταιγισμό βελών. Στη συνέχεια ξεθάρρεψαν κάπως και πάσχιζαν να πλησιάσουν πιο κοντά, σαν σκυλιά που γαβγίζουν για να πάρουν κουράγιο, και εξαγριώνονταν με τις επιθέσεις εναντίον τους από το τείχος. Γιατί και οι κάτοικοι της πόλης γνώριζαν καλά τη χρήση του τόξου, ήταν μάλιστα περισσότερο έμπειροι και επιτήδειοι σ’ αυτήν, αφού τοποθέτησαν στα σημεία εκείνα όλους τους Σκλαβήνους που είχαν συρρεύσει από τα κοντινά μέρη• γι’ αυτούς δεν υπήρχε τίποτε πιο εύκολο από το να ευστοχούν και τίποτε δεν μπορούσε να αντέξει τη δύναμη των βελών τους.

26. Έτσι όμως καθώς και η μία και η άλλη πλευρά δεχόταν και έκανε επιθέσεις και η μάχη που διεξαγόταν έμοιαζε ισόπαλη, κάποιοι βάρβαροι, πιο τολμηροί φυσικά από τους υπόλοιπους και με περισσότερο θράσος, ξεχώρισαν και αφού ρίχτηκαν από τα πλοία στη θάλασσα κατεβάζοντας μαζί τους μία ξύλινη σκάλα, την έσπρωχναν κουβαλώντας την στο νερό για ν’ ανέβουν μ’ αυτήν στο τείχος, χωρίς να δίνουν σημασία στα βέλη που τους έριχναν. Ώσπου να πλησιάσουν, σκέπαζαν κολυμπώντας τα σώματά τους στο νερό και κάλυπταν τα κεφάλια τους με ασπίδες. Όταν ζύγωσαν, αφού βγήκαν από το νερό, έδειχναν μεγαλύτερη γενναιότητα αντιμετωπίζοντας τις βολές, έχοντας μόνο τις ασπίδες τους πάνω από το κεφάλι• ύστερα σηκώνοντας γρήγορα τη σκάλα από το νερό στις επάλξεις επιχειρούσαν ν’ ανέβουν μ’ αυτήν και να μπουν μέσα. Αλλά ο θάνατος πρόφτασε το σκοπό τους και πριν να καλοσκεφτούν πώς θα πραγματοποιήσουν το σχέδιο τους έχαναν τη ζωή τους. Μόνο που έβαλαν το πόδι τους στα σκαλοπάτια, και οι πέτρες που ρίχτηκαν σαν πυκνό χαλάζι εναντίον τους τούς αναποδογύρισαν στη θάλασσα και στο χαμό. Την ώρα εκείνη όλα τα πλοία γυρίζουν πίσω μην τολμώντας να επιχειρήσουν τίποτε άλλο παρόμοιο• χτυπούσαν μόνο από μακριά με πυκνά βέλη που σκίαζαν και τον ίδιο τον αέρα• κι αυτοί όμως δέχονταν παρόμοια επίθεση και με τα βέλη που τούς έριχναν εύστοχα και με ελάχιστες αποτυχίες, και με τα βλήματα από τα πετροβόλα που μόνο το σφύριγμά τους στον αέρα έκανε τούς βαρβάρους να τα χάνουν.

27. Γιατί και ο Νικήτας που ήδη αναφέραμε, ο απεσταλμένος του βασιλιά, γύριζε όλο το τείχος δίνοντας θάρρος στο λαό• λέγοντας «άνδρες Θεσσαλονικείς, πριν από το γεγονός αυτό είχα διαφορετική γνώμη για σας και δε σας θεωρούσα τόσο γενναίους και τολμηρούς για τις πολεμικές επιχειρήσεις, επειδή δε δοκιμάσατε ούτε και αντιμετωπίσατε παλαιότερα κάτι παρόμοιο. Τώρα όμως η κορύφωση των γεγονότων μου επέτρεψε να τρέφω για σας τις καλύτερες προσδοκίες. Γιατί βλέπω ότι όλοι έχετε σώματα γεμάτα σφρίγος και ψυχές γεμάτες θάρρος και είστε όλοι σας έτοιμοι γι’ αυτά που μας περιμένουν, εμπαίζετε τους αντιπάλους και ανατρέπετε με γενναιότητα τα σχέδιά τους. Και δεν κάνετε τίποτα που να μην είναι σωστό. Πολεμάτε λοιπόν για σας τους ίδιους που είστε άντρες ξεχωριστοί και στην όψη και στα ψυχικά σας προτερήματα, και για την υπόλοιπη πόλη που τίποτε δεν τη συναγωνίζεται σε λαμπρότητα. Αν επομένως ξεπεράσετε τον παρόντα κίνδυνο, σας οφείλουν όλοι τον έπαινο τους• αν