Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2015

Το φαγί του Πτωχοπρόδρομου


           Τα επαιτικά ποιήματα του 12ου αιώνα, οι ιστορίες ενός πεινασμένου γραμματικού και οι απαρχές της νεοελληνικής γλώσσας. Η κριτική έκδοση των σημαντικών μεσαιωνικών στιχουργημάτων


   



            Είναι μεσήλικος, παντρεμένος με γυναίκα δύστροπη και μοχθηρή, που γκρινιάζει ολημερίς και του κλειδώνει το ντουλάπι με τα τρόφιμα. Είναι οικογενειάρχης με δεκατρία παιδιά, τόσο φτωχός που κοντεύει να πεθάνει από την πείνα. Είναι γραμματικός, τεχνίτης του λόγου, μορφωμένος, αλλά τα γράμματα δεν ωφελούν να βρει δουλειά να βγάλει το ψωμί του και ζηλεύει τους χειρώνακτες τεχνίτες που είναι καλοψωνιστές και το τραπέζι τους είναι πάντοτε γεμάτο. Είναι νεαρός καλόγερος, άπορος και ασήμαντος, υπηρέτης των ηγουμένων στο μοναστήρι, και υποφέρει από την πείνα. Οι ηλικίες, οι ιδιότητες, τα προσωπεία που φορά ο αφηγητής των τεσσάρων υστεροβυζαντινών δημωδών ποιημάτων που είναι γνωστά ως «πτωχοπροδρομικά» ποικίλλουν. Απαράλλαχτες μένουν σε κάθε ποίημα μονάχα η απελπιστική πενία του και η μόνιμη πείνα του, αυτές που τον αναγκάζουν να γράψει στον αυτοκράτορά του ζητώντας τη συνδρομή του. Σώσε με από τις στερήσεις, από τη φτώχεια, «των δανειστών μου, βασιλεύ, λύσον τις απαιτήσεις» παρακαλεί τον βασιλιά Μανουήλ Κομνηνό (1143-1180) ο λεγόμενος Πτωχοπρόδρομος.
          Με αυτό το όνομα ως τίτλο, που λειτουργεί ως ειδολογικός χαρακτηρισμός μιας σειράς επαιτικών ποιημάτων του 12ου αιώνα, κυκλοφορεί από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης η νεότερη και πληρέστερη μέχρι στιγμής κριτική έκδοση αυτών των στιχουργημάτων: η έκδοση του γερμανού νεοελληνιστή Χανς Αϊντενάιερ του 1991, μεταφρασμένη στα ελληνικά, με αναλυτική εισαγωγή, εξαντλητικό γλωσσάριο, ελκυστική τυπογραφική εμφάνιση και σχέδια του Αλέκου Φασιανού που διανθίζουν ανάλαφρα τη σοβαρότητα του φιλολογικού κειμένου.

Γρουσούζης, τεμπέλης, στριμμένος, κακόγλωσσος
 
            Ηταν πραγματικό πρόσωπο ο Πτωχοπρόδρομος; Το ζήτημα απασχόλησε επί μακρόν τους ερευνητές. Δεν είναι ο Θεόδωρος Πρόδρομος, ο λόγιος ποιητής της αυλής των Κομνηνών, καταλήγει στην εισαγωγή του ο Χανς Αϊντενάιερ, δεν ήταν καν ένα πρόσωπο ο συντάκτης αυτών των δεκαπεντασύλλαβων στίχων, αλλά πιθανότατα περισσότεροι συγγραφείς που ακολούθησαν ένα πρότυπο επαιτικής σατιρικής ποίησης εξαιρετικά δημοφιλές, το οποίο ξεκίνησε ως γραπτό δημώδες κείμενο, πέρασε στην προφορική παράδοση και έγινε αντικείμενο μίμησης.
           Από τα πρώτα νεοελληνικά κείμενα, γραμμένα σε δημώδη ποιητική κοινή - ένα γλωσσικό ιδίωμα που κρατά αποστάσεις τόσο από τη λόγια γλώσσα όσο και από τις τοπικές διαλέκτους -, τα πτωχοπροδρομικά χρονολογούνται περίπου από την εποχή του ακριτικού έπους του Διγενή Ακρίτη. Δεν τοποθετούνται όμως στις εσχατιές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, δεν αποκαλύπτουν τις σχέσεις της με τους Αραβες και άλλους λαούς, δεν αφηγούνται τα θαυμαστά κατορθώματα ενός ήρωα. Από τις σκηνές του πολέμου μάς μεταφέρουν στον κλειστό χώρο της οικογενειακής ή της μοναστικής ζωής, στις γειτονιές της Βασιλεύουσας, με πρωταγωνιστή έναν αντιήρωα, του οποίου η μόνη φιλοδοξία είναι να γεμίσει το στομάχι του, μετερχόμενος διάφορα τεχνάσματα, σαν τον Καραγκιόζη.
            Γρουσούζη, τεμπέλη, απρόκοφτο, στριμμένο, κακόγλωσσο και σιχαμερό κόλακα χαρακτηρίζει τον Πτωχοπρόδρομο αυτών των σύντομων ψευδοαυτοβιογραφικών ποιημάτων σε ομώνυμο δοκίμιό του ο Φώτης Κόντογλου. «Αυθέντα μου πανσέβαστε, δόξα και καύχημά μου», «δέσποτα στεφηφόρε, σκηπτούχε κομνηνόβλαστε, κράτιστε κοσμοκράτορ» προσφωνεί τον αυτοκράτορά του ο επαίτης και συνεχίζει τις κολακείες του προλογίζοντας σε στομφώδες λόγιο ύφος. Σε γλώσσα δημώδη, αφηγείται στη συνέχεια τα βάσανά του και αποκαλύπτεται οκνηρός και φυγόπονος. Αντιδρά στα καθήκοντα στο μοναστήρι και δεν θέλει ευθύνες στην οικογένεια. Οταν χτυπά το παιδί του, εκμεταλλεύεται την αναστάτωση για να κλέψει τρόφιμα από το ντουλάπι της γυναίκας του.
             Δεν είναι συμπαθής, είναι όμως διασκεδαστικός. Σατιρίζει τους πάντες, και τον εαυτό του τον ίδιο. Γι' αυτό και τα πτωχοπροδρομικά ποιήματα ήταν αγαπητά και διαδόθηκαν ευρέως. Σώζονται σε αρκετά χειρόγραφα, που φτάνουν τα επτά για το τέταρτο ποίημα και το τρίτο ποίημα, του οποίου παροιμιώδης παραμένει ως σήμερα ο στίχος του ταλαίπωρου γραμματικού: «Ανάθεμαν τα γράμματα, Χριστέ, κι οπού τα θέλει».
            Κωμικά, με ένα ελευθέριο λαϊκό χιούμορ που επανεκτιμάται στη μεταμοντέρνα εποχή, αυτά τα μεσαιωνικά στιχουργήματα ψυχαγωγούν και τον σύγχρονο αναγνώστη. «Αλλά τα μέτρα πού ωφελούν την άμετρόν μου πείναν;» παραπονείται ο ίδιος γραμματικός. Εκείνος αναφέρεται στον ίαμβο, στον σπονδείο, στον πυρρίχιο, στα μέτρα της ποίησης τα οποία μελετά, εμείς όμως ως σύγχρονοι Πτωχοπρόδρομοι διαβάζουμε στα λόγια του και ένα σχόλιο για άλλα μέτρα που μας παιδεύουν.
             Οι πληροφορίες που αλιεύουμε από τα στιχουργήματα αυτά για την καθημερινή και την ιδιωτική ζωή στο Βυζάντιο είναι πλούσιες: για τάξεις, για επαγγέλματα, για νομίσματα και, κυρίως βέβαια, για φαγητά. Χονδρόγυλο (ψωμί), απάκι και τυρίτσιν κρητικό, χορδοκοιλίτσι (πατσάς) και χουρδουβελία (κοκορέτσι), γοφάρια, γαλέοι, θύννες (τόνοι) και ψάρια παστά, σφουγγάτο (ομελέτα) και το περίφημο ευωδιαστό μονοκυθρίτσιν, που διαρκώς ορέγεται ο Πτωχοπρόδρομος, φαγητό μαγειρεμένο στη χύτρα με πολλά υλικά. Λέξεις γνωστές και άλλες γοητευτικά άγνωστες, καταγράφονται όλες στο γλωσσάρι που συνέταξαν η Τίνα Λεντάρη, λέκτωρ Μεσαιωνικής Δημώδους Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, και ο νεοελληνιστής Νότης Τουφεξής, καθιστώντας αυτά τα κείμενα του 12ου αιώνα προσιτή ψυχαγωγία και για τον πολύπαθο έλληνα αναγνώστη του 21ου αιώνα.
 
αναδημοσίευση από το <<Βήμα>>

Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2015

H BYZANTINH ΔΡΑΜΑ

 
 
 
 
 
της Δήμητρας Βασλή, από την εργασία της <<Η ΔΡΆΜΑ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ>>
 
 

             Η βυζαντινή περίοδος της Δράμας αρχίζει με τον διαχωρισμό της ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας σε Ανατολική και Δυτική, με τη Δράμα να ανήκει στην Ανατολική Αυτοκρατορία, με πρωτεύουσα τη Νέα Ρώμη ή Κωνσταντινούπολη.
            Η Δράμα ήκμασε κατά τη βυζαντινή εποχή πολύ περισσότερο απ’ ότι κατά την αρχαία, την μακεδονική και την ρωμαϊκή. Επειδή δεν βρισκόταν σε στρατηγική θέση, η Δράμα ευτύχησε να σταδιοδρομήσει ειρηνικά και στα βυζαντινά χρόνια να βρίσκεται μακριά από πολέμους και οξείς αγώνες. Γι’ αυτό και αναφέρεται σπάνια από τους βυζαντινούς συγγραφείς, ενώ από τον 9ο αιώνα μ. Χ. σημειώνεται περισσότερο σαν γεωγραφικός τόπος και ειρηνικός οικισμός φιλήσυχων πολιτών. Η πλούσια πεδιάδα της, η πυκνοκατοικημένη ύπαιθρος από την οποία περιβάλλεται, η θέση της η οποία την κράτησε μακριά από κατακτητικές επιδρομές, εκτός από αυτές που σημειώθηκαν κατά τα χρόνια των βουλγαρικών εισβολών, συνέβαλαν πάρα πολύ σ’ αυτή την ακμή.
         Στη μεσοβυζαντινή εποχή (9ος – αρχές 13ου μ. Χ. αιώνας) η Δράμα αναπτύσσεται σε ισχυρό κάστρο με στρατηγική σημασία και ζωηρό εμπορικό ενδιαφέρον, ενώ εξακολουθεί να υπάγεται στους Φιλίππους από διοικητική και εκκλησιαστική άποψη.
 
Μέρος των βυζαντινών τειχών της Δράμας
 
 
 
 
 

         Ο άραβας γεωγράφος Αλ-Ιδρισί κατά την περιοδεία του τον 12ο μ. Χ. αιώνα, περιέ-γραψε τη Δράμα σαν πόλη πλούσια, περιτριγυρισμένη από κατοικίες και αμπέλια. Στα χρόνια αυτά η Δράμα ήταν ήδη τειχισμένη και ο εντός των τειχών πληθυσμός της δεν πρέπει να ξεπερνούσε τους 2000 κατοίκους. Στο μικρό αυτό αριθμό περιλαμβάνεται και μια ακμαία παροικία Εβραίων, για χάρη της οποίας την πόλη επισκέφθηκε ο ισπανοεβραίος ραβίνος Βενιαμίν από την Τουδέλη (περίπου το 1165).
         Το πολίχνιο (μικρή οχυρωμένη πόλη) της Δράμας, μολονότι επισκιάστηκε από τη λαμπρή ιστορία των γειτονικών Σερρών και Φιλίππων, αναπτύχθηκε με σταθερό ρυθμό.

         Απέκτησε τείχη, το αργότερο στα τέλη του 10ου αιώνα και στην ίδια περίοδο, κτίστηκε ο ιδιαίτερα σημαντικός από αρχιτεκτονική άποψη Ναός της Αγίας Σοφίας.
          Από τα βυζαντινά τείχη σήμερα διατηρούνται τμήματα διάσπαρτα στο ιστορικό κέντρο της πόλης (οδός Μιαούλη, ναός Ταξιαρχών, οδός 19ης Μαΐου), τα οποία προσφέρουν σαφή εικόνα των διαστάσεων και της τοιχοδομίας τους.
 
