Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

Το Κάστρο της Πάτρας

 

 
 
 
 
 
           Το Κάστρο της Πάτρας χτίστηκε κατά το δεύτερο μισό του 6ου μ.Χ. αιώνα, επάνω στα ερείπια της αρχαίας Ακρόπολης. Βρίσκεται σε ένα χαμηλό λόφο του Παναχαϊκού σε απόσταση 800 μέτρων περίπου από την ακτή.
 
Αναδημοσίευση απο τον <<Καστρολόγο>>

 

 

Ιστορία

            


           Κατασκευάστηκε από τον Ιουστινιανό μετά τον καταστροφικό σεισμό του 551 με υλικά προχριστιανικών οικοδομημάτων για την άμυνα της περιοχής και των κατοίκων της. Στους αιώνες που ακολούθησαν και έως το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, παρέμεινε σε αδιάκοπη χρήση για την άμυνα της πόλης, αλλά και ως διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο. Στους Βυζαντινούς αιώνες, μέχρι τον ερχομό των Φράγκων (1205) το πολιόρκησαν Σλάβοι, Σαρακηνοί, Βούλγαροι, Νορμανδοί κ.α. χωρίς όμως να κατορθώσουν να το κατακτήσουν. Στα 805 μ.Χ. οι κάτοικοι της πόλης πολιορκήθηκαν στο κάστρο από Σλάβους και Σαρακηνούς και η νίκη τους που αποδόθηκε σε θαύμα του πολιούχου Αγίου Ανδρέα, ήταν σημαντική για την αναχαίτιση των βαρβαρικών επιδρομών στην Πελοπόννησο.
Οι Φράγκοι σταυροφόροι, το μεγάλωσαν, το ενίσχυσαν και άνοιξαν τάφρο στις τρεις πλευρές του. Το 1278 υποθηκεύτηκε στο Λατίνο Αρχιεπίσκοπο ενώ το 1408 παραχωρήθηκε από τον Πάπα για πέντε χρόνια και έναντι μισθώματος, στους Ενετούς. Στα χέρια του Λατίνου Αρχιεπισκόπου έμεινε έως το 1430 που απελευθερώθηκε από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Ο Κωνσταντίνος προχώρησε σε προσθήκες και επισκευές των τειχών.
            Οι Τούρκοι το κατέλαβαν το 1458 και παρέμειναν εκεί όλη σχεδόν την περίοδο της Τουρκοκρατίας στην Ελλάδα. Το κάστρο πέρασε στα χέρια των Ελλήνων μόλις το 1828 μετά την παράδοσή του από την τουρκική φρουρά στο Γάλλο στρατηγό Μαιζόν κατά τη γαλλική Εκστρατεία του Μωριά. Στα χρόνια 1941-1944 ήταν στη γερμανική κατοχή από την οποία ελευθερώθηκε μαζί με την Πάτρα στις 4 Οκτωβρίου 1944. Από το 1973 το Κάστρο είναι στην εποπτεία της 6ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Στο λυόμενο θεατράκι (640 θέσεων) που βρίσκεται στο εσωτερικό περίβολο, φιλοξενούνται κάθε καλοκαίρι πολιτιστικές εκδηλώσεις.

 

Δομικά, Αρχιτεκτονικά, Οχυρωματικά Στοιχεία

            Τα τείχη του περικλείουν μία έκταση 22.725 τ.μ. και αποτελείται από έναν τριγωνικό εξωτερικό περίβολο, ενισχυμένο με πύργους και προμαχώνες, που προστατεύονταν αρχικά από βαθιά τάφρο και ένα εσωτερικό περίβολο που υψώνεται στη Β.Α. γωνία και επίσης περιβάλλεται από τάφρο.
Οι οικοδομικές φάσεις που διακρίνονται σήμερα στο κάστρο αποτελούν μαρτυρία των εργασιών που πραγματοποιήθηκαν από τους εκάστοτε κατακτητές του για την επισκευή του και την προσαρμογή στις εξελίξεις της πολεμικής τεχνολογίας.

 

 

 

 

 

Θρύλοι και Παραδόσεις

           Σε ειδική εσοχή στην τοιχοποιία, είναι εντοιχισμένος κορμός αγάλματος και κεφάλι ανδρός των ρωμαϊκών χρόνων. Το παραμορφωμένο αυτό άγαλμα πήρε μυθικές διαστάσεις στα μάτια των κατοίκων της Πάτρας. Έγινε το στοιχειό της πόλης, η «Πατρινέλα». Η παράδοση λέει ότι ήταν γυναίκα μεταμορφωμένη σε άντρα στα χρόνια της Τουρκοκρατίας που φυλάει την πόλη από επιδημίες και κλαίει τις νύχτες, όταν πεθαίνει κάποιος γνωστός Πατρινός.