όμως συμβεί κάτι που δε θέλουμε, κάτι από αυτά που απειλούν οι βάρβαροι, δεν είναι δυνατόν να φανταστούμε τη συμφορά ή το μέγεθος της ντροπής. Για το λόγο αυτόν πολεμήστε γενναία φροντίζοντας για τη νίκη και για την πατρίδα και για σας τους ίδιους, και μην υποχωρήσετε μπροστά στη δύναμη των εχθρών και μην αφήσετε να διηγούνται για σας το παράδοξο ότι μιας στιγμής αδιαφορία σας κόστισε έναν τόσο μεγάλο κίνδυνο.» Παρακινώντας το λαό με αυτά τα παρακλητικά λόγια και γεμίζοντας με πολύ θάρρος τις ψυχές όλων έκανε το γύρο του τείχους. Και ο στρατηγός, σαν να είχε ξεχάσει το δικό του ατύχημα από την πτώση που αναφέραμε προηγουμένως, παρόλο που ήταν άσχημο και του προξενούσε πόνο μεγαλύτερο από όσο μπορούσε να αντέξει, όμως ανέβηκε σ’ ένα μουλάρι, όχι καβαλικευτά αλλά στο ένα πλευρό, και όσο του επέτρεπαν οι πόνοι από τα τσακισμένα του μέλη, γύριζε κι αυτός, τοποθετώντας τους πιο πιστούς ταξεώτες (μέλη μόνιμης φρουράς φρουρίου) σε κάποια σημεία του τείχους όπου χρειάζονταν, έτσι ώστε, όσο μπορούσαν οι ίδιοι και προκαλώντας κι όσους ήταν κοντά τους να τους μιμηθούν, να παίρνουν τα απαραίτητα μέτρα για τον πόλεμο.

28. Οι βάρβαροι λοιπόν αφού μας επιτέθηκαν όχι μόνο μία αλλά πολλές φορές ολόκληρη εκείνη την ημέρα, υποχώρησαν καθώς τα πλήγματα που δέχτηκαν ήταν όλο και πιο σφοδρά• με ένα πρόσταγμα εγκατέλειψαν τη μάχη από την πλευρά της θάλασσας, γύρισαν πίσω με τα πλοία και αγκυροβόλησαν σε μία παραλία που βρίσκεται ανατολικά της πόλης. Ύστερα βγήκαν από τα πλοία και χτυπούσαν πάλι με βέλη αυτούς που βρίσκονταν στο ψηλό τείχος, όπου εξέχει και κάποια πύλη που ονομάζεται Ρώμη και γειτονεύει με τη θάλασσα. Πολέμησαν εκεί ως αργά τη νύχτα, και, σαν να κουράστηκαν από την προσπάθεια, πήγαν και ησύχασαν στα πλοία κάνοντας ίσως σκέψεις πώς να μας επιτεθούν την επόμενη μέρα και ετοιμάζοντας διαφορετικά σχέδια. Εμείς πάλι, αφού πήραμε κάποια ανάσα από τη μάχη, είχαμε άλλη φροντίδα• να επαγρυπνούν αυτοί που βρίσκονταν στις επάλξεις γύρω - γύρω σ’ ολόκληρη την πόλη και να προσέχουν τους βαρβάρους, μην τύχει και στήσουν στα κρυφά κάποια νυχτερινή παγίδα ή ενέδρα, φθάσουν στο τείχος και δώσουν τέλος σ’ όλα. Γιατί είναι πανέξυπνοι σε κάτι τέτοια και μόλις βάλουν κάτι στο μυαλό τους αμέσως το εφαρμόζουν χωρίς να λογαριάζουν κανένα κίνδυνο, κι έχουν την προσοχή τους στραμμένη σ’ ένα μόνο, ν’ αρχίσουν δηλαδή αυτό που σκέφτηκαν. Κι αν το αποτέλεσμα της προσπάθειάς τους είναι αντίθετο απ’ ό,τι υπολόγιζαν, πιστεύουν ότι αρκεί η φήμη πως τόλμησαν πράγματα που ως τότε φάνταζαν αδύνατα να γίνουν. Για το λόγο αυτόν λοιπόν περάσαμε ολόκληρη εκείνη τη νύχτα επαγρυπνώντας, χωρίς να βρίσκουμε κανένα ψεγάδι στον τρόπο που πολεμήσαμε μέχρι τότε. Γιατί φθάσαμε να έχουμε τόσο θάρρος, ώστε κι ο ίδιος ο αρχηγός των βαρβάρων να τα χάσει και να προσπαθεί ύστερα να μάθει με κάθε τρόπο την αιτία, πώς αντισταθήκαμε σε κάθε επίθεση με τέτοια ανδρεία και πώς προέκυψαν τα αντίθετα απ’ αυτά που είχε ακούσει για μας κι έσβησαν οι ελπίδες του.