 
Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ της ΔΡΑΜΑΣ
 
 
 
 

         Στο βόρειο τομέα της επιφάνειας που ορίζουν τα τείχη βρίσκεται ο τρουλλαίος μεταβατικού τύπου ναός της Αγίας Σοφίας, που όμως σύμφωνα με τις γραπτές πηγές, αρχικά πρέπει να ήταν αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Ο ναός στη σημερινή του μορφή περιλαμβάνει εκτός από το βυζαντινό πυρήνα, τις προσθήκες των χρόνων της τουρκοκρατίας (υπόστηλος προθάλαμος στο δυτικό τμήμα του ναού και καμπαναριό – παλαιότερα μιναρές).
          Σε όλη την Υστεροβυζαντινή περίοδο (αρχές 13ου μ. Χ. αιώνα – 1453) η Δράμα αλλάζει συνεχώς κυριάρχους, όπως όλες οι βυζαντινές επαρχίες.
         Η φραγκική κατάκτηση της Δράμας είχε αρχίσει από το 1206 και ο πρώτος Φράγκος κατακτητής της πόλης ήταν ο βασιλιάς Βονιφάτιος ο Μομφερατικός, ο οποίος κατέλαβε το κάστρο της και μπήκε ο ίδιος επικεφαλής των ιπποτών του στην πόλη το φθινόπωρο του 1206. Κατά την παραμονή του στη Δράμα ενίσχυσε με επισκευές (οχύρωσε) το κάστρο προφανώς για να μπορεί να αντιτάξει ισχυρή άμυνα στις ληστρικές επιδρομές του ηγεμόνα των Βουλγάρων και Βλάχων Ιωαννίτση, ο οποίος την εποχή εκείνη πραγματοποιούσε καταστροφικές επιδρομές στην κεντρική και ανατολική Μακεδονία.
         Η παρουσία των Φράγκων στη Δράμα δεν άφησε κανένα ίχνος. Η εξήγηση που μπορεί να δοθεί είναι πως οι Φράγκοι έμειναν λίγα χρόνια στη Δράμα και πως τα ίχνη που οπωσδήποτε θα άφησαν εξαφανίστηκαν αμέσως από τους Έλληνες κατοίκους που είχαν πολλά υποφέρει από την καταπίεση των Φράγκων.
          Η κυριαρχία των Φράγκων στη περιοχή κράτησε μόνο 17 χρόνια, από το 1206 μέχρι το 1223, όταν την κατέλυσε ο ηγεμόνας του Δεσποτάτου της Ηπείρου, Θεόδωρος Άγγελος.
         Το 1230 καταλαμβάνεται από τον Τσάρο της Βουλγαρίας Ιωάννη Ασέν Β’ και το 1245 επανήλθε στους Βυζαντινούς.
          Στην κατοχή των Βυζαντινών βρέθηκε μεταξύ των ετών 1242/43 και 1246, όταν ο Ιωάννης Βατάτζης κατέλαβε όλη την περιοχή της ανατολικής Μακεδονίας.Παρέμεινε βυζαντινή ως το χρόνο κατάληψής της από τους Σέρβους (1344 – 45), γνωρίζοντας στο μεταξύ διάστημα την καταστροφική μανία των εμφυλίων πολέμων. Έτσι κατά το 1321-1328, όταν ξέσπασε ο εμφύλιος των δύο Ανδρόνικων, ανήκε στο τμήμα που υποστήριζε τον Ανδρόνικο Β’ Παλαιολόγο. Κατά το 1341 – 1347, στη διαμάχη μεταξύ Ιωάννη Κατακουζηνού και του Αλεξίου Απόκαυκου, η οποία διέλυσε και τις τελευταίες ισορροπίες της αυτοκρατορίας και διευκόλυνε την είσοδο των Σέρβων στη Μακεδονία, βρέθηκε στο τμήμα που υποστήριζε τον Ιωάννη Απόκαυκο.
          Για την εποχή αυτή έχουμε την πληροφορία από το Νικηφόρο Γρηγορά ότι η αυτοκράτειρα Ειρήνη η Μομφερατική, σύζυγος του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β’ Παλαιολό-γου (1284 – 1313), φθάνει από τη Θεσσαλονίκη στη Δράμα όπου πεθαίνει και ενταφιάζεται γύρω στα 1320. Αργότερα γίνεται η ανακομιδή του λειψάνου στην Κωνσταντινούπολη και η εναπόθεσή του στη Μονή Παντοκράτορα. Την ανακομιδή του λειψάνου φρόντισε η κόρη της Ειρήνης και του Ανδρόνικου Β’, Σιμωνίς, που ήταν σύζυγος του Μιλούτιν, κράλη των Τριβαλλών δηλαδή των Σέρβων. Η παρουσία και η παραμονή μιας αυτοκράτειρας τις πρώτες δεκαετίες του 14ου αιώνα στη Δράμα δείχνει πως την εποχή αυτή η Δράμα μπορούσε να φιλοξενήσει, έστω για λίγο μια αυτοκράτειρα.
         Οι διοικητές της μέχρι το χρόνο που καταλήφθηκε από τους Σέρβους είναι σε μεγάλο βαθμό άγνωστοι.
         Το 1346 ο κράλης (βασιλιάς) των Σέρβων Στέφανος Δουσάν καταλαμβάνει τη Δράμα. Μετά το θάνατο του, «καίσαρας» της Δράμας τοποθετήθηκε ο Βοΐχνας το 1355.
         Το 1371 ανακαταλαμβάνεται από τον Μανουήλ Β’ Παλαιολόγο και παραμένει στη Βυζαντινή αυτοκρατορία μέχρι την οθωμανική κατάκτηση το 1383. 
 

         

Η υποτίμηση του βυζαντινού νομίσματος

 
 του Θάνου Δασκαλοθανάση

 
 
         Στα χρόνια της βασιλείας του Νικηφόρου Φωκά (963-969) εμφανίζεται ένα νέο χρυσό νόμισμα, το λεγόμενο τεταρτηρόν, ίδιο σε σχήμα και εμφάνιση με το κανονικό νόμισμα αλλά λίγο ελαφρύτερο από αυτό, που συνιστούσε μια πρώτη υποτίμηση όσον αφορά την ελάττωση του βάρους. Το νόμισμα αυτό φαίνεται να ήταν ελαφρύτερο του <<ιστάμενου>>, δηλαδή του κανονικού κατά ¼ του τετάρτου, του έλλειπε δηλαδή ένα μικρό τέταρτο και χρησιμοποιήθηκε για τις πληρωμές του κράτους και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, ενώ οι πληρωμές προς το κράτος εξακολουθούσαν να γίνονται με τα πιο βαριά, τα κανονικά νομίσματα. Το μέτρο αυτό του Φωκά εγκαινιάζει τη νομισματική σύγχυση και σαφέστατα δηλώνει τις δυσκολίες των καιρών, τους αγώνες δηλαδή εναντίον των Αράβων και τις πολυδάπανες εκστρατείες.
      Μια πολύ σοβαρή πτυχή της κρίσης του Βυζαντίου κατά τον 11ο αιώνα ήταν η πολιτική της υποτίμησης του νομίσματος μέσω της νόθευσης του τώρα με κατώτερα μέταλλα . Ύστερα από 7 αιώνες περίπου, το παραδοσιακό χρυσό νόμισμα, ο χρυσός σόλιδος του Κωνσταντίνου, χάνει το κύριο χαρακτηριστικό του γνώρισμα, την καθαρότητα των 24 καρατίων σε πολύτιμο μέταλλο. Είναι η στιγμή της υποτίμησης του βυζαντινού νομίσματος, που θα πρέπει να χωριστεί σε δυο περιόδους: της ελεγχόμενης υποτίμησης (1024-1071) και της ανεξέλεγκτης και καταστροφικής υποτίμησης μετά τo 1261.
     Μετά τις καταστροφικές για τη σύνθεση του στρατού αποφάσεις του Κωνσταντίνου Μονομάχου(1042 - 1055) για την εξαγορά της θητείας, της δυνατότητας δηλαδή των πολιτών να εξαγοράζουν τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις, αποδυναμώθηκε ο στρατός των Θεμάτων και αυξήθηκαν οι ανάγκες σε μισθοφόρους. Τότε ο αυτοκράτορας αποφάσισε να κόψει ένα ελαφρύτερο νόμισμα με περιεκτικότητα σε χρυσό λιγότερο από 24 καράτια, για να χρηματοδοτήσει τα έξοδα των μισθοφόρων.Ήταν η πρώτη σοβαρή υποτίμηση του χρυσού σόλιδου, η αξία του οποίου είχε παραμείνει σταθερή για περισσότερο από επτακόσια χρόνια. Η πολιτική της υποτίμησης σαν προέκταση των οικονομικών προβλημάτων, σε συνδυασμό με τις ήττες στα πεδία των μαχών και την αστάθεια της πολιτικής εξουσίας, έμελλε να έχει καταστροφικές συνέπειες.
          Μετά την επιτυχημένη βασιλεία του Βασιλείου Β΄, θα παρουσιαστεί μεγάλο έλλειμμα ικανών αυτοκρατόρων. Θα ανεβούν στο θρόνο άνθρωποι μειωμένων ικανοτήτων, όσον αφορά τη διαχείριση των στρατιωτικών υποθέσεων αλλά και την πολιτική διαχείριση της αυτοκρατορίας. Η εσωτερική αυτή αποσύνθεση της βυζαντινής εξουσίας θα αρχίσει να διαβρώνει τις αυτοκρατορικές παραδόσεις.
Η αδυναμία της κεντρικής εξουσίας θα προκαλέσει μια σειρά από εχθρικές επιθέσεις. Από τα δυτικά οι Νορμανδοί, στον Καύκασο εξέγερση των ντόπιων ηγεμόνων, επιδρομές Βούλγαρων και Ρώσων και προέλαση των Σελτζούκων.Όμως η σοβαρότερη στρατιωτική απειλή ήταν οι Πετσενέγκοι, που διέσχισαν τον παγωμένο Δούναβη το χειμώνα του 1046-1047, σηματοδοτώντας την αρχή ενός εξαετούς πολέμου στα Βαλκάνια (1048-10539).
           Παρόλο που ο Κωνσταντίνος Μονομάχος είχε στη διάθεσή του ικανότατους στρατηγούς, όπως τον Γεώργιο Μανιάκη και τον Κατακαλών Κεκαυμένο, ανέθετε την διοίκηση το στρατού σε αυλικούς αξιωματούχους μέσα σε ένα κλίμα καχυποψίας και μηχανορραφιών. Όπως σχολιάζει ο Ιωάννης Σκυλίτζης, με πρόδηλη αποδοκιμασία, καθ΄όλη τη διάρκεια της βασιλείας του συνέχισε να ξοδεύει μεγάλα χρηματικά ποσά στα μεγαλεπήβολα οικονομικά του σχέδια (ιδρύσεις και ανακαινίσεις μονών, εκκλησιών), ενώ καθιέρωσε την συνήθεια της εκμίσθωσης των φόρων σε ιδιώτες. Οι εκμισθωτές των φόρων πλήρωναν άμεσα στην αυτοκρατορία τους φόρους που έπρεπε να καταβάλει μια περιοχή και στη συνέχεια τους εισέπρατταν οι ίδιοι από τους φορολογούμενους. Το μέτρο αυτό αποδείχθηκε ολέθριο, αφού οι ιδιώτες εισέπρατταν από τους πολίτες ποσά πολύ μεγαλύτερα από εκείνα που σύμφωνα με τους νόμους έπρεπε να καταβληθούν.
         Για να αντιμετωπίσει τις οικονομικές ανάγκες έκοψε ένα ελαφρύτερο χρυσό νόμισμα, το τεταρτηρόν, το οποίο θεωρήθηκε ισότιμο του χρυσού και χρησιμοποιήθηκε για την πληρωμή των μισθοφόρων. Ο αυτοκράτορας όμως συνέχισε και την τακτική της υποτίμησης του νομίσματος, του παραδοσιακού χρυσού κέρματος, στο οποίο ο Κωνσταντίνος Η΄(1025-1028) και ο Μιχαήλ Δ΄( 1034-1041) είχαν προσθέσει μια μικρή ποσότητα αργύρου μειώνοντας την περιεκτικότητά του σε χρυσό σε λιγότερο από 95%. Επί Κωνσταντίνου Θ ΄ η διαδικασία υποτίμησης του άλλοτε πανίσχυρου βυζαντινού νομίσματος επιταχύνθηκε και, όπως φάνηκε, πήρε ανεξέλεγκτη τροπή: εκδόθηκαν τέσσερα χρυσά νομίσματα αυξάνοντας την υποτίμηση στο 81 %. Αλλά και αυτά υποβαθμίστηκαν αφού η αρχική περιεκτικότητά τους σε χρυσό έφτασε το 73%. Οι αυτοκράτορες που ακολούθησαν, συνέχισαν να προσθέτουν λιωμένα αργυρά νομίσματα στα χρυσά, μέχρι που το νόμισμα έφτασε να περιέχει μόνο 10% χρυσό τη δεκαετία του 1080. Η διαφορά μεταξύ αυτών των νομισμάτων και των νομισμάτων του Βασιλείου Β΄, γινόταν αμέσως αντιληπτή και όλοι ζητούσαν να πληρωθούν με το παλιό καλό νόμισμα απορρίπτοντας την υποτιμημένη μονάδα.
        Η υποτίμηση δεν αναφέρεται σε καμιά ιστορική πηγή της εποχής εκείνης. Την ανακάλυψαν οι σύγχρονοι νομισματολόγοι που ανέλυσαν το μειούμενο βάρος των χρυσών νομισμάτων του 11ου αιώνα και υπολόγισαν την σταθερή αύξηση του κράματος αργύρου που χρησιμοποιούνταν. Η απόφαση να υποβαθμιστεί η αξιοπιστία ενός τόσο ισχυρού υπόβαθρου της αυτοκρατορίας παραμένει ανεξήγητη. Πώς είναι δυνατόν οι ηγεμόνες του Βυζαντίου να μην αντιλαμβάνονταν τους κλυδωνισμούς που θα επέφερε η υποτίμηση του νομίσματος τόσο στην επικράτεια όσο και στο εξωτερικό;
          Από τη στιγμή που έγινε η αρχή, η συνέχεια ήταν αδύνατον να αποφευχθεί. Μετά την ήττα στο Μαντζικέρτ το 1071, η υποτίμηση έλαβε ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις λόγω της διόγκωσης των στρατιωτικών και οικονομικών προβλημάτων. Τα στρατεύματα αρνούνταν να πληρωθούν με τα αγνώριστα πλέον χρυσά τεταρτηρά και νομίσματα, ενώ οι έμποροι απέρριπταν τη βυζαντινή μονάδα και προτιμούσαν τα χρυσά αραβικά δηνάρια ή και τα φτηνά αργυρά νομίσματα που κόβονταν στις ευρωπαϊκές πόλεις. Το αυτοκρατορικό κύρος του Βυζαντίου αιμορραγούσε…
         Μια ισχυρή παράδοση του βυζαντινού πολιτισμού, το << δολάριο και ευρώ>> του Μεσαίωνα, όπως ετεροχρονισμένα χαρακτηρίστηκε, υπονομεύτηκε. Λίγο πριν από τις αρχές του 12ου αιώνα, ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός αντιλήφθηκε ότι έπρεπε να ανατρέψει αυτή την πτωτική πορεία, και το 1092 έκοψε ένα νόμισμα 20,5 καρατίων σε χρυσό, το υπέρπυρον, που αντικατέστησε τα ευτελή νομίσματα. Αν και το νέο νόμισμα δεν ήταν πια επίπεδο αλλά κοιλόκυρτο, και δεν απέκτησε ποτέ εφάμιλλο κύρος με το παλαιό, η αυτοκρατορία επανέκτησε μια αξιόπιστη χρυσή μονάδα που τη βοήθησε να επανακάμψει από τη ζημιογόνο πολιτική της υποτίμήσης.
        Η περίοδος (1261-1453) χαρακτηρίζεται από την έλλειψη χρυσών νομισμάτων και τις τελευταίες κοπές υπέρπυρου που χρονολογούνται γύρω στο 1350. Το 1294 ο Ανδρόνικος Β΄ και ο Μιχαήλ Θ΄ καθιερώνουν το λεγόμενο βασιλικό νόμισμα, το οποίο είναι ίδιο με τα ασημένια δουκάτα. Αποτελείται από καθαρό ασήμι και έχει επίπεδο σχήμα. Την περίοδο 1330-1340 το βάρος του νομίσματος αυτού ελαττώνεται και τον 14ο αιώνα τη θέση του την παίρνει ένα καινούργιο αργυρό νόμισμα, το σταυράτο. Ταυτόχρονα συνεχίζουν να κυκλοφορούν νομίσματα από κράμα και χάλκινα.
                       