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

ΜΑΞΙΜΟΣ ΠΛΑΝΟΥΔΗΣ (1260-1332)

 
 
 
                      Ο λόγιος, φιλόλογος, μαθηματικός και αστρονόμος Μανουήλ Πλανούδης γεννήθηκε στη Νικομήδεια της Βιθυνίας, αλλά σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη. Ο Πλανούδης θεωρείται από τους σπουδαιότερους λογίους της εποχής του και πρόδροµος της αναγέννησης των κλασικών ελληνικών σπουδών στη Δύση. Το 1285, όταν έγινε μοναχός, άλλαξε το όνομά του από Μανουήλ σε Μάξιμος και με αυτό έμεινε γνωστός. Ο Πλανούδης δίδασκε, ήδη από το 1280, στις σχολές της Μονής της Χώρας και της Μονής του Ακαταλήπτου Χριστού στην Κωνσταντινούπολη.
                      Άγνωστο το πώς έγινε άριστος λατινιστής και μετέφρασε έργα της λατινικής γραμματείας στην ελληνική γλώσσα (Βοήθιος, Κάτων ο Πρεσβύτερος, Οβίδιος, Κικέρων, Ιούλιος Καίσαρ, Ψευδο-Αυγουστίνος, Θωμάς Ακινάτης κ.ά.). Αρχικά μετέφρασε το De consolatione philosophiae του Βοήθιου και έτσι προλείανε τη σύνδεση μεταξύ του βυζαντινού πολιτισμού και της Δύσης. Ο Μάξιμος Πλανούδης με τις μεταφράσεις του έγινε ο πνευματικός ενδιάμεσος μεταξύ ανατολικού και δυτικού κόσμου.
                   Αρχικά ήταν υποστηρικτής της ένωσης των Εκκλησιών στο πλευρό του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου. Μετά όμως τον θάνατο του τελευταίου, ο νέος αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄ ακολούθησε ανθενωτική πολιτική και ο Μάξιμος Πλανούδης άλλαξε κι αυτός παράταξη. Τότε έγραψε το Περί αληθείας και το Κατά Λατίνων συλλογισμοί περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος, όπου χρησιμοποιεί και επεκτείνει τους Συλλογισμούς του πατριάρχη Φωτίου. Μετά τη Σύνοδο της Λυών (1274) επιδόθηκε στη μετάφραση έργων της λατινικής θεολογίας και φιλολογίας. Μέσω αυτών των μεταφράσεων έγινε ο πρώτος Βυζαντινός λόγιος ο οποίος έκανε γνωστή στην Ανατολή τη δυτική λατινική πολιτιστική παράδοση, προωθώντας συνεχώς την επικοινωνία της Ανατολής με τη Δύση. Μετέφρασε τα Αποφθέγματα του Κάτωνος, τις Μεταμορφώσεις του Οβιδίου, το Ενύπνιον του Σκιπίωνος, τους Γαλατικούς Πολέμους του Ιούλιου Καίσαρα, το Περί Τριάδος του ιερού Αυγουστίνου και άλλα. Σημαντικότερο και πλουσιότερο ήταν το έργο του στα μαθηματικά και τις θετικές επιστήμες, που θα το γνωρίσουμε αναλυτικά παρακάτω.
 
 
 
 
Το έργο του και το ινδοαραβικό σύστημα αρίθμησης
       

               Ο Πλανούδης άφησε ένα πολύ σημαντικό έργο με τα σχόλια και τις συλλογές της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Με την πλούσια συγγραφική του παρουσία και την εργατικότητά του ανέδειξε την ευρύτητα του περιεχομένου της βυζαντινής παιδείας κατά τους παλαιολόγειους χρόνους. Έγραψε επίσης -εκτός από τις μεταφράσεις λατινικών έργων- και θεολογικές πραγματείες, ενώ τα έργα του είναι γεμάτα από ιστορικά και γεωγραφικά αποσπάσματα.
                Ο Πλανούδης ήταν γνωστός στη Δύση για τις συλλογές ή εκδόσεις ιστορικών, γεωγράφων, αστρονόμων, μαθηματικών και άλλων αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Kείμενα από αυτά τα έργα του, κατά τους πρώτους χρόνους του Ουμανισμού, χρησιμοποιούνταν για τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στη Δύση (A. A. Vasiliev, Ιστορία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, 1971, σελ. 882).
                 Σχετικά με τα μαθηματικά έγραψε βιβλίο αριθμητικής κατά τη μέθοδο των Ινδών, την Ψηφιφορία κατ' Ινδούς την λεγομένην μεγάλην, όπου για πρώτη φορά στο Βυζάντιο εμφανίζεται το μηδέν (Φ. Κουκουλές, Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, 1948, τόμος Α΄ Ι, σελ. 61). Ο Πλανούδης στα αριθμητικά έργα του ονομάζει την αφαίρεση «εκβολή», τη διαίρεση «μερισμόν», ενώ την τετραγωνική ρίζα την καλεί «τετραγωνική πλευρά».
                Όσον αφορά την εξαγωγή της τετραγωνικής ρίζας έδωσε μια -δικής του επινοήσεως- μέθοδο, η οποία παρείχε αποτελέσματα με καλύτερη προσέγγιση. Τη μέθοδο αυτή την περιγράφει ο M. Cantor (Vorlesungen über Geschichte der Mathematik, 1907, 512-513). Ταυτόχρονα γράφει ότι υπάρχει και άλλη μέθοδος, που προέρχεται από μείξη της αντίστοιχης του Θέωνος του Αλεξανδρέως,,της ινδικής και της δικής του: ετέρα μέθοδος μείγμα ούσα της τε ινδικής και του Θέωνος και της ημετέρας.
              Η σπουδαιότητα όμως του συγκεκριμένου βιβλίου αριθμητικής έγκειται στο ότι χρησιμοποιεί για