Δεύτερη ημέρα της πολιορκίας
29. Όταν όμως το ξημέρωμα κήρυξε τη δεύτερη ημέρα του πολέμου και οι βάρβαροι σχεδίαζαν τώρα εναντίον μας πράγματα φοβερότερα απ’ αυτά που είχαν ήδη διαπράξει, οι στρατηγοί κατέβαλλαν πάλι κάθε φροντίδα για να δυναμώσουν το θάρρος καθενός από μας και να δείξουν και το δικό τους ζήλο. Μόλις λοιπόν οι ακτίνες του ήλιου φώτισαν τον αέρα, οι βάρβαροι βγαίνοντας από τα πλοία τους όρμησαν και πάλι στο τείχος, σκορπισμένοι σε διάφορα σημεία και χωρισμένοι σε φάλαγγες οι περισσότεροι μαζεύτηκαν μπροστά στις πύλες και έβαζαν σε ενέργεια όλη την πολεμική παρασκευή τους. Άλλοι απ’ αυτούς χρησιμοποιούσαν τα τόξα κι άλλοι εκσφενδόνιζαν πέτρες που μπουμπούνιζαν σχίζοντας τον αέρα• άλλοι καθισμένοι στα πετροβόλα έριχναν από ψηλά πολύ πυκνό χαλάζι από πέτρες. Ο θάνατος λοιπόν που μας απειλούσε είχε πολλές μορφές και καθώς μας χτυπούσε απ’ όλες τις μεριές, ήταν μία φοβερή εμπειρία για όσους τους πετύχαινε. Γιατί μόνο εναντίον της πύλης που αναφέραμε, έστησαν επτά πετροβόλα σκεπασμένα από παντού που τα έφτιαξαν όταν περνούσαν από τη Θάσο, για μία παρόμοια περίπτωση. Αφού έφεραν στο τείχος απέναντι από τα πετροβόλα μερικές ξύλινες σκάλες, προσπαθούσαν να ανεβούν μ’ αυτές, όντας ασφαλείς με τις πέτρες που εκσφενδόνιζαν τα πετροβόλα• γιατί ρίχνοντας αδιάκοπα δεν άφηναν να προβάλει κανένας ψηλά από το τείχος χωρίς να πάθει κάτι. Και καθώς είχαν σηκώσει τη σκάλα στις επάλξεις του προτειχίσματος, θα είχαν πραγματοποιήσει τα σχέδιά τους, αν κάποια θεϊκή δύναμη δεν έδινε θάρρος σε μερικούς τολμηρούς άντρες να πηδήξουν κάτω στο μέρος εκείνο• αυτοί χτυπώντας με τα δόρατα τους βαρβάρους τούς γκρέμισαν μαζί με τη σκάλα προς τα πίσω. Και έτσι όταν είδαν ότι και τούτο το επινόημά τους δεν έβγαλε πουθενά και το έβαλαν στα πόδια έτσι που να εγκαταλείψουν και τη σκάλα, πήραμε τόσο πολύ θάρρος ώστε και να γελάμε σε βάρος τους και να χρησιμοποιούμε τα βέλη και τις πέτρες από τα πετροβόλα με μεγαλύτερη προθυμία από την προηγούμενη ημέρα και να μην τους αφήνουμε ούτε και για λίγο να πλησιάσουν στο τείχος, παρόλο που θέριευε η μανία τους και έτριζαν σαν αγριογούρουνα τα δόντια τους και θα ήθελαν, αν ήταν δυνατό, να μας κατασπαράξουν ζωντανούς. Πόσο φοβερό ήταν να τους ακούμε να μανιάζουν εναντίον μας! Πώς έδειχναν την υπερβολική τους οργή και ούρλιαζαν από το βάθος της ψυχής τους και πώς φανέρωναν την παραφορά τους με τούς αφρούς που έβγαζαν από το στόμα τους! Όλη εκείνη την ημέρα δε θέλησαν ούτε τροφή να πάρουν, αλλά πολεμούσαν ασταμάτητα μέσα στην ανυπόφορη ζέστη και χωρίς να νιώθουν ότι έχουν σώματα που και η κούραση τα καταβάλλει και καίγονται από τον ήλιο πάνω από τα κεφάλια τους. Τούτο μόνο είχαν για φροντίδα τους, ή να εκπορθήσουν την πόλη και να χορτάσουν την οργή τους για μας ή, αν αυτό δεν γινόταν, να απαρνηθούν και τη ζωή τους και να σκοτωθούν με τα όπλα τους. Γιατί όταν η βαρβαρική οργή φουντώσει μία φορά, η αλόγιστη ορμή που την παρακινεί δε θα σταματήσει νωρίτερα, παρά την ώρα που θα δει να χύνεται ή το δικό της αίμα ή το αίμα του εχθρού της.