  Πηγή: << Τι είναι το Βυζάντιο>>, Τζούντιθ Χέριν
Άρθρο της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη, Φιλολόγου-Ιστορικού Βυζαντινής Ιστορίας
Χρυσό βυζαντινό νόμισμα: δολάριο του Μεσαίωνα, Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ

Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2015

Μονή Ζωγράφου -- Άγιον Όρος





του Ιωσήφ Λεμονιάδη
 

            Το μοναστήρι αυτό βρίσκεται πάνω στο βουνό, αθέατο από την παραλία και χωμένο σε μια δασωμένη πλαγιά της νοτιοδυτικής πλευράς της χερσονήσου. Για να το επισκεφθεί κανείς πρέπει να βαδίσει μια ώρα περίπου από τον αρσανά του και πάνω από 3 ώρες από τις Καρυές. τιμάται στη μνήμη του αγίου Γεωργίου (23 Απριλίου).
             Σύμφωνα με την παράδοση, η μονή Ζωγράφου ιδρύθηκε γύρω στο 1000, στα χρόνια που αυτοκράτορας στο Βυζάντιο ήταν ο Λέων ΣΤ ' ο σοφός, από 3 μοναχούς, τον Μωυσή, τον Ααρών και τον Ιωάννη, που ήταν αδέρφια και κατάγονταν από την Αχρίδα. Η ίδια παράδοση, εξάλλου, μας πληροφορεί ότι οι 3 αυτοί ιδρυτές διαφωνούσαν ως προς την αφιέρωση του μοναστηριού, προ- τάσσοντας ο καθένας το πρόσωπο ή την εορτή που προτιμούσε. Συγκεκριμένα πρότειναν αντίστοιχα την Παναγία, τον άγιο Νικόλαο και τον άγιο Γεώργιο, αλλά επειδή ήταν αδύνατο να καταλήξουν μόνοι τους κάπου, αποφάσισαν να αφήσουν το όλο θέμα στη θεία θέληση.'Ετσι έκλεισαν μέσα στο καθολικό μια ξύλινη πλάκα και άρχισαν να προσεύχονται να γίνει το θαύμα. Πράγματι όταν πήγαν για να δουν το αποτέλεσμα, βρήκαν ζωγραφισμένη πάνω στο ξύλο την εικόνα του αγίου Γεωργίου, στον οποίο και αφιέρωσαν τη μονή και από το γεγονός αυτό ακριβώς την ονόμασαν μονή του αγίου «Γεωργίου τού Ζωγράφου».
           Το ότι υπήρχε το μοναστήρι από το 1000 φαίνεται καθαρά από το κείμενο του Α 'Τυπικού του Αγίου 'Ορους, όπου υπογράφει ως ηγούμενός του ο «Γεώργιος ό Ζωγράφου». Η ιστορία του όμως μας είναι άγνωστη στους αμέσως επόμενους αιώνες, ίσως γιατί κάηκαν πολλά αρχεία από την εποχή αυτή. 'Ετσι ερχόμαστε στον 13ο αιώνα, όπου τοποθετείται κανονικά ανάμεσα στις άλλες αγιορειτικές μονές και μάλιστα με μοναχούς Βουλγάρους. Στο τέλος περίπου του αιώνα αυτού φρόντισε πολύ για τη μονή ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Mιχαήλ Η .Παλαιολόγος, ώστε απορεί κανείς πώς αυτός ο ίδιος με τη συνεργασία και του πατριάρχη Ιωάννη Βέκκου, ταγμένοι και οι δύο υπέρ της ενώσεως των δύο Εκκλησιών , βασάνισαν αγιορείτες ανθενωτικούς μοναχούς.
           Ειδικά στη μονή Ζωγράφου λένε ότι μαρτύρησαν, αφού ρίχτηκαν στη φωτιά από απεσταλμένους του αυτοκράτορα, 26 μοναχοί της και σε ανάμνηση αυτού του γεγονότος κτίστηκε το 1873 και υπάρχει και μέχρι σήμερα ακόμη, ευλαβικά διατηρημένο, ένα κενοτάφιο μέσα στην αυλή. Οι αλύγιστοι εκείνοι ασκητές, πιστοί στην ορθόδοξη παράδοση και κηρυγμένοι με φανατισμό εναντίον της ενώσεως των εκκλησιών κάηκαν ζωντανοί μέσα στον πύργο της μονής στις 1 0 Οκτωβρίου 1276, όπως αναφέρει η επιγραφή του μνημείου.
            Το μοναστήρι λίγο αργότερα έζησε ξανά δύσκολες στιγμές και μάλιστα από τους Καταλανούς πειρατές, που το έκαψαν και το κατέστρεψαν στο μεγαλύτερο μέρος του. Ανοικοδομήθηκε όμως σύντομα χάρη στις χορηγίες των Παλαιολόγων αυτοκρατόρων και κυρίως του Α νδρόνικου Β .και του Ιωάννη Ε ., καθώς επίσης και πολλών ηγεμόνων των παραδουναβίων χωρών . 'Ετσι αρχίζει μια νέα καλή οπωσδήποτε περίοδος για το μοναστήρι, που όμως δεν συνεχίστηκε για πολύ καιρό.
            Άλλαξαν σιγά σιγά τα πράγματα προς το χειρότερο και έφτασε μέχρι την τέλεια σχεδόν ερήμωσή του. Τη φορά αυτή την ανακαίνισή του θα την αναλάβουν οι ηγεμόνες της Ουγγροβλαχίας, από τους οποίους ξεχωρίζει ο Στέφανος ΣΤ .ο καλός, που εργάστηκε πολύ για το μοναστήρι (1502). Στη συνέχεια έγιναν και άλλες εργασίες στη μονή. Συγκεκριμένα το 1716 ανακαινίστηκε η νοτιοανατολική πτέρυγα και στα χρόνια 1862-1896 επισκευάστηκαν η βορεινή με το μεγάλο πρόπυλο της μονής και η δυτική, που είναι και η ψηλότερη με τους εξαιρετικά χονδρούς τοίχους της, την κοινή τράπεζα και το αρχονταρίκι της. Γενικά ακολούθησε μια ανοδική πορεία σε όλη αυτή την περίοδο και η μονή Ζωγράφου έφτασε στο σημείο να ξεπερνά σε πλούτο πολλές από τις άλλες μονές του 'Ορους.
              Ως προς την εθνικότητα των πατέρων της μονής, στις αρχές του 180υ αιώνα και για πολύ καιρό, εκτός από τους Βουλγάρους κατοικούσαν σ' αυτή και Σέρβοι, καθώς και πολλοί 'Ελληνες μοναχοί. Αυτό μπορούμε να το καταλάβουμε από το ότι οι Ακολουθίες στη μονή αυτή ψάλλονταν και στις δύο γλώσσες, στην ελληνική και βουλγαρική. Αλλά από το 1845 και μέχρι σήμερα επικράτησε το βουλγαρικό στοιχείο και έμειναν μόνο Βούλγαροι μοναχοί. Αυτοί, καθώς και άλλοι ομοεθνείς τους, που βρίσκονταν σε σκήτες και σε κελλιά του Άθω, δεν πήραν μέρος στο βουλγαρικό σχίσμα, στο τέλος του περασμένου αιώνα, γι' αυτό και ονομάστηκαν «Βουλγαρορθόδοξοι». Το καθολικό της μονής είναι νεότερο κτίσμα (1800) , όπως και η τοιχογράφησή του ( 1817) .σε μια πέτρα στη νοτιοδυτική γωνία υπάρχει η χρονολογία 1840, πράγμα που σημαίνει ότι η πλευρά αυτή και ο υαλόφρακτος εξωνάρθηκάς του είναι μεταγενέστερα. Ακολουθεί ωστόσο μορφολογικά τον αγιορειτικό τρίκογχο τύπο και είναι κτισμένο με ωραία ισόδομη τοιχοποιία από λαξευμένες ορθογώνιες πέτρες και πλίνθους. σε μερικά σημεία στις τέσσερις πλευρές του υπάρχουν εντοιχισμένα αξιόλογα ανάγλυφα κομμάτια με διάφορες παραστάσεις. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν, τέλος, το θαυμάσιο ξυλόγλυπτο τέμπλο και η Αγία Τράπεζα του καθολικού. Η τράπεζα, πολύ ευρύχωρη και χωρίς τοιχογραφίες, βρίσκεται απέναντι από την κεντρική είσοδο του καθολικού ενσωματωμένη στη δυτική πλευρά της μονής. Η φιάλη του αγιασμού υψώνεται κοντά στη βορειοδυτική εξωτερική γωνία του ναού και διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση. Κατασκευασμένη όλη από μάρμαρο στεγάζεται με θόλο, που στηρίζεται πάνω σε 8 πεσσοκολόνες, τα ενδιάμεσα των οποίων , εκτός από δύο, φράζονται με θωράκια. Η κρήνη στο κέντρο με λεοντοκεφαλές υποβαστάζεται από μια μαρμάρινη μορφή καλογήρου, ενώ οι τοιχογραφίες στο εσωτερικό της θόλου σώζονται πολύ ξεθωριασμένες.               
               Εκτός από τον κεντρικό ναό η μονή διαθέτει και άλλα 8 παρεκκλήσια μέσα και 8 έξω από αυτή. Από αυτά τα σπουδαιότερα είναι δύο, της Παναγίας (Ακαθίστου), που βρίσκεται ανεξάρτητο μέσα στην αυλή και πλάι στο καθολικό με τοιχογραφίες του έτους 1780, και των Θεσσαλονικέων Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, στη δυτική πλευρά της μονής πάνω από την τράπεζα. Τα υπόλοιπα είναι: τρία με νεότερες τοιχογραφίες, της Μεταμορφώσεως (1869), του Προδρόμου (1768) και. του Αγίου Δημητρίου, και άλλα τρία χωρίς τοιχογραφίες, των Αγίων Αναργύρων, των Αρχαγγέλων και των 26 Μαρτύρων. Τα παρεκκλήσια έξω από τη μονή βρίσκονται σε διάφορα εξαρτήματά της, καθίσματα και κελλιά. Τέλος σ' αυτήν ανήκουν δύο εργαστήρια στις Καρυές και ένα κελλί, της Μεταμορφώσεως, που χρησιμεύει για αντιπροσωπείο της. Από άποψη κειμηλίων η μονή Ζωγράφου σεμνύνεται κυρίως για τις δύο μεγάλες φορητές εικόνες του αγίου Γεωργίου, που φυλάσσονται στο καθολικό της, δεξιά και αριστερά στα δύο προσκυνητάρια του κυρίως ναού. Από αυτές η μία, στο δεξί προσκυνητάρι, θεωρείται αχειροποίητη προερχόμενη από την εποχή των πρώτων κτιτόρων της μονής, ενώ σχετική παράδοση αναφέρει ότι ένας ολιγόπιστος επίσκοπος, για να διαπιστώσει την αχειροποίητη πράγματι κατασκευή της, ακούμπησε πάνω σ' αυτή το δάκτυλό του, που αποκόπηκε αμέσως και φαίνεται ακόμη σήμερα κολλημένο πάνω στην εικόνα. Η δεύτερη εικόνα, αριστερά, εξίσου αξιόλογη με την προηγούμενη, διατηρεί μια μεταλλική επένδυση του 1822. Στη μονή σώζονται επίσης δύο ακόμη αξιόλογες εικόνες της Θεοτόκου, του Ακαθίστου και της Επακούουσας, για τις οποίες υπάρχουν αντίστοιχα δύο παραδόσεις. Για την πρώτη ότι κάποτε ένας γέροντας μοναχός διάβαζε αδιάκοπα μπροστά της τον Ακάθιστο ύμνο, οπότε με αυτόν ειδοποίησε η Παναγία τους άλλους πατέρες ότι έρχονται εναντίον τους πειρατές και με αυτό τον τρόπο γλύτωσαν , αφού έλαβαν τα κατάλληλα μέτρα. Εκτός από τις θαυματουργές αυτές εικόνες της Θεοτόκου και του αγίου Γεωργίου, η μονή κατέχει πολλά τεμάχια από λείψανα αγίων, ιερά άμφια και εκκλησιαστικά σκεύη, άλλες φορητές εικόνες, μερικές πολύ ενδιαφέρουσες.
            Η βιβλιοθήκη της μονής περιέχει 162 ελληνικά και 388 σλαβικά χειρόγραφα, από τα οποία 26 είναι περγαμηνές  και όλα τα άλλα χάρτινα νεότερα. Επίσης πάνω από 8.000 έντυπα βιβλία, τα περισσότερα σε βουλγαρική γλώσσα. Η μονή Ζωγράφου κατέχει τη στιγμή αυτή την ένατη θέση στη σειρά των 20 αθωνικών μοναστηριών και ακολουθεί το κοινοβιακό σύστημα ζωής και διοικήσεως από το 1841.