30. Αλλά επειδή η προσέγγιση στο τείχος δεν ήταν ακίνδυνη, μας πολεμούσαν μόνο με βέλη και πετροβόλα. Μπήκαν στη γραμμή και απομακρύνθηκαν τόσο όσο χρειαζόταν ώστε οι βολές τους να χτυπούν την πόλη χωρίς να χάνουν τη δύναμή τους, καλύφθηκαν με τις ασπίδες τους και επιδόθηκαν ολοκληρωτικά στον αγώνα• στέκονταν λοιπόν σαν ανδριάντες με σώματα που ήταν καμωμένα από χαλκό ή από κάποιο άλλο πιο στέρεο υλικό, υπομένοντας μία φοβερή και ανεκδιήγητη ταλαιπωρία και πασχίζοντας ο ένας να φανεί καλύτερος από τον άλλο στον πόλεμο. Καθώς ο ήλιος έδειχνε μεσημέρι, τη στιγμή που πυρώνει με τις ακτίνες του τον αέρα πιο πολύ από τις άλλες ώρες, η μεγάλη κάψα σαν να άναψε περισσότερο τη λύσσα που ένιωθαν και ερεθίζοντας την παράλογη εκείνη ορμή τους με τις αποκοτιές τους, έβαλαν σε ενέργεια έναν διαφορετικό τρόπο πολιορκίας (και δες πώς ήταν τρομερός). Υπήρχαν τέσσερις πύλες στο ανατολικό μέρος της πόλης• σκέφτηκαν λοιπόν να βάλουν φωτιά στις δύο απ’ αυτές, και στη Ρώμη και σ’ αυτήν που λεγόταν Κασσανδρεωτική έχοντας στο μυαλό τους ότι αν μπορέσουν, καθώς θα καίγονταν οι εξωτερικές πύλες, να περάσουν μέσα από το προτείχισμα και να χωθούν κάτω από το ψηλό τείχος, δε θα έχουν κανένα φόβο για να καταστρέψουν και τις εσωτερικές πύλες και να ορμήσουν στην πόλη όλοι μεμιάς, αφού τοποθετήσουν στην απέναντι πλευρά εύστοχους και ικανούς τοξότες, έτσι που τα πυκνά βέλη να μην αφήσουν κανέναν να ξεπροβάλει από μέσα χωρίς κίνδυνο.

31. Έτσι λοιπόν έβαλαν σε ενέργεια το σχέδιο τους. Αφού βρήκαν κάποιες άμαξες, τοποθέτησαν πάνω τους ανάποδα τα πλοιάρια που τα χρησιμοποιούσαν οι ψαράδες μας για να πιάνουν ψάρια, και επιπλέον μερικά άλλα ξύλα και σωρό από φρύγανα• αυτά τα ράντισαν με πίσσα και θειάφι, χώθηκαν κάτω από τις άμαξες και γύριζαν τους άξονες τους και τις προχωρούσαν με τα χέρια, έως ότου έφθασαν ως τις ίδιες τις πύλες. Ύστερα βάζοντας φωτιά στο υλικό αυτό και βαδίζοντας προς τα πίσω σκεπασμένοι με τις ασπίδες υποχώρησαν προς τους τοξότες και κατάφεραν να πραγματοποιήσουν το σκοπό τους χωρίς να το καταλάβουμε. Γιατί η φωτιά αγκάλιασε το υλικό και φουντώνοντας περισσότερο από τα προσανάμματα πύρωσε την εξωτερική επιφάνεια των πυλών που ήταν ολόκληρη επενδυμένη με σίδερο, και μετοχετεύοντας την πύρινη γλώσσα προς το εσωτερικό κατάφερε να κάψει ολοκληρωτικά τις πύλες, ώστε ύστερα από λίγο να σωριαστούν κάτω και να μας κάνουν να παραλύσουμε όλοι μας τελείως. Μόνο που έγινε γνωστό σ’ ολόκληρη την πόλη το κάψιμο των πυλών, ήταν σαν να πέρασε από τις καρδιές όλων μας κάποιο ξίφος. Έτσι, γεμίσαμε αγωνία και τρόμο, άλλαξε η όψη μας και χάσαμε μεμιάς κάθε ελπίδα. Τώρα όσοι πριν από λίγο πηδούσαν στα τείχη και αντιστέκονταν στους εχθρούς και παρακινούσαν ο ένας τον άλλον να αγωνιστούν πολεμώντας, φαίνονταν στ’ αλήθεια πιο αδύναμοι κι από τους λαγούς. Το γεγονός τούτο, ότι δηλαδή εκείνο το σχέδιο πέτυχε, έκανε τις ψυχές όλων να μαντεύουν το τέλος. Μόλις όμως κάηκαν οι εξωτερικές πύλες, εμείς ασφαλίσαμε γρήγορα τις εσωτερικές μ’ ένα νεόκτιστο τειχίο, προνοήσαμε να μεταφέρουμε νερό στις επάλξεις σε κάποια σκεύη και παραφυλάγαμε πότε τυχόν θα ορμήσουν και σ’ αυτές οι εχθροί για να μπορέσουμε να τα βάλουμε με τη φωτιά όταν και πάλι επιχειρήσουν τα κακούργα σχέδιά τους, και να προστατεύσουμε τις πύλες από την επιβουλή τους. Πράγμα που εκείνοι το κατάλαβαν και δεν έβαλαν πια σ’ ενέργεια παρόμοια κακόβουλα σχέδια• επρόκειτο όμως με κάποια άλλα φοβερότερα και σκληρότερα να επιτύχουν την καταστροφή μας, από την οποία δε θα μπορούσαμε να ξεφύγουμε με κανέναν τρόπο από ’δω και πέρα, επειδή ήταν πια μπροστά μας και ξεπερνούσε κάθε σχέδιό μας. Όταν ωστόσο με τον τρόπο αυτόν έσβησε η φωτιά, την υπόλοιπη μέρα μας χτυπούσαν με τα πετροβόλα και τα τόξα ως την ώρα που το σκοτάδι της νύχτας διαδέχθηκε το φως και αναγκάστηκαν, παρόλο που δεν το ήθελαν, να διακόψουν τις προσπάθειες.
Νυχτερινές προετοιμασίες

32 Ύστερα, μόλις σταμάτησαν να πολεμούν, μπήκαν στα πλοία, ησύχασαν για λίγο και άρχισαν το έργο που είχαν με πανουργία σκεφθεί από νωρίτερα. Κι αυτό ήταν να κάνουν μια προσπάθεια τέτοια ώστε αν με αυτή κατόρθωναν να καταλάβουν την πόλη, θα ήταν όλα καλά, επειδή τίποτε άλλο από εκείνα που βοηθάνε την πολιορκία δεν είχε τις δυνατότητες του συγκεκριμένου σχεδίου, και μάλιστα όταν η μάχη γίνεται από τη θάλασσα και δεν μεσολαβεί κάποια ξηρά που να διακόπτει το κακόβουλο σχέδιο. Αν όμως και τούτο όπως και οι προηγούμενες ενέργειές τους δεν τους βοηθούσε σε τίποτα, θα εκτελούσαν εκείνους που τους παρακίνησαν για την επιχείρηση αυτή και τους παραπλάνησαν να κάνουν ένα τόσο μεγάλο ταξίδι, κι έτσι θα ξαναγύριζαν στα σπίτια τους. Πήραν λοιπόν αυτήν την απόφαση στην αρχή ακόμη της νύχτας και έβαλαν σε εφαρμογή το περίπλοκο και πολύμορφο εκείνο σχέδιο τους. Άναψαν παντού φώτα και τοποθέτησαν τα πλοία τους ανά δύο, το ένα δίπλα στο άλλο, και έδεσαν τις πλευρές του ενός με του άλλου με κάποια γερά παλαμάρια και σιδερένιες αλυσίδες για να μην απομακρύνονται εύκολα• έπειτα σήκωσαν με τα ξάρτια που κρέμονται στον αέρα από την πλώρη τα ξύλα που βρίσκονται στη μέση, αυτά που οι ναυτικοί τα λένε κατάρτια. Ύστερα κρέμασαν πάνω τους, κάπου στη μέση τους, ψηλά με τα σκοινιά που είναι κουλουριασμένα στην πλώρη, τα πηδάλια και των δύο πλοίων, έτσι που το πλατύ μέρος των πηδαλίων να ξεπερνάει στη διάμετρο τα πλοία, και πραγματοποίησαν με τον τρόπο αυτόν ένα παράξενο και αλλόκοτο τέχνασμα. Γιατί όταν, καθώς είπα, κρεμάστηκαν στον αέρα τα πηδάλια, έβαλαν πάνω σ’ αυτά, στηρίζοντας τα, μερικά μακριά ξύλα στη σειρά το ένα δίπλα στο άλλο• και αφού με το διαβολεμένο αυτό σχέδιο δημιούργησαν στον ενδιάμεσο χώρο ένα δάπεδο και έφραξαν καλά τα άκρα από παντού με σανίδες και στερέωσαν τις άκρες των τιμονιών που βρίσκονταν προς το μέρος της πρύμνης με άλλα πιο δυνατά δεσίματα, κατασκεύασαν λοιπόν με το επινόημα μερικούς πύργους πιο χρήσιμους από εκείνους που υπήρχαν στη στεριά πάνω στο τείχος. Πάνω σ’ αυτούς ανέβασαν ένοπλους βάρβαρους, όσους ξεχώριζαν για τη δύναμη των σωμάτων τους και τον τολμηρό τους χαρακτήρα, για να επιχειρήσουν εναντίον μας την ύστατη, την τελευταία κακόβουλη ενέργειά τους. Τους έδιναν λοιπόν την εντολή άλλοι απ’ αυτούς να ρίχνουν με τα τόξα εναντίον όσων στέκονταν μέσα από το τείχος, κι άλλοι να πετούν πέτρες μεγάλες όσο μπορούσαν να κρατήσουν στα χέρια τους• σ’ άλλους, εξοπλισμένους με ένα είδος φωτιάς, κι αυτής τεχνητής, που την είχαν βάλει από πριν σε μερικά πήλινα σκεύη, έδιναν την εντολή να τη ρίχνουν σ’ εκείνους που έστεκαν απέναντί τους. Και όλα τούτα ήταν γι’ αυτούς χρήσιμα και αποτελεσματικά, επειδή οι ενέργειές τους δε γίνονταν στο ύψος του εδάφους, αλλά καθώς, χάρη στο διαβολικό τους τέχνασμα, στέκονταν ψηλότερα από το κτίσμα του τείχους, κάθε κακόβουλη ενέργειά τους απέβαινε χρήσιμη γιατί την πραγματοποιούσαν από ψηλά.

Τρίτη ημέρα της πολιορκίας. Η άλωση



33. Καθώς οι ασεβείς πραγματοποίησαν όλα τα σχέδιά τους εκείνη τη νύχτα, στο μεταξύ όμως καμιά από τις ενέργειές τους δεν πέρασε απαρατήρητη επειδή, όπως είπαμε, είχαν πολλά φώτα και η παραλία όπου κουβέντιασαν και πήραν τις αποφάσεις τους ήταν κοντά, μείναμε κατάπληκτοι και καταφοβισμένοι και δεν ξέραμε με ποιον τρόπο να παραμείνουμε ασφαλείς στη συνέχεια. Όλος ο κόσμος —μπορούσες να το δεις— ήταν ταραγμένος και τα είχε χαμένα, καθώς κινδύνευε η ζωή τους και δεν γνώριζαν τι να πράξουν. Κανένας δεν φρόντιζε πώς να αντιμετωπίσει τον επικείμενο κίνδυνο, αλλά γυρόφερνε στο μυαλό του πώς και με πόσο πόνο θα πεθάνει. Δεν ήταν πια εύκολο ούτε ασφαλές να φύγει κάποιος, επειδή οι βάρβαροι βρίσκονταν γύρω - γύρω στο τείχος και στέκονταν μπροστά στις πύλες. Ο προφανής κίνδυνος πάλι δεν τους άφηνε περιθώρια να περιμένουν. Έχοντας χάσει κάθε ελπίδα σωτηρίας τριγύριζαν στο τείχος σαν χαμένοι, μη ξέροντας από το μέγεθος της συμφοράς τι να κάνουν. Μερικοί όμως που δεν είχε σβήσει τελείως μέσα τους το φιτίλι της ανδρείας αποφάσισαν καθώς περίμεναν τους βαρβάρους, να ετοιμάσουν από πριν στο τείχος κάποια πράγματα για την απόκρουση του εχθρού. Αυτά ήταν πίσσα, δαδιά και ασβέστης και μερικά άλλα με τα οποία φουντώνουν γρήγορα οι φλόγες, που τα έβαλαν σε πήλινα σκεύη για να τα χρησιμοποιήσουν εξακοντίζοντας τα ανάμεσα στους εχθρούς, όταν τυχόν θα εφορμούσαν τα πλοία, ώστε να μην πετύχουν τίποτε και μ’ αυτήν τους την επιχείρηση. Καθώς όμως και αυτά ήταν έργα και σκέψεις ανθρώπων που τα είχαν χαμένα και το φως της ημέρας σκόρπιζε πια το νυχτερινό σκοτάδι, να λοιπόν και τα πλοία όπως ήταν αρματωμένα, χωρίστηκαν και πλησίασαν σε πολλά σημεία του τείχους δείχνοντας σ’ όλους ένα πρωτοφανές και παράδοξο θέαμα. Γιατί κάθε τους ζευγάρι έφερε πάνω του την τεχνητή εκείνη κατασκευή από τους ξυλόχτιστους πύργους που ξεπερνούσε κατά πολύ το ύψος του τείχους, και πάνω τους βαρβάρους που χοροπηδούσαν σαν αγριεμένοι ταύροι και μας φοβέριζαν όλους με καταστροφή. Τότε λοιπόν, τότε κάποιοι από το λαό της πόλης καταφρονώντας το θάνατο που ήταν αναπόφευκτος και κρεμόταν, για να το πω έτσι, πάνω από τα κεφάλια τους, ρίχτηκαν στον αγώνα και μεταβάλλοντας την κορύφωση του κινδύνου σε επίδειξη ανδρείας στάθηκαν πολεμώντας γενναία στη μάχη και καθένας έκανε ό,τι μπορούσε. Γιατί δεν επέτρεπαν να πλησιάζουν τελείως τα πλοία, αλλά αφενός με τα πυκνά βέλη και αφετέρου με τα αναμμένα αντικείμενα τα εμπόδιζαν να έρθουν κοντά στο τείχος και να πραγματοποιήσουν το σκοπό τους. Όσοι όμως κυριεύτηκαν από δειλία και δεν άντεχαν ούτε να βλέπουν το κακό που τους περίμενε χωρίς να μπορούν να αντιδράσουν, αφού αποτραβήχτηκαν σιγά σιγά από το τείχος, έφευγαν προς τις άκρες της πόλης και έδιναν έτσι κι άλλο θάρρος στους εχθρούς. Κι αυτοί μόλις είδαν ότι σε κάποιο σημείο το κτίσμα του τείχους ήταν περισσότερο διαλυμένο, εκεί που είχαμε στήσει από πριν τους ξύλινους πύργους, και κατάλαβαν ότι και το νερό της θάλασσας σ’ εκείνο το μέρος πήγαινε σε βάθος, έφεραν εκεί ένα ζευγάρι πλοία απ’ αυτά που είχαν ενώσει και το έσπρωχναν σιγά σιγά με τα κουπιά ως τη στιγμή που έφθασαν κοντά στις ίδιες τις επάλξεις πλησιάζοντάς τες με την πλώρη των πλοίων. Ύστερα, καθώς όσοι ήταν πάνω στους ξύλινους πύργους επιχειρούσαν να τους χτυπήσουν με πέτρες, οι βάρβαροι που στέκονταν πάνω στις κατασκευές που είπαμε έβγαλαν μιαν άγρια και δυνατή κραυγή κι έριξαν και πέτρες που δεν ήταν δυνατό από τον όγκο τους να τις κρατούν στα χέρια τους αλλά πάρα πολύ μεγάλες και που κανένας δεν μπορούσε ν’ αντέξει την ορμή τους, κι έριξαν φωτιά από τον αέρα με τους σιφώνες και εξακόντισαν μέσα στο τείχος και κάποια άλλα σκεύη κι αυτά γεμάτα φωτιά• προκάλεσαν έτσι τέτοια έκπληξη και φόβο σ’ εκείνους που ήταν στους πύργους, ώστε να πηδήξουν γρήγορα κάτω και να τρέξουν να φύγουν και να εγκαταλείψουν έρημο ολόκληρο το διάδρομο που περιέτρεχε το τείχος. Όταν είδαν ότι το σχέδιο τους πραγματοποιήθηκε (γιατί όλοι τους, σαν φύλλα από τον άνεμο, έπεφταν στο έδαφος, κι όχι από τις σκάλες αλλά όπως τους ανάγκαζε ο φόβος), άφησαν στις επάλξεις κάποιον τολμηρό βάρβαρο και φυσικά πιο ορμητικό από τους υπόλοιπους, Αιθίοπα στο χρώμα. Αυτός λοιπόν στριφογυρίζοντας το μαχαίρι που κράταγε στα χέρια του και πηδώντας πάνω στο τείχος στεκόταν και παρακολουθούσε τη φυγή του πλήθους, αν ήταν οριστική κι όχι για να τους ξεγελάσει. Γιατί υποπτεύονταν βέβαια μήπως οι κάτοικοι τής πόλης έχουν στήσει κάποια ενέδρα στους δρόμους με την οποία, όπως αυτοί θα ήταν χωρισμένοι σε πολλές ομάδες, θα τους εξόντωναν με δόλιο τρόπο• και στο μεταξύ δίσταζαν να μπουν έτσι ξαφνικά στην πόλη και να πραγματοποιήσουν τα σχέδιά τους. Καθώς όμως με τα στριφογυρίσματα του βαρβαρικού μαχαιριού άστραφτε ο αέρας και φανέρωνε πέρα για πέρα την είσοδο των εχθρών (ήταν η τρίτη ώρα της ημέρας), τότε όλοι βλέποντας ότι έγινε το κακό έτρεχαν άλλος εδώ κι άλλος εκεί, όπως τους οδηγούσε ο θάνατος. Κι εκείνος στεκόταν μπροστά τους και δεν τους άφηνε πια κανέναν τρόπο για να τον αποφύγουν. Ύστερα, μόλις οι βάρβαροι είδαν ότι ερήμωσε ολόκληρο το τείχος κι ότι εξαιτίας της ασυγκράτητης φυγής του κόσμου ήταν ασφαλείς, βγαίνοντας γρήγορα από τα καράβια και πηδώντας μέσα από τις επάλξεις κι ανοίγοντας τις πύλες έκαναν γνωστό και στα άλλα πλοία το τέλος των επιχειρήσεων• κι εκείνα έσπευσαν να αγκυροβολήσουν κοντά στις πύλες, κι έστειλαν στην πόλη τους βαρβάρους που είχαν γυμνά τα σώματα τους, κάλυπταν μόνο με ένα μικρό πανί την περιοχή γύρω από τα γεννητικά τους όργανα, κρατώντας στα χέρια τους τα μαχαίρια. Αυτοί μπήκαν μέσα και σκότωσαν αμέσως όσους βρήκαν να τριγυρνούν ακόμα στο τείχος, είτε επειδή φοβήθηκαν και δεν μπορούσαν να κινηθούν καθώς από το φόβο παρέλυσε το σώμα τους, είτε πάλι επειδή είχαν