 


Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2015

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΜΙΑΣ ΕΙΚΟΝΑΣ

                 Αγιογραφήθηκε στην Κύπρο και είναι χρονολογημένη στα 1514
 
 
 
 
 

 
 
 
 
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΟΠΙΚΗ ΕΙΔΗΣΕΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΡΟΔΟΥ
http://www.drasisnews.gr/
 
 
 
                  Μια κυπριακή εικόνα Δέησης πεντακοσίων ετών -χρονολογημένη με επιγραφή στα 1514- «αποκαλύφθηκε» πρόσφατα στο ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στα Τριάντα (Ιαλυσός). Η εικόνα αναδείχτηκε, κάτω από την αργυρή επένδυση του 1740 που είχε οξείδωση σε αρκετά σημεία και τις νεότερες επιζωγραφήσεις, κατά την διάρκεια των έργων αποκατάστασης της εκκλησίας και της συντήρησης των αγιογραφιών και των ιερών κειμηλίων.
 
                      Τύχη αγαθή όμως, έχει περισώσει το μεγαλύτερο μέρος της, συμπεριλαμβανομένων των επιγραφών της εξαιρετικής αυτής αφιερωμένης εικόνας που πήρε τον τίτλο «Εν τω Τόπω της Χλόης».
                   Στην εντυπωσιακή εικόνα Δέησης εικονίζονται γονυπετείς οι δωρητές της, ο κεκοιμημένος αναγνώστης Παύλος και η σύζυγός του. Η εικόνα έως τα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1950, κοσμούσε το τέμπλο ως δεσποτική και κατόπιν, τοποθετήθηκε σε ξυλόγλυπτο προσκυνητάρι πλάι σε αυτό. Η εικόνα σύμφωνα με τον αρχαιολόγο Νίκο Μαστροχρήστο βρέθηκε στο νησί πριν την άλωση της Ρόδου, από τον Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή το 1523.


 
Εν τω Τόπω της Χλόης
 
             Τα σημάδια από την προσήλωση και την οξείδωση της επένδυσης έχουν σε αρκετά σημεία φθείρει τη ζωγραφική επιφάνεια, τύχη αγαθή όμως έχει περισώσει το μεγαλύτερο μέρος της, συμπεριλαμβανομένων των επιγραφών. Στην εικόνα παριστάνεται η Δέηση στον καθιερωμένο εικονογραφικό τύπο, όπου κεντρική θέση κατέχει η μορφή του ένθρονου Χριστού, προς τον οποίο δέονται η Παναγία στα αριστερά και ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος στα δεξιά. Ο Θεάνθρωπος ευλογεί με το δεξί χέρι, ενώ με το αριστερό κρατά ανοικτό ευαγγέλιο, στο οποίο αναγράφεται με επιγραφή. Οι δεόμενες θείες μορφές που πλαισιώνουν τον Χριστό στέκονται πλάι στο θρόνο, με τα ενδύματά τους να καλύπτουν μέρος από τα άκρα του. Στα αριστερά η Παναγία, γυρισμένη κατά τρία τέταρτα προς τον Ιησού, ντυμένη με κυανό χειριδωτό ένδυμα με σταρόχρωμα επιμανίκια και βαθυκόκκινο μαφόριο, υψώνει τα χέρια προς αυτόν σε στάση δέησης. Χρυσό σταυρικό αστέρι κοσμεί το μέτωπο και το δεξιό ώμο της, ενώ περίτεχνα κροσσωτές αποδίδονται οι παρυφές του μαφορίου της. Στο δεξί της χέρι στηρίζει ανεπτυγμένο ειλητό, στο οποίο αναγράφεται η δέηση για τον κεμειμομένο Παύλο. Από δεξιά προσκλίνει στο κέντρο ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος που στο αριστερό του χέρι κρατά ελισσόμενο προς τα κάτω, ειλητό με επιγραφή. Μπροστά από το Τρίμορφο εικονίζεται το ζεύγος των αφιερωτών, γονυπετές εκατέρωθεν του θρόνου.
               Ο άνδρας στα δεξιά του Χριστού, προχωρημένης ηλικίας και η δωρήτρια στα αριστερά του Χριστού με τα χέρια ενωμένα και υψωμένα μπροστά από το λαιμό της σε στάση δέησης. Στα διάχωρα σώζεται αποσπασματικά πεντάστιχη μεγαλογράμματη επιγραφή: +ΕΚΗΜΙΘΗ Ο ΔOYΛOC ΤΟΥ Θ(Ε)ΟΥ / ΠΑΥΛΟC ΑΝΑ- TNΩCTHC/ ΤΟ ΕΠΗΚΛΗΝ ΜΑΤΙΔΙΤΡΙ Ε / (..) ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑ/[;]ΤΟΓΡΑΦΟC ΕΠΗCΚΟΠΗC / ΠΑΜΦΟΥ Κ(ΑΙ) Υ / ΑΝΑΓΗΝΟCΚΩΝΤΕC / ΑΥΤΑ EYXE/[CΘE ΥΠΕΡ…] / ET[OYC] [Α]ΦΙΔ (1514). «Η περιγραφή της εικόνας που προηγήθηκε καταδεικνύει τη σπουδαιότητα, που απορρέει από τη μοναδικότητά της ανάμεσα στα γνωστά παραδείγματα της Ρόδου, καθώς η παλαιότερη γνωστή εικόνα Δέησης στο νησί (που προέρχεται από το ναό του Προδρόμου στο ομώνυμο χωριό, έχει χρονολογηθεί γύρω στο 1300), μαρτυρεί τη μακραίωνη παράδοση που ακολουθείται σε αυτό το έργο» αναφέρει ο ερευνητής αρχαιολόγος Νίκος Μαστροχρήστος.
 
 
Την έφερε στο νησί
η δωρήτρια της
 
             Η άφιξη της εικόνας στη Ρόδο πιθανολογείται πως έλαβε χώρα μέσα στο 16ο αιώνα, ίσως πριν από την κατάληψη του νησιού από του Οθωμανούς (1523). Οι απαρχές των επαφών της Κύπρου με τη Ρόδο, αδιάκοπες καθ’ όλο το Μεσαίωνα, μπορούν να αναζητηθούν, εκτός της γεωγραφικής εγγύτητάς τους, και στις σχέσεις μεταξύ των Ιπποτών της Ρόδου και των Βενετών της Μεγαλονήσου.

               Οι εμπορικές δραστηριότητες, κυρίως οι σχετικές με την παραγωγή και εξαγωγή της ζάχαρης, σημαντικά κέντρα των οποίων υπήρξαν αμφότερες η Ρόδος και η Πάφος, αποτελούσαν έναν ακόμη κρίκο της αλυσίδας μεταξύ των δύο νησιών.
           Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, δεν θα ήταν απίθανο η σύζυγος του Παύλου, που τεκμηριωμένα με βάση την επιγραφή, όσο ο άνδρας της ζούσε ήταν εγκατεστημένη στην Κύπρο, μετά το θάνατό του να μετοίκησε στη Ρόδο, με την οποία θα την συνέδεαν δεσμοί συγγενικοί, οικονομικοί ή άλλοι. Υπάρχουν άλλωστε μαρτυρίες για εγκατάσταση Κυπρίων στη Ρόδο ήδη από το 14ο αιώνα και καθ’ όλη τη διάρκεια της ιπποτοκρατίας. Η εικόνα της Δέησης προέρχεται, κατά παράδοση, από το ναό του Αγίου Νικολάου στα Τριάντα, που βρίσκεται σε μικρή απόσταση από τον ενοριακό όπου σήμερα στεγάζεται. Στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου γνωστή για τις «εκλεκτικής» τάσης τοιχογραφίες της (1490-1510), φυλάσσονταν και άλλες σημαντικές εικόνες.
Του Τέρη Χατζηϊωάννου

ΒΑΣΙΛΙΚΗ του Αγίου Νικολάου Μύρων της Λυκίας,

 
 



             Η εκκλησία είναι βασιλική μετά τρούλου, της Μέσης Βυζαντινής περιόδου, και κτίστηκε το 520 μ.Χ. πάνω στα ερείπια παλαιότερου πρωτοχριστιανικού ναού, στον οποίο λειτουργούσε ο Άγιος Νικόλαος ως επίσκοπος Μύρων, τον 4ο αιώνα μ.Χ. Eδώ υπάρχει και ο τάφος του Αγίου. Στη Βασιλική αυτή, που λειτουργεί ως μουσείο και στην οποία γίνονται κατά καιρούς θείες Λειτουργίες, κατόπιν ειδικής αδείας, διασώζονται σπάνιες τοιχογραφίες.

             Η πόλη των Μύρων  ήταν θαμμένη κάτω από τις λάσπες και τώρα αποκαλύπτεται σταδιακά από τους αρχαιολόγους. Υπάρχει ακόμη το καλοδιατηρημένο θέατρο των Μύρων καθώς κι ένα πανέμορφο μικρό εκκλησάκι που ανακαλύφθηκε και αναστηλώθηκε πρόσφατα.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

            Η βασιλική του Αγίου Νικολάου θεωρείται από τους ειδικούς ως ένα από τα σπουδαιότερα βυζαντινά  κτίσματα της Ανατολίας.
 

 

Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2015

Η ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ

           "ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ”, συγγραφείς: ΣΤΡΑΤΟΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ – ΜΑΝΟΣ ΔΑΝΕΖΗΣ
 
 
 

 
 
 
 
 
 
           Το Βυζάντιο, η Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, ήταν μια πολυπολιτισμική αυτοκρατορία, διαφόρων λαών και γλωσσών, που συν τω χρόνω –λόγω της δύναμης της ελληνικής γλώσσας– έγινε ελληνόφωνη. Η ελληνικότητα του Βυζαντίου ουσιαστικά έγκειται στη βαθμιαία υιοθέτηση από μεγάλο τμήμα του πληθυσμού της αυτοκρατορίας της ελληνικής γλώσσας, της ελληνικής παράδοσης και κυρίως της ελληνικής παιδείας.
              Είναι αδιαμφισβήτητο ότι δεν υπήρχε μια αμιγής φυλετική πληθυσμιακή σύνθεση στην αυτοκρατορία, ωστόσο από ένα σημείο και πέρα η γλώσσα ήταν πια μόνο η ελληνική, που υποκατέστησε τη λατινική, ενώ βαθμιαία κυριάρχησαν τα ελληνικά ήθη και έθιμα, η ελληνική παιδεία και τελικά σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού η ελληνική συνείδηση. Δηλαδή, συν τω χρόνω έχουμε έναν βαθμιαίο εξελληνισμό της αυτοκρατορίας. Το Βυζάντιο παύει πια να είναι μόνο ελληνόφωνο και ουσιαστικά καθίσταται ελληνικό. Και επειδή όλα αυτά βάδιζαν παράλληλα με το χριστιανικό θρησκευτικό στοιχείο, οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί της αυτοκρατορίας αποτέλεσαν τη Ρωμιοσύνη. Την ευρύτερη εκείνη ιδέα που καταδεικνύει τον υπήκοο της ελληνόφωνης Ανατολικής χριστιανικής αυτοκρατορίας· τον Ρωμιό και όχι τον Έλληνα, χαρακτηρισμός που τότε ήταν ισοδύναμος με τον μη χριστιανό, τον οπαδό, δηλαδή, της εθνικής θρησκείας.
           Βλέπουμε, λοιπόν, ότι το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της αυτοκρατορίας μιλούσε ελληνικά, σκεφτόταν ελληνικά, διάβαζε ελληνικά, έγραφε και σπούδαζε στα ελληνικά. Δεν μιλούσε αλβανικά ούτε βουλγαρικά ούτε σερβικά ούτε αρμενικά ούτε γεωργιανά. Σκεφτόσαστε την περίπτωση το Βυζάντιο να είχε υιοθετήσει τη γλώσσα και την κουλτούρα κάποιου γειτονικού μας λαού; Τι θα διατείνονταν οι γείτονές μας; Δεν θα είχαν υιοθετήσει αμέσως αυτή την αυτοκρατορία;
           Κι εμείς, έχοντας μπροστά μας μια αυτοκρατορία που διακατέχεται από την ελληνική παιδεία, που μιλάει ελληνικά και πάντα αναφέρεται στο αρχαιοελληνικό της παρελθόν, «προσπαθούμε» να την απεμπολήσουμε; Τι πάει να πει ότι οι περισσότεροι αυτοκράτορες δεν ήταν Έλληνες, όπως διατείνονται αρκετοί στο διαδίκτυο, εξάλλου σπάνια οι βασιλείς προέρχονταν από τον λαό που κυβερνούσαν.
             Ο λαός τι πίστευε, τι μιλούσε, τι σπούδαζε και ποια παιδεία ακολουθούσε; Γιά απευθυνθείτε στους Σέρβους και στους Βούλγαρους επιστήμονες, όπως απευθυνθήκαμε εμείς, κανείς απ’ αυτούς δεν διανοείται να αμφισβητήσει την ελληνικότητα του Βυζαντίου.
             Το Βυζάντιο είναι ελληνικό! Και βεβαίως η Ελλάδα –ή η Ρωμανία, αν θέλετε– είναι εκείνη που εκ των πραγμάτων θεωρούσε και πρέπει να θεωρεί το Βυζάντιο ως την ελληνική μεσαιωνική της ιστορία. Εξάλλου, η περιοχή όπου άκμασαν οι Βυζαντινοί ουσιαστικά αποτελούσε την ελληνιστική οικουμένη, όπου η Ελλάδα ήταν γλωσσική και πολιτιστική υπερδύναμη.
           Το Βυζάντιο θεωρούμε ότι ήταν μια πολυπολιτισμική αυτοκρατορία που μεγαλούργησε χάρις στον Χριστιανισμό, στη δύναμη της ελληνικής γλώσσας, της αρχαιοελληνικής κουλτούρας και βέβαια του ρωμαϊκού παρελθόντος της. Αυτά ακριβώς επισημαίνει η διακεκριμένη βυζαντινολόγος Τζούντιθ Χέριν συγγραφέας του βιβλίου Byzantium – The Surprising Life of a Medieval Empire (2007), σε συνέντευξή της στην Κατερίνα Δαφέρμου. Έτσι, στην ερώτηση: Τι ακριβώς είναι αναπάντεχο και εκπληκτικό, όπως υπονοεί ο πρωτότυπος τίτλος του νέου σας βιβλίου, σε σχέση με το Βυζάντιο; Η εμπεριστατωμένη απάντησή της για τη μεγαλειώδη υπερχιλιόχρονη ιστορία της αυτοκρατορίας ήταν η εξής: Είναι το ελληνικό πυρ, ο συνδυασμός τριών διαφορετικών παραδόσεων στο εσωτερικό του, που του προσέδωσαν τη μακροχρόνια δύναμή του.
           Βεβαίως ήταν χριστιανικό και είχε άμεσους δεσμούς με την πρώιμη περίοδο του Χριστιανισμού μέσα από τις αφηγήσεις των Ευαγγελίων σε απλά ελληνικά για να τις καταλαβαίνει ο λαός. Το χριστιανικό στοιχείο επικρατεί στην τέχνη και στην αρχιτεκτονική. Αυτή η κοινή γλωσσική βάση επέτρεψε στους κατοίκους της μεσαιωνικής αυτοκρατορίας την άμεση πρόσβαση σε όλο το εύρος της αρχαίας ελλληνικής σοφίας και στην παγανιστική παράδοση. Όχι μόνο στον Όμηρο, τον Ηρόδοτο, τον Ξενοφώντα, κ.ά., αλλά και σε όλες τις τεχνικές ανακαλύψεις των αρχαίων στα μαθηματικά, την αστρονομία, την ιατρική, τη γεωγραφία, την αρχιτεκτονική. Αυτά τα κείμενα μελετήθηκαν και αντιγράφηκαν στο Βυζάντιο από λογίους και τους μαθητές τους οι οποίοι τελικά έγιναν ειδήμονες στην αττική γλώσσα του 5ου αιώνα π.Χ. και μετουσίωσαν το στυλ και το λεξιλόγιό της στα δικά τους μεσαιωνικά γραπτά.
           Και επειδή το Βυζάντιο ήταν η πρωτεύουσα του ανατολικού τμήματος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας κληρονόμησε μέρος της ρωμαϊκής νομοθεσίας, της δημόσιας διοίκησης και της πολεμικής δύναμης.
            Αυτή η συνύπαρξη τριών πηγών δύναμης, οι οποίες συνέθεσαν μια συνεπή ενότητα, είναι που μας ξαφνιάζει. Χάρη σε αυτήν μπορούσε το Βυζάντιο να επανιδρύεται ύστερα από πολλές «πτώσεις» και η Κωνσταντινούπολη να αντιστέκεται σε σφοδρές επιθέσεις έως το 1453. Η μακροβιότητα από μόνη της δεν μας εντυπωσιάζει. Ελάχιστοι, ωστόσο, μεσαιωνικοί πολιτισμοί αξιώθηκαν μια αδιάκοπη ζωή για περισσότερα από 1.000 χρόνια (Το Βήμα, 2 Νοεμβρίου 2008). 