τραυματιστεί πέφτοντας, όπως αναφέραμε, και δεν μπορούσαν πια να φύγουν• ύστερα σκορπίστηκαν στους μεγάλους δρόμους. Ο λαός της πόλης χωρισμένος σε πολλές ομάδες ξεφώνιζε και σπρωχνόταν μη έχοντας πού να σωθεί, πού να ξεφύγει από τη συμφορά. Μπορούσες τότε να δεις τους ανθρώπους να περιφέρονται σαν ακυβέρνητα πλοία εδώ κι εκεί ελεεινό θέαμα, άνδρες, γυναίκες, νήπια• να πέφτει ο ένας πάνω στον άλλον, να κρέμεται ο ένας από τον άλλον, να δίνει ο ένας στον άλλον τον πιο θλιβερό και τελευταίο ασπασμό. Αν ανάμεσα τους βρισκόταν και κάποιος πατέρας ηλικιωμένος, πέφτοντας στο λαιμό του παιδιού του θρηνούσε γοερά μη αντέχοντας το χωρισμό, αλλά σφίγγοντας το κορμί του γιου του καθώς, προτού να τρυπηθεί από το ξίφος, τον πλήγωνε ο πατρικός του πόνος, θρηνούσε τη μοίρα του…

Σημειώσεις.
Πρόκειται για το Λέοντα Τριπολίτη. Καταγόταν από την Αττάλεια και εξισλαμίστηκε όταν αιχμαλωτίστηκε. Είναι γνωστός ως Τριπολίτης, επειδή είχε εγκατασταθεί στην Τρίπολη της Συρίας. Το 904 επικεφαλής ναυτικής δύναμης λεηλατεί τα παράλια τής Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ο δρουγγάριος των πλωίμων Ευστάθιος δεν τόλμησε να τον αντιμετωπίσει και ο Λέων φθάνει ως τα στενά του Ελλησπόντου. Ο πρωτοασηκρήτης Ιμέριος που αντικατέστησε τον Ευστάθιο απέφυγε να αντιμετωπίσει το Λέοντα που ναυλοχούσε στη Θάσο. Έτσι ο Λέων ανενόχλητος έρχεται, πολιορκεί και καταλαμβάνει τη Θεσσαλονίκη. Αργότερα (Οκτώβριος 911), στη Σάμο, ο λογοθέτης Ιμέριος, ναύαρχος όντας των Ρωμαίων, ηττήθηκε από το Λέοντα. Τέλος το 921 922, ο τελευταίος βρίσκεται στη Λήμνο. Εκεί του επιτέθηκε αιφνιδιαστικά ο πατρίκιος και δρουγγάριος των πλωίμων Ιωάννης Ραδηνός, με αποτέλεσμα να καταστραφεί σχεδόν ολοκληρωτικά η δύναμη του εξωμότη και να σωθεί μόνον αυτός. επιστροφή
Ο Ιωάννης Καμινιάτης γράφει το βιβλίο Εις την άλωσιν της Θεσσαλονίκης, κατόπιν "παραγγελίας" κάποιου Γρηγορίου που γνώρισε τον καιρό που περίμενε στην Τρίπολη της Συρίας για την ανταλλαγή των αιχμαλώτων. επιστροφή
Με τον όρο Σκλαβήνοι οι Βυζαντινοί ονόμαζαν τα διάφορα σλαβικά φύλα που είχαν με άδεια εγκατασταθεί στα εδάφη της αυτοκρατορίας επιστροφή
Ο Νικήτας ήταν στρατηγός. Είχε προηγηθεί ο Πετρωνάς, ο οποίος είχε φέρει και την αγγελία της επικείμενης πολιορκίας και πρώτος οργάνωσε την άμυνα της πόλης ρίχνοντας στο Θερμαϊκό κόλπο λαξευμένους τάφους, για να εμποδιστούν τα πλοία να πλησιάσουν στα τείχη. Ακολούθησε ο στρατηγός Λέων Χατζιλάκης που σταμάτησε το έργο του Πετρωνά και διέταξε να ολοκληρωθεί το χτίσιμο του παραθαλάσσιου τείχους. Δυστυχώς τραυματίστηκε πέφτοντας από το άλογό του. επιστροφή
Η πύλη Ρώμη ήταν ή πρώτη πύλη από τη θάλασσα προς τα πάνω στο ανατολικό τείχος, δίπλα στον Λευκό Πύργο. επιστροφή
Η Κασσανδρεωτική πύλη ήταν η δεύτερη πύλη του ανατολικού τείχους, ύστερα από την πύλη Ρώμη. επιστροφή
Σιφώνες ήταν τα εργαλεία με τα οποία εκτόξευαν το "υγρό πυρ". επιστροφή