«Όψεις της πολιτικής ιδεολογίας των Βυζαντινών μέσα από τη χρονογραφία, τη δημοσιογραφία, εν τινι τρόπω, της εποχής εκείνης»

 
 
 
Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ΄ το Α.Π.Θ.), Δ/ντρια 3ου Γυμνασίου Τρικάλων

               Ορισμένες βυζαντινές  αφηγήσεις  του  είδους  της χρονογραφίας, σύμφωνα με τον Χέρμπερτ Χούνγκερ,  αποσκοπούν  στο  να  παρουσιάσουν  μερικούς  αυτοκράτορες, μέσα  από  ορισμένες  σημαντικές  αποφάσεις  τους, ως  τους  εξουσιοδοτημένους  από  τον  Θεό  υπερασπιστές  του  δικαίου  και  κυρίως  ως  προστάτες  των  αδυνάτων  και  φτωχών.
                 Ο  Βελεντινιανός  Α΄, ο  οποίος  λόγω  της  πίστης  του  στην  ορθοδοξία  απολαμβάνει  την   προτίμηση  των  χρονογράφων, σε  αντίθεση  προς  τον  αδερφό  του, τον  οπαδό  του  αρειανισμού  Βάλεντα, συνδέεται  με  μια  ιστορία  αυτού  του  είδους: Μια  γυναίκα  με  το  όνομα  Βερονίκη  χάνει  την  περιουσία  της  εξαιτίας  του  πλούσιου  και  ισχυρού  praepositus  Ροδανού  και  απευθύνεται  στον  αυτοκράτορα  Βαλεντινιανό  ζητώντας  βοήθεια. Όταν  ο  ανώτατος  υπάλληλος, πιστεύοντας  στην  επιρροή  του, δεν  υπακούει  στην  εντολή  του  αυτοκράτορα  να  επιστρέψει  ό,τι  είχε  αποκτήσει  παράνομα, ο  Βαλεντινιανός  τον  καθαιρεί  από  το  αξίωμά  του  ενώπιον  της  συγκλήτου  και  διατάζει  να  καεί  στον  ιππόδρομο, κάνοντας  δημόσια  γνωστό  το  παράπτωμά  του. Στη  γυναίκα  επιστρέφεται  ό,τι  της  είχε  αφαιρεθεί, και  έτσι  ο  αυτοκράτορας  υμνείται  ως  υπέρμαχος  της  δικαιοσύνης.
                Η  ιστορία  αυτή  κινείται  στο  ίδιο  πλαίσιο  όπως  εκείνη  που  παραδίδεται  για  τον  Θεόφιλο. Μια  φτωχή  γυναίκα  καταφεύγει  στον  αυτοκράτορα  ζητώντας  το  δίκιο  της, γιατί  ο  ισχυρός  Πετρωνάς, ένας  συγγενής  του  αυτοκράτορα, έχτισε  μπροστά  στο  μικρό  της  σπίτι  ένα  τεράστιο  κτίριο, στερώντας  της  έτσι  το  φως  και  τον  ήλιο.
 
 
 
O αυτοκράτορας Θεόφιλος; και η δικαίωση της χήρας
 
 
 
 
               Ο  αυτοκράτορας  αφού  ήλεγξε  την  ορθότητα  της  κατηγορίας, διέταξε  να  γκρεμιστεί  το  σπίτι   του  Πετρωνά  κι  ο  ίδιος  να  μαστιγωθεί  δημόσια. Μια  παρόμοια  αλλά  εκτενέστερη  ιστορία, που  αφορά  τον  αυτοκράτορα  Ιουστίνο  Β΄, διηγείται  ο  Κωνσταντίνος  Μανασσής. Μια  φτωχή  χήρα  καταγγέλλει  έναν  ισχυρό  μάγιστρο, συγγενή  του  αυτοκράτορα (το  όνομά  του  δεν  αναφέρεται), ότι  της  έκλεψε  όλο  το  βιός  της. Ο  αυτοκράτορας  τον  καλεί  σε  απολογία, αυτός  όμως  δεν  δίνει  σημασία, οργανώνει  μάλιστα  ένα  πλούσιο  φαγοπότι  για  τους  φίλους  του. Ο  έπαρχος, που  διόρισε  ο  αυτοκράτορας  δικαστή, εξουσιοδοτείται  από  τον  Ιουστίνο  να  συλλάβει  τον  μάγιστρο  κατά  τη  διάρκεια  της  γιορτής  και  να  τον  οδηγήσει  στο  δικαστήριο. Αυτός  βέβαια  δεν  έχει  να  προβάλει  καμία  δικαιολογία, μαστιγώνεται, κουρεύεται  εν  χρώ  και  διαπομπεύεται. Η  χήρα  παίρνει  πίσω  ό,τι  της  ανήκε, και  έτσι  ο  αυτοκράτορας  παρουσιάζεται  ως  το  υπόδειγμα  του  αδέκαστου  και  δίκαιου. Αυτή  τη  φορά  είναι  πιο  εμφανής  ο  επιθετικός  τόνος  εναντίον  του  ισχυρού. Τονίζονται  ιδιαίτερα  η  ασωτεία  του  κατά  τη  διάρκεια  του  συμποσίου  και  οι  αντικοινωνικές  του  αυθαιρεσίες, που  έρχονται  σε  αντίθεση  με  την  αξιοθρήνητη  λιποθυμία  του  κατηγορουμένου  στο  δικαστήριο. Η  αυτοκράτειρα  Σοφία  αποδείχτηκε  αντάξια  του  συζύγου  της, όταν  λόγω  της  δύσκολης  οικονομικής  κατάστασης  έκαψε  τις  αποδείξεις  των  χρεών  και  αποζημίωσε  τους  πιστωτές  από  την  προσωπική  της  περιουσία. Η  δικαιοσύνη  και  αι  ευεργεσίαι  ήταν  από  τα  βασικά  στοιχεία  που  συνέθεταν  τη  βυζαντινή  αυτοκρατορική  ιδέα. Για  τον  αυτοκράτορα  Θεόφιλο  διηγούνταν  ότι  γύριζε  «ινκόγνιτο»  στις  αγορές  για  να  ενημερώνεται   για  τις  τιμές  των  τροφίμων, των  καυσίμων  και  των  ενδυμάτων.
               Μια  άλλη  διήγηση  ρίχνει  το  βάρος  από  τη  μια  μεριά  στις  αντίξοες  κοινωνικές  συνθήκες  και  από  την  άλλη  στην  ανυπέρβλητη  δικαιοσύνη  και   την  αμερόληπτη  ανιδιοτέλεια  του  αυτοκράτορα. Ένας  στρατηγός  παίρνει  από   έναν  ιππέα  το  έξοχο  άλογό  του, που  επανειλημμένα  του  είχε  σώσει  τη  ζωή, και  το  χαρίζει  στον  αυτοκράτορα  Θεόφιλο  σαν  να  ήταν  δικό  του. Ο  στρατιώτης  σκοτώνεται   στη  μάχη, και  η  χήρα  του, που  δεν  έχει  πια  τα  μέσα  να  θρέψει  τα  παιδιά  της, απευθύνεται  στον  γνωστό  για  τη  δικαιοσύνη  του  αυτοκράτορα. Κατά  τη  διάρκεια  της  μετάβασης  της  βασιλικής  πομπής  στην  εκκλησία  των  Βλαχερνών  δεν  διστάζει  να  ορμήσει  μπροστά  στον  αυτοκράτορα  και  να  κρατήσει  τα  χαλινάρια  του  αλόγου  του, που  δεν  είναι  άλλο  από  εκείνο  του  άντρα  της. Ο  Θεόφιλος  ακούει  όλη  την  ιστορία  και  φέρνει  τον  έκπληκτο  στρατηγό  σε  αντιπαράθεση  με  την  κατήγορο. Ο  στρατηγός  παραδέχεται  την  ενοχή  του  και  ικετεύει  να  του  δοθεί  χάρη. Ο  αυτοκράτορας  τον  τιμωρεί  με  εξορία  και  ορίζει  τη  χήρα  και  τα  παιδιά  της  κληρονόμους  του  ενόχου.

              Όλες  αυτές  οι  ιστορίες, που  αναφέρθηκαν  με  συντομία, διακρίνονται  για  την  τάση  τους  να  στρέφονται  κυρίως  εναντίον  των  ισχυρών, των  εκπροσώπων  της  ανώτερης  τάξης, που  εκμεταλλεύτηκαν  την  κοινωνική  τους  θέση  για  να  πλουτίσουν  σε  βάρος  άλλων  πολιτικά  ασθενέστερων  προσώπων. Ένα  από  τα   κύρια  καθήκοντα  του  βυζαντινού  αυτοκράτορα  ήταν  να  αντιμετωπίζει  αυτές  τις  αδικίες, κάτι  που  δεν  το  κατόρθωνε  πάντα.  Οι  διηγήσεις  αυτές  στις  χρονογραφίες  απέβλεπαν  στο  να  δημιουργήσουν  στους  αναγνώστες  (ή  ακροατές)  την  πεποίθηση  ότι  ο  αυτοκράτορας  έπαιρνε  πάντα  θέση  υπέρ  των  φτωχών  και  καταπιεσμένων  και  εναντίον  των  ισχυρών  και  των  εκμεταλλευτών. Ασφαλώς  οι  σκληρές  κοινωνικές  συνθήκες  ήταν  διαμέσου  των  αιώνων  ο  λόγος  που  οδηγούσε  στη  δημιουργία  και  εσκεμμένη  διάδοση  στο  λαό  τέτοιων  ιστοριών, που  έχουν  περισσότερο  το  χαρακτήρα  ενός  άλλοθι.

            Τέλος  θα  αναφέρουμε  μια  ιστορία  που  σκοπό  είχε  να  εξάρει  την  ευεργεσία  του  αυτοκράτορα. Κάποτε, επί  Θεοδώρου  Α΄ Λάσκαρη, «ανήρ  απλοϊκός  τε  και  απερίσκεπτος»  έτρεχε  στους  δρόμους  της  Νίκαιας  και  φώναζε  σε  κάθε  γνωστό  του  να  χαρεί  μαζί  του, γιατί  σύντομα  θα  εμφανιζόταν  «ο  καλός  αυτοκράτορας». Ο  Θεόδωρος  τον  κάλεσε  μπροστά  του  και  τον  ρώτησε  αν  αυτόν  δεν  τον  θεωρεί  καλό  αυτοκράτορα. Ο  απλοϊκός  άνθρωπος  είπε: «Τί  μου  έχεις  δώσει  ως  σήμερα, ώστε  να  σε  θεωρώ  καλό;» «Δεν  είναι  σαν  να  σε  ευεργετώ  κάθε  μέρα, όταν  πολεμώ  και  κινδυνεύω  για  σένα  και  τους  συμπολίτες  σου;» είπε  ο  αυτοκράτορας. «Και  ο  ήλιος  μας  χαρίζει  ζέστη  και  φως», απάντησε  ο  άνθρωπος, «αλλά  δεν  του  χρωστούμε  χάρη, γιατί  κάνει  μόνο  αυτό  που  του  έχει  οριστεί  να  κάνει. Και  συ  εκπληρώνεις  μόνο  το  καθήκον  σου, όταν, όπως  λες, μοχθείς  και  κινδυνεύεις  για  τους  συμπατριώτες  σου». «Και  αν  κάνω  δώρα, θα  είμαι  ένας  καλός  ηγεμόνας;» ρώτησε  ο  αυτοκράτορας. «Και  βέβαια»  απάντησε  ο  απλοϊκός  άνθρωπος. Ο  αυτοκράτορας  διέταξε  να  του  δώσουν  ρούχα  και  χρήματα, με  αποτέλεσμα  να  πάψει  ο  άλλος  να  ψάχνει  για  τον  καλό  αυτοκράτορα, μια  και  ο  Θεόδωρος  ήταν  ο  «καλός  τε  και  ολόκαλος  και  χρηστός  βασιλεύς». Η  ιστορία  φαίνεται  να  έχει  επινοηθεί, όπως  εξάλλου  και  άλλες  παρόμοιες, για  να  ρίξει  φως  σε  μια  σημαντική  και  θετική  πλευρά  της  προσωπικότητας  του  αυτοκράτορα. Διάφορες  λεπτομέρειες  μας  βάζουν  παρ’  όλ’ αυτά  σε  σκέψεις: Ο  απλοϊκός  δεν  είναι  στην  πραγματικότητα  τόσο  απλοϊκός, όσο  θέλει  ο  συγγραφέας  να  πιστέψουμε. Δεν  είναι   μόνο  το  ότι  κατορθώνει  να  βγει  κερδισμένος. Δεν  διστάζει  να  πει   ανοιχτά  στον  αυτοκράτορα  τις  σκέψεις  του  και   ουσιαστικά  θέτει  υπό  αμφισβήτηση  ένα  σημαντικό  στήριγμα  της  αυτοκρατορικής  ιδεολογίας: την  ανιδιοτελή  χρήση  της  αυτοκρατορικής  ισχύος  προς   όφελος  των  υπηκόων. Πολύ  πετυχημένα  χρησιμοποιεί  στην  επιχειρηματολογία  του  την  παρομοίωση  με  τον  ήλιο, μια  παρομοίωση  που  σε  κάθε  Βυζαντινό  ήταν  γνωστή  από  τις  επευφημίες  στον  ιππόδρομο, και  στους  μορφωμένους  από  εκατοντάδες  ρητορικά  κείμενα. Φαντάζεται  κανείς  τον  δημιουργό  αυτής  της  ιστορίας  να  υπομειδιά  με  ικανοποίηση. Παρ’ όλ’ αυτά – ή  ίσως  ακριβώς  γι’ αυτό  το  λόγο – οι  Βυζαντινοί  θα  τη  διάβαζαν  με  ευχαρίστηση.

Πηγές: Λέων  Γραμματικός, Συνεχιστής του  Θεοφάνους,  Σκυλίτζης,  Ιωάννης Ζωναράς έκδ. Pinder, Μανασσής, Μιχαήλ Γλυκάς, Εφραίμ,  Πασχάλιον Χρονικό,   Σύνοψις Σάθα, Hunger, Prooimion, Βυζαντινή Λογοτεχνία,  Ψευδο-Κωδινός, Περί  οφφικίων, έκδ. Verpeaux.



Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2015

Η αυτοκράτειρα Θεοδώρα (σύζυγος Θεόφιλου 829-842)

Τρία περιστατικά από τη ζωή της αυτοκράτειρας Θεοδώρας ,
συζύγου του Θεόφιλου

 
 
 
 
 
1. Τα γαμήλια «καλλιστεία»
 
         «Από τη στιγμή που η Θεοδώρα και η οικογένεια της από την Παφλαγονία φτάνουν στην πρωτεύουσα μαζί με τις άλλες νεαρές καλλονές, η αυτοκράτειρα Ευφροσύνη τις παρουσιάζει στον θετό της γιο Θεόφιλο και τον καλεί να επιλέξει τη μελλοντική του σύζυγο. Ο Θεόφιλος καλείται να παίξει τον ρόλο του Πάρι.
           Σώζονται δύο διαφορετικές παραλλαγές του γεγονότος. Στον Βίο της Θεοδώρας ο Θεόφιλος επιθεωρεί όλες τις υποψήφιες και τους μοιράζει από ένα μήλο. Την άλλη μέρα τους ζητάει να του επιστρέψουν τα μήλα και ενώ όλες οι κοπέλες σαστίζουν, η Θεοδώρα είναι η μονή που δεν έχει φάει το δικό της. Δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην επίσκεψή της στον Ησαΐα, έναν άγιο άνθρωπο που ζούσε τη ζωή του στυλίτη στην κορυφή ενός πύργου κοντά στη Νικομήδεια. Η Θεοδώρα λέει στον Θεόφιλο πως και εκείνος της είχε προσφέρει ένα μήλο και είχε προφητεύσει την επιτυχία της. Έτσι παρουσιάζει δύο μήλα στον αυτοκράτορα, που (όπως λέει) αντιπροσωπεύουν την παρθενία της και τη γονιμότητά της (την υπόσχεση πως θα του γεννήσει έναν γιο), δύο βασικές προϋποθέσεις για μια αυτοκρατορικήνύφη.
          Στη δεύτερη παραλλαγή, η συζήτηση του Θεόφιλου με μια άλλη υποψήφια, την Κασσία, είναι το κυρίαρχο στοιχειό της διαδικασίας επιλογής. 'Όταν ο αυτοκράτορας ανοίγει τη συνομιλία δηλώνοντας πως η γυναίκα είναι η πηγή όλων των κακών -ένας αξιοθρήνητος τρόπος για να κερδίσει κάποιος τη συμπάθεια της μελλοντικής του συζύγου-, η Κασσία του υπενθυμίζει ότι η γυναίκα είναι η πηγή του μεγαλύτερου αγαθού. Ο διάλογος αποτελεί μέρος ενός γνωστού αποσπάσματος οπού αντιπαρατίθενται οι ρόλοι της Εύας και της Παρθένου Μαρίας…. Ό Θεόφιλος, που δεν του αρέσει να του υπενθυμίζουν με τέτοια σπουδή τη λυτρωτική δύναμη των Χριστιανών γυναικών, προχωράει στη δεύτερη υποψήφια, τη Θεοδώρα, στην οποία προσφέρει το χρυσό μήλο. Δεν αναφέρεται καμία συζήτηση μεταξύ τους, αντίθετα τονίζεται η ομορφιά  και των δύο κοριτσιών.»

 
Τζούντιθ Χέριν, Γυναίκες στην πορφύρα, σελ. 382-383, Αθήνα 2002
 
 

 
2. Η Θεοδώρα και το εμπόριο

 
         «Μα η κυριώτερή της προσπάθεια στράφηκε στην καλή οικονομική διακυβέρνηση της μοναρχίας. Είχε, όπως λένε, κάποια ειδικότητα στα χρηματικά ζητήματα, και ο θρύλος αναφέρει (963) σχετικά ένα αρκετά νόστιμο ανέκδοτο:
          Κάποια ημέρα, ο αυτοκράτορας Θεόφιλος, έστεκε σ' ένα παράθυρο του παλατιού, όταν είδε να μπαίνει στο λιμάνι του Κεράτιου Κόλπου, ένα μεγάλο και επιβλητικό εμπορικό καράβι. Ρώτησε να μάθει τίνος ήταν αυτό το όμορφο καράβι, και έμαθε πως ανήκε στην αυτοκράτειρα. Ύστερα απ' αυτή την απόκριση ο αυτοκράτορας δεν είπε λέξη• μα την άλλη ημέρα, πηγαίνοντας στις Βλαχέρνες, κατέβηκε ως το λιμάνι, και πρόσταξε να ξεφορτώσουν το καράβι και να βάλουν φωτιά σε όλα τα εμπορεύματα. Ύστερα στράφηκε στους ανθρώπους του και τους είπε: «Δε θα το ξέρετε βέβαια πως η γυναίκα μου η αυτοκράτειρα με είχε κάνει έμπορο! Ποτέ ως τα σήμερα δεν είχε ξαναειδεί ο κόσμος έναν Ρωμαίο αυτοκράτορα να κάνει τον πραματευτή!»
Charles Diehl, Βυζαντινές μορφές, σελ. 79, Αθήνα 1969
 

         «Ιδιωτικά , η Θεοδώρα φαίνεται ότι συνέχιζε ορισμένες δραστηριότητες τις οποίες δεν ενέκρινε ο άνδρας της. Η πιο παράξενη αφορά το υποτιθέμενο ενδιαφέρον της για το εμπόριο, δραστηριότητα που συνδέεται με την ιστορία που θέλει τον Θεόφιλο να διατάζει το κάψιμο ενός εμπορικού πλοίου μαζί με το φορτίο του όταν πληροφορείται ότι ανήκει στη γυναίκα του. Αν πρόκειται να δώσουμε την παραμικρή πίστη στο συγκεκριμένο επεισόδιο αυτό σημαίνει ότι η Θεοδώρα διατήρησε τα εμπορικά ενδιαφέροντα της οικογένειάς της στην έγγαμη ζωή της και ότι κέρδισε πολλά χρήματα από το εμπόριο. Ο αυτοκράτορας καταδίκασε αυτή τη δραστηριότητα ως ασυμβίβαστη με την αυτοκρατορική ιδιότητα.
            Είναι όμως πιο πιθανό η ιστορία να επινοήθηκε για να αποδείξει την έλλειψη κρίσης του Θεόφιλου. Πάντως δεν παύει να είναι ένα παράξενο γεγονός, αφού αφήνεται να εννοηθεί ότι η εμπορική ναυτιλία δεν είχε ακόμη εδραιωθεί σε σημείο ώστε ο αυτοκράτορας να κάνει τα στραβά μάτια για τα βαρυφορτωμένα φορτηγά πλοία που διέπλεαν τον Βόσπορο.
             Αν ωστόσο το συγκεκριμένο επεισόδιο αφορούσε το εμπόριο ανάμεσα στη Μαύρη Θάλασσα και στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, το γεγονός θα έπρεπε να σταθεί αφορμή για πανηγυρισμούς, αφού η αναγέννηση του εμπορίου σηματοδοτούσε μια θετική εξέλιξη για την αυτοκρατορία του Θεόφιλου. Τα νομίσματα της βασιλείας του κυκλοφορούσαν πολύ πιο εκτεταμένα από τα νομίσματα προηγούμενων αυτοκρατόρων, γεγονός που υποδηλώνει διευρυμένες επαφές ανάμεσα στις  επαρχίες και στην πρωτεύουσα.»


Τζούντιθ Χέριν, Γυναίκες στην πορφύρα, σελ. 387-388, Αθήνα 2002


 



 
 
 

3. Η Θεοδώρα και οι εικόνες

 

              «Η Θεοδώρα φρόντιζε να κρύβει προσεκτικά κάτω απ' τα φορέματά της τις άγιες εικόνες που κρατούσε επίμονα πάντα επάνω της, φρόντιζε να παίρνει χίλιες προφυλάξεις για να κρύβει απ' τα αδιάκριτα μάτια, μέσα στα σεντούκια των δωματίων της, τα προγραμμένα εικονίσματα και αρκετές φορές με αληθινό κίνδυνο, και με απίστευτη σύνεση και μυστικότητα, είχε εκπληρώσει τα θρησκευτικά της καθήκοντα.
              Κάποια ημέρα ο γελωτοποιός του αυτοκράτορα, ένας νάνος που διασκέδαζε όλο το παλάτι με τα πονηρά του πειράγματα, την πρόλαβε έξαφνα σε μια τέτοια στιγμή προσευχής. Περίεργος όπως ήταν, ζήτησε να ιδεί τα αντικείμενα που απορροφούσαν σε τέτοιο σημείο την προσοχή της αυτοκράτειρας.
              Η Θεοδώρα του είπε:
              -Είναι οι κούκλες μου (νινία), είναι όμορφες και τις αγαπώ πολύ. Ο νάνος έτρεξε να διηγηθεί στον αυτοκράτορα, την ιστορία για τις όμορφες κούκλες που είχε η βασίλισσα κάτω απ' το προσκέφαλό της. Ο Θεόφιλος δε δυσκολεύτηκε καθόλου να καταλάβει τι ακριβώς είχε συμβεί, και έξαλλος από θυμό, βλέποντας να καταφρονούν τις διαταγές του και μέσα στο ίδιο του το παλάτι ακόμα, έτρεξε στο γυναικωνίτη, και άρχισε να κάνει στην αυτοκράτειρα μια βίαιη σκηνή.
              Μα η Θεοδώρα ήταν γυναίκα, και κατάφερε να βρει μια δικαιολογία.
           «Δεν πρόκειται καθόλου γι' αυτό που φαντάζεσαι, είπε στον άνδρα της. Απλούστατα, κοιταζόμουν στον καθρέφτη μαζί με τις γυναίκες μου, και τις δικές μας εικόνες είδε στο κρύσταλλο ο νάνος σου, αυτές νόμισε για εικονίσματα, και ήλθε να το πει σαν ανόητος που είναι».
           Ο Θεόφιλος ησύχασε, ή προσποιήθηκε πως πίστεψε. Μα η Θεοδώρα βρήκε τρόπο να τιμωρήσει τον αδιάκριτο. Λίγες ημέρες μετά, για μια ασήμαντη αφορμή, πρόσταξε να μαστιγώσουν αυστηρά το νάνο, και ύστερα του σύστησε να μη ξαναμιλήσει πια στο μέλλον για τις κούκλες του γυναικωνίτη.
            Και όταν ο αυτοκράτορας, ξαναγύριζε κάποτε σ' αυτό το περιστατικό και ρωτούσε σχετικά τον γελωτοποιό, αυτός έβαζε το ένα του χέρι στο στόμα και το άλλο στο σημείο του κορμιού του, που είχε ραβδιστεί, και έλεγε γρήγορα - γρήγορα:
«Όχι, όχι, Κύριε, ας μη ξαναμιλήσουμε πια για τις κούκλες (νινία)».
Charles Diehl, Βυζαντινές μορφές, σελ. 73-74, Αθήνα 1969

Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2015

ΑΓΙΟΙ ΘΕΟΔΩΡΟΙ -ΣΕΡΡΕΣ

               
 
 
 
 
 
 
 
                 Ο άλλοτε καθεδρικός  Ιερός Ναός των Αγ. Θεοδώρων Σερρών, γνωστός ως Παλαιά Μητρόπολη, όριζε το ιστορικό κέντρο της μεσαιωνικής πόλης των Σερρών, το οποίο στα αυτοκρατορικά χρυσόβουλλα, σε κώδικες και χρονικά μνημονεύεται ως "Κάστρον" ή "Βαρόσι'' (Τουρκοκρατία).
               Είναι μεγάλη ορθογώνια ξυλόστεγη ελληνιστική βασιλική, τρίκλιτη, με κάτω διπλή κιονοστοιχία, υπερώο πάνω, με πλάγια κλίτη και στέγη με φωταγωγό. Το ιερό καλύπτεται από κτιστούς θόλους, η κεντρική αψίδα του από τεταρτοσφαίριο και με παραβήματα (πρόθεση και διακονικό) από τρουλίσκους πλίνθινους.
               Η αρχική κατασκευή του μνημείου, που είναι το αρχαιότερο και πολυτιμότερο των Σερρών, ανάγεται σε χρόνους παλαιοχριστιανικούς, δηλ. κατά τον 5ο η 6ο αι. μ.Χ. Κατά καιρούς δέχτηκε διάφορες προσθήκες και επισκευές. Είναι πολύ πιθανό να χτίστηκε πάνω σε ειδωλολατρικό ναό. Μερικοί ισχυρίζονται ότι θεμελιώθηκε τον 11ο αιώνα και άλλοι τον τοποθετούν στις αρχές του 13ου αιώνα. Γεγονός είναι ότι πρώτη έμμεση αλλά σαφή μνεία του Ι. Ναού γίνεται σε μολυβδόβουλα του 11ου και 12ου αιώνα. Έκφραση της λαμπρότητας, της ομορφιάς και του μεγαλείου του ναού ήταν ο εσωτερικός του διάκοσμος με τις πολύχρωμες έξι κολόνες του και την ολόχρυση ψηφιδωτή του εικονογραφία. Χαρακτηριστικό δείγμα των ψηφιδωτών του ήταν η παράσταση της θείας μετάληψης των Αποστόλων (12ου αιώνα) πού κοσμούσε μέχρι το 1913 την κόγχη του ιερού.

            
 
            Ο πανέμορφος ναός ανακαινίστηκε αρκετές φορές. Έως και τα μέσα του 15ου αιώνα δεν υπάρχουν έγκυρες πληροφορίες για την τύχη του μνημείου. Ο τρόπος όμως κατασκευής του ναού και κυρίως η τελική του μορφή οφείλεται σε μεγάλες και γενναίες επεμβάσεις στη δόμηση του, σε διάφορες χρονικές περιόδους που εύκολα είναι αναγνωρίσιμες. Τα δομικά υλικά αυτών των επεμβάσεων και ο τρόπος κατασκευής μας βοηθούν στην εξαγωγή βάσιμων συμπερασμάτων, που ομαδοποιούν τις απόψεις περί της αρχιτεκτονικής και διακόσμησης του μνημείου των περισσοτέρων από τους έγκριτους μελετητές του ναού.
            Την πρώτη βασική επέμβαση στη δόμηση του ιερού έκανε ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Βασίλειος ο Β' ως επινίκια ευχαριστία για την επικράτηση του κατά των Βουλγάρων σε δύσβατη περιοχή, όχι μακριά από την πόλη των Σερρών, στις 29 Ιουλίου του 1014. Τότε ο ναός, που ήταν αρχιτεκτονικού ρυθμού Βασιλική με εγκάρσιο κλίτος, μετασχηματίσθηκε. Το ιερό στέφθηκε από καμάρα και τα πλάγια πτερύγια του εγκάρσιου κλίτους επεκτάθηκαν σχηματίζοντας τρίκλιτη βασιλική. Επιγραφικές μαρτυρίες βεβαιώνουν πως ο ναός τον 11ο και 12ο αιώνα ήταν αφιερωμένος μόνο στον Άγιο Θεόδωρο το Στρατηλάτη.
            Το 1205 ο ναός καταστράφηκε, όπως και όλη η πόλη των Σερρών, από τους Βουλγάρους του Ιωαννίτση. Το 1221 την πόλη των Σερρών κατακτά ο Δεσπότης της Ηπείρου Θεόδωρος Άγγελος Κομνηνός, που για τη σπουδαία του νίκη επί των Φράγκων του Λατίνου αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως Ροβέρτου Β', νίκη που τον οδήγησε στην κατάκτηση της Θεσσαλονίκης, επισκευάζει το ναό και τον πλουτίζει, ως έκφραση ευχαριστίας προς τους προστάτες Αγίους του με σπουδαία ψηφιδωτά, συμπληρώνοντας την ψηφιδωτή διακόσμηση του ναού που είχε αρχίσει να γίνεται από το τελευταίο τέταρτο του 11ου αιώνα.
 
 
 
            Το 1255 ο αυτοκράτορας του Κράτους της Νικαίας Θεόδωρος Β' ο Λάσκαρης, ως αντίδωρο για τη θεία βοήθεια των Αγίων Θεοδώρων στην κατάκτηση του Μελενίκου από τα στρατεύματα του, στολίζει τις εικόνες του ναού με χρυσό και άργυρο. Έκτοτε οι φθορές του χρόνου αντιμετωπίσθηκαν με παρεμβάσεις μικρής μάλλον εκτάσεως. Το 1571 ο ναός λεηλατείται από τους Τούρκους, ενώ το 1849 από πυρκαγιά παθαίνει μεγάλες ζημιές. Στις 29 Ιουνίου του 1913 ο ναός, όπως και η πόλη των Σερρών, καταστρέφονται ολοσχερώς από τους Βουλγάρους.
           Το 1938 άρχισαν οι αναστηλωτικές εργασίες από τον Α. Ορλάνδο και ολοκληρώθηκαν το 1959 από τον Ε. Στίκα. Ο ναός, ως μνημειακό κτίριο, κινδύνευε σοβαρά από τις φθορές του χρόνου. Με παρέμβαση της Ιεράς Μητροπόλεως Σερρών και Νιγρίτης το μνημείο επισκευάσθηκε και ανασυνδέθηκε ως προσκυνηματικός ναός με τη θρησκευτική ζωή της πόλης.

Αρματωμένος την Αρματωσιά του Θεού, O άγιος Δημήτριος ο Mυροβλήτης Φ. Κόντογλου

O Άγιος Δημήτριος σε μωσαϊκό μοναστηριού του Κιέβου, το οποίο βρίσκεται τώρα σε μουσείο της Μόσχας


            Mεθαύριο είναι η γιορτή του αγίου Δημητρίου, μεγάλη γιορτή για όλη την Eλλάδα, πλην ιδιαίτερα για τη Θεσσαλονίκη, που είναι κ' η πατρίδα του. Eκεί θα γίνει φέτος μεγαλύτερη πανήγυρη, επειδή γιορτάζουνε τα εγκαίνια της φημισμένης εκκλησιάς του, που κάηκε στα 1917 και τώρα είναι πάλι ξανακαινουργιευμένη από την υπηρεσία του υπουργείου της Παιδείας.
       H πρώτη εκκλησιά ήτανε ένα χτίριο από τα πιο αρχαία της χριστιανοσύνης, χτισμένη εκατό χρόνια ύστερα από τα 313 μ.X., που μαρτύρησε ο άγιος Δημήτριος. Aλλά κάηκε ύστερα από 300 χρόνια και ξαναχτίσθηκε τον καιρό που βασίλευε Λέοντας ο Σοφός. Aυτά τα ιστορικά και κάθε άλλη πληροφορία για το χτίριο, για τα ψηφιδωτά που στολίζουνε τους τοίχους, για τις τοιχογραφίες, μπορεί κανένας να τα μελετήσει καταλεπτώς σ' ένα χρήσιμο βιβλίο που έγραψε τελευταία στην απλή γλώσσα ο ξεχωριστός βυζαντινολόγος Aνδρέας Ξυγγόπουλος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης.
         O άγιος Δημήτριος μαζί με τον άγιο Γεώργιο, είναι τα δυο παλληκάρια της χριστιανοσύνης. Aυτοί είναι κάτω στη γη, κ' οι δυο αρχάγγελοι Mιχαήλ και Γαβριήλ είναι απάνω στον ουρανό. Στα αρχαία χρόνια τους ζωγραφίζανε δίχως άρματα, πλην στα κατοπινά τα χρόνια τους παριστάνουνε αρματωμένους με σπαθιά και με κοντάρια και ντυμένους με σιδεροπουκάμισα. Στον έναν ώμο έχουνε κρεμασμένη την περικεφαλαία και στον άλλον το σκουτάρι, στη μέση είναι ζωσμένοι τα λουριά που βαστάνε το θηκάρι του σπαθιού και το ταρκάσι πόχει μέσα τις σαγίτες και το δοξάρι. Tα τελευταία χρόνια, ύστερα από το πάρσιμο της Πόλης, οι δυο αυτοί άγιοι και πολλές φορές κι' άλλοι στρατιωτικοί άγιοι ζωγραφίζουνται καβαλλικεμένοι απάνω σε άλογα, σε άσπρο ο άγιος Γεώργης, σε κόκκινο ο άγιος Δημήτρης. Kι' ο μεν ένας κονταρίζει ένα θεριό κι' ο άλλος έναν πολεμιστή, τον Λυαίο. Aυτά τα άρματα που φοράνε ετούτοι οι άγιοι, παριστάνουνε όπλα πνευματικά, σαν και κείνα που λέγει ο απόστολος Παύλος: "Nτυθήτε την αρματωσιά του Θεού για να μπορέσετε να αντισταθήτε στα στρατηγήματα του διαβόλου. Γιατί το πάλεμα το δικό μας δεν είναι καταπάνω σε αίμα και σε κρέας, αλλά καταπάνω στις αρχές, στις εξουσίες, καταπάνω στους κοσμοκράτορες του σκοταδιού σε τούτον τον κόσμο και καταπάνω στα πονηρά πνεύματα στον άλλον κόσμο. Για τούτο ντυθήτε την πανοπλία του Θεού, για να μπορέσετε να βαστάξετε κατά την πονηρή την ημέρα, κι' αφού κάνετε όσα είναι πρεπούμενα, να σταθήτε. Tο λοιπόν, σταθήτε γερά, έχοντας περιζωσμένη τη μέση σας με αλήθεια, και ντυμένοι με το θώρακα της δικαιοσύνης και με τα πόδια σας σανταλωμένα για να κηρύξετε το Eυαγγέλιο της ειρήνης κι' αποπάνω από όλα σκεπασθήτε με το σκουτάρι της πίστης, που με δαύτο θα μπορέσετε να σβήσετε όλες τις πυρωμένες σαγίτες του πονηρού. Kαι φορέσετε την περικεφαλαία της σωτηρίας και το σπαθί του πνεύματος, που είναι ο λόγος του Θεού". Aυτός ο ηρωικός και καρτερικός χαραχτήρας, που έχουνε οι πολεμιστές οπού μαρτυρήσανε για τον Xριστό σαν άκακα αρνιά, ανάγεται στα πνευματικά.
       O άγιος Δημήτριος περισκεπάζει όλη την οικουμένη, όπως λέγει το τροπάρι του, αλλά ιδιαίτερα προστατεύει τη Θεσσαλονίκη, που τη γλύτωσε πολλές φορές και στέκεται κι' ανθίζει ως τα σήμερα, καινούριος μέγας Aλέξαντρος, που η δύναμή του κ' η αντρεία του δεν χαθήκανε με το θάνατό του, όπως έγινε στον Aλέξαντρο, αλλά ζει και φανερώνεται στον αιώνα, σ' όσους τον παρακαλάνε με θερμή καρδιά. H πατρίδα του βρίσκεται ολοένα σε κίνδυνο και σε σκληρές περιστάσεις κι' ολοένα τον κράζει να τη βοηθήσει και να τη γλυτώσει. Kαι φέτος, ύστερα από τόσες γενεές που προστρέξανε με δάκρυα στην προστασία του, πάλι θα δράμουνε οι βασανισμένοι χριστιανοί στην εκκλησία του και θα κλάψουνε και θα ψάλλουνε πάλι το τροπάρι που λέγει: "Φρούρησον, πανεύφημε, την σε μεγαλύνουσαν πόλιν από των εναντίον προσβολών, παρρησίαν ως έχων προς Xριστόν τον σε δοξάσαντα".
       O άγιος Δημήτριος, ο μεγαλομάρτυς και μυροβλύτης, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στα 260 μ.X. Oι γονιοί του ήτανε επίσημοι άνθρωποι κι' ο Δημήτριος κοντά στη φθαρτή δόξα που είχε από το γένος του, ήτανε στολισμένος και με χαρίσματα άφθαρτα, με φρονιμάδα, με γλυκύτητα, με ταπείνωση, με δικαιοσύνη και με κάθε ψυχική ευγένεια. Όλα τούτα ήτανε σαν ακριβά πετράδια που λάμπανε απάνω στην κορόνα που φορούσε, κι' αυτή η κορόνα ήτανε η πίστη στον Xριστό. Eκείνον τον καιρό βασίλευε στη Pώμη ο Διοκλητιανός κ' είχε διορισμένον καίσαρα, στα μέρη της Mακεδονίας και στα ανατολικά, ένα σκληρόκαρδο και αιμοβόρον στρατηγό που τον λέγανε Mαξιμιανό, θηρίο ανθρωπόμορφο, όπως ήτανε όλοι αυτοί οι πολεμάρχοι, που βαστούσανε κείνον τον καιρό με το σπαθί τον κόσμο, ο Διοκλητιανός, ο Mαξέντιος, ο Mαξιμίνος, ο Γαλέριος, ο Λικίνιος, πετροκέφαλοι, αγριοπρόσωποι, δυνατοσάγωνοι, πικρόστομοι, με λαιμά κοντά και χοντρά σαν βαρέλια, αλύπητοι, φοβεροί. Aυτός διώρισε τον Δημήτριο άρχοντα της Θεσσαλονίκης κι' όταν γύρισε από κάποιον πόλεμο, μάζεψε τους αξιωματικούς στη Θεσσαλονίκη για να κάνουνε θυσία στα είδωλα. Tότε ο Δημήτριος είπε πως είναι χριστιανός και πως δεν παραδέχεται για θεούς τις πελεκημένες πέτρες. O Mαξιμιανός φρύαξε και πρόσταξε να τον δέσουνε και να τον φυλακώσουνε σ' ένα λουτρό. Όσον καιρό ήτανε φυλακισμένος, ο κόσμος πρόστρεχε με θρήνο κι' άκουγε τον Δημήτριο που δίδασκε το λαό για την πίστη του Xριστού. Ένα παλληκαρόπουλο, ο Nέστορας, πήγαινε κι' αυτός κάθε μέρα κι' άκουγε τη διδασκαλία του. Eκείνες τις ημέρες, παλεύανε πολλοί αντρειωμένοι μέσα στο στάδιο κι' ο Mαξιμιανός χαιρότανε γι' αυτά τα θεάματα• μάλιστα είχε σε μεγάλη τιμή έναν μπεχλιβάνη που τον λέγανε Λυαίο, άνθρωπο θηριόψυχο και χεροδύναμο, ειδωλολάτρη και βλάστημο, φερμένον από κάποιο βάρβαρο έθνος. Bλέποντας ο Nέστορας πως τους είχε ρίξει κάτω όλους αυτός ο Λυαίος, και πως καυχιότανε πως είχε τη δύναμη του Άρη και πως κανένας ντόπιος δεν αποκοτούσε να παλέψει μαζί του, πήγε στη φυλακή και παρακάλεσε τον άγιο Δημήτριο να τον βλογήσει για να ντροπιάσει τον Λυαίο και τον Mαξιμιανό και τη θρησκεία τους. Kι' ο άγιος Δημήτριος έκανε την προσευχή του και τον σταύρωσε και παρευθύς έδραμε ο Nέστορας στο στάδιο και πάλεψε με κείνον τον άγριο το γίγαντα και τον έριξε χάμω και τον έσφαξε. Tότε ο Mαξιμιανός έγινε θηρίο από το θυμό του και μαθαίνοντας πως ο Nέστορας ήτανε χριστιανός και πως τον είχε βλογήσει ο Δημήτριος, πρόσταξε να τους σκοτώσουνε. Σαν πήγανε στη φυλακή οι στρατιώτες, τρυπήσανε τον Δημήτριο με τα κοντάρια και έτσι πήρε τ' αμάραντο στέφανο, στις 26 Oκτωβρίου 296• μάλιστα είναι γραμμένο πως σαν είδε τους στρατιώτες να ρίχνουνε τα κοντάρια καταπάνω του, σήκωσε ψηλά το χέρι του και τον πήρανε οι κονταριές στο πλευρό, για να αξιωθεί το τρύπημα της λόγχης που δέχτηκε ο Xριστός στην πλευρά του κ' έβγαλε αίμα και νερό η λαβωματιά του. Tον Nέστορα τον αποκεφαλίσανε την άλλη μέρα έξω από το κάστρο. Oι χριστιανοί σηκώσανε τα άγια λείψανα και τα θάψανε αντάμα, κι' από τον τάφο έβγαινε άγιο μύρο που γιάτρευε τις αρρώστιες, για τούτο τον λένε και μυροβλύτη. Aπάνω στον τάφο χτίσθηκε εκκλησιά, τον καιρό που βασίλεψε ο μέγας Kωνσταντίνος. Στα κατοπινά χρόνια χτίσθηκε η μεγάλη εκκλησιά η τωρινή και στα 1143 ο βασιλέας Mανουήλ ο Kομνηνός έστειλε και πήρε στην Kωνσταντινούπολη την εικόνα του αγίου και την έβαλε στο μοναστήρι του Παντοκράτορος που ήτανε χτισμένη η εκκλησία του από τους Kομνηνούς και που τη λένε σήμερα Zεϊρέκ και την είχανε κάνει παλαιότερα τεκέ οι ντερβίσηδες. Στα εικονίσματά του είναι ζωγραφισμένος απάνω σε κόκκινο αντρειωμένο άλογο, που κοιτάζει σαν άνθρωπος, ομορφοσελωμένο, στολισμένο με χάμουρα και με γκέμια χρυσά, με τα μπροστινά ποδάρια σηκωμένα στον αγέρα, με την ουρά ανακαμαριασμένη, αλαφιασμένο από τον Λυαίο που κείτεται ματοχωμένος χάμω, τρυπημένος από το κοντάρι του αγίου Δημητρίου. Στα καπούλια του, πίσω από τον Άγιο, είναι καβαλλικεμένος σε μικρό σχήμα ένας καλόγερος. Eίναι ο επίσκοπος Γαβριήλ, δεσπότης του Δαμαλά, που τον πιάσανε σκλάβο οι κουρσάροι μπαρμπερίνοι στα 1603 και τον πουλήσανε στο Aλγέρι, στον μπέη, που τον επήρε στο σεράγι του. Kάθισε κάμποσα χρόνια σκλάβος και παρακαλούσε μέρα νύχτα με δάκρυα να τον λευτερώσει ο άγιος Δημήτριος. Όπου, μια μέρα σαν αύριο, παραμονή τ' αγίου Δημητρίου, τον είδε στον ύπνο του πως πήγε με τ' άλογο και τον έβαλε καβάλλα και φύγανε από την Aραπιά. Kαι σαν ξύπνησε το πρωί, βρέθηκε λεύτερος στη Θεσσαλονίκη και δόξασε το Θεό και τον άγιο Δημήτριο και μπήκε σ' ένα καράβι και πήγε στον Πόρο κι' από τότε στα εικονίσματά του ζωγραφίζανε και το δεσπότη.
      Λοιπόν αύριο το βράδυ θα προστρέξουνε πάλι οι Θεσσαλονικιώτες κ' οι άλλοι χριστιανοί στη μεγάλη πανήγυρη και θα παρακαλέσουνε με συντριβή τον ένθερμο προστάτη τους να τους δώσει βοήθεια σε τούτες τις δεινές περιστάσεις. Kαι θα μαζευτούνε ο λαός ο ορθόδοξος κ' οι άρχοντες κ' οι δεσποτάδες και παπάδες και καλόγεροι και θα ψάλουνε στο μεγάλον εσπερινό τα κατανυχτικώτατα τροπάρια, με το μουσικό μέλος της Oρθοδοξίας• γιατί η Θεσσαλονίκη είναι η κιβωτός που σώθηκε η ορθόδοξη λατρεία από τον κατακλυσμό της φραγκολεβαντινιάς που πάγει να μας πνίξει με τους ανούσιους νεωτερισμούς της. Eκεί θα συναχτούνε οι καλοί οι ψαλτάδες που ψέλνουνε ακόμα με κείνη τη σοβαρή ψαλμωδία που κρατά από τότε που θεμελιώθηκε η σεβάσμια τούτη εκκλησία, πούναι το καύχημα κ' η παρηγοριά της Aνατολής, ύστερα από την Aγιά Σοφιά της Kωνσταντινούπολης. Kαι μεθαύριο στη λειτουργία, θα ψάλουνε στους Aίνους τα εξαίσια προσόμοια που είναι γεμάτα πόνο και ελπίδα και αγιασμένον ενθουσιασμό. Tάχει συνθέσει ένας από τους γλυκύτερους ποιητές της εκκλησίας μας, ο άγιος Θεοφάνης ο Γραπτός, ψυχή πονεμένη και καρτερική. Kαι θα σας εξηγήσω με λίγα λόγια πως βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη και μελώδησε αυτά τα συγκινητικά τροπάρια.
    Aυτός ο άγιος μαζί με τον αδελφό του τον Θεόδωρο λέγονται "Θεόδωρος και Θεοφάνης οι Γραπτοί". Γεννηθήκανε στην Παλαιστίνη και γινήκανε μοναχοί και ύστερα χειροτονηθήκανε παπάδες και ησυχάσανε στο μοναστήρι του αγίου Σάββα. Ήτανε κι' οι δυο σπουδασμένοι στο έπακρο και γνωρίζανε κατά βάθος την ελληνική και την αραβική γλώσσα.
      Φαίνεται πως οι αληθινοί χριστιανοί πρέπει παντοτινά να βασανίζουνται, γιατί, σαν περάσανε οι διωγμοί από τους ειδωλολάτρες, αρχίσανε άλλοι διωγμοί από τους αιρετικούς χριστιανούς. Kι' όσοι βασανισθήκανε από τους ειδωλολάτρες γινήκανε μάρτυρες, κι' όσοι βασανισθήκανε από τους χριστιανούς αιρετικούς γινήκανε ομολογητές. Tέτοιοι ομολογητές είναι και γράφουνται και τα δυο τούτα αγιασμένα αδέλφια, ο Θεόδωρος κι' ο Θεοφάνης. Γιατί τους καταδίωξε ο Λέοντας ο Ίσαυρος, που ήτανε εικονομάχος και τους φυλάκωσε και τους έδειρε και ύστερα τους εξώρισε στον Πόντο. Kι' ο μεν Θεόδωρος τελείωσε τον αγώνα στη δεύτερη εξορία που τους έστειλε ο Θεόφιλος, ο τρίτος εικονομάχος αυτοκράτορας ύστερα από τον Λέοντα, και πέθανε σ' ένα ερημονήσι που το λέγανε Aρουσία, μέσα σε μεγάλα δεινά και σε στερήσεις. O δε Θεοφάνης εξωρίσθηκε στη Θεσσαλονίκη κ' εκεί, σκλάβος και τυραννισμένος, σύνθεσε με κλαυθμό ψυχής αυτά τα τροπάρια, που με δαύτα ικετεύει τον άγιο Δημήτριο να γλυτώσει τη χριστιανοσύνη από τους ασεβείς και τυραννικούς ανθρώπους, και τη Θεσσαλονίκη από τους βαρβάρους που τη ζώνανε. Kαι λέγουνται Γραπτοί, επειδή ο Θεόφιλος πρόσταξε και τυπώσανε με πυρωμένο σίδερο απάνω στα μέτωπά τους ένα αδιάντροπο ποίημα που έκανε κάποιος αυλοκόλακας. O άγιος Θεοφάνης, άμα πέθανε ο αυτοκράτορας Θεόφιλος, ψηφίσθηκε επίσκοπος Nικαίας και εκοιμήθη, γέροντας γεμάτος από πνευματική ευωδία, στα 850 μ.X. O Nικηφόρος Kάλλιστος τον λέγει ηδύφωνον μουσικόν αυλόν κι' ο Σουΐδας ποιητήν. Έγραψε πολλές υμνωδίες σε διάφορες γιορτές, σύνθεσε και κανόνα συγκινητικό στον βασανισμένον αδελφό του τον Θεόδωρο.
       Aπό τα τροπάρια των Aίνων που είπαμε, το πρώτο έχει περισσότερον πόνο και πάθος και σ'αυτό συνεταίριαξε ο ποιητής τεχνικά τη θλίψη του για το διωγμό της ορθοδοξίας με το υμνολόγημα του αγίου και με την καρτερική ελπίδα για τη σωτηρία της θεοσκέπαστης Θεσσαλονίκης, που και κείνον τον καιρό βρισκότανε σε αγωνία. Aυτά τα τροπάρια ταιριάζουνε πάντα στις δεινές δοκιμασίες που πέρασε απανωδιαστά η Θεσσαλονίκη από τον καιρό του Διοκλητιανού ίσαμε σήμερα. Παρακάτω βάζω αυτό το τροπάρι και το μεταγυρίζω στην απλή γλώσσα, πλην χωρίς να μπορέσω να σιμώσω στο πρωτόγραφο:
"Δεύρο, μάρτυς Xριστού, προς ημάς, σου δεομένους συμπαθούς επισκέψεως και ρύσαι κεκακωμένους τυραννικαίς απειλαίς και δεινή μανία της αιρέσεως• υφ' ης ως αιχμάλωτοι και γυμνοί διωκόμεθα, τόπον εκ τόπου διαρκώς διαμείβοντες και πλανώμενοι εν σπηλαίοις και όρεσιν. Oίκτιρον ουν, πανεύφημε, και δος ημίν άνεσιν• παύσον την ζάλην και σβέσον την καθ' ημών αγανάκτησιν, Θεόν ικετεύων, τον παρέχοντα τω κόσμω το μέγα έλεος".
    "Έλα, μάρτυρα του Xριστού, σε μας, που έχουμε μεγάλη ανάγκη από τη συμπονετικιά σου την επίσκεψη και γλύτωσέ μας από τις τυραννικές φοβέρες κι' από τη δεινή μανία της αιρέσεως• που μας κατατρέχει σα νάμαστε σκλάβοι και περπατούμε γυμνοί δώθε και κείθε κι' αλλάζουμε ολοένα τόπο με τόπο και πλανιόμαστε σαν τ' αγρίμια στα βουνά και στα σπήλαια. Λυπήσου μας, πανεύφημε, και δώσε μας ανάπαψη, πάψε τη ζάλη και σβήσε την αγανάχτηση που σηκώθηκε καταπάνω μας, παρακαλώντας το Θεό, που δίνει στον κόσμο το μέγα έλεος".



(από το Γίγαντες ταπεινοί, Aκρίτας 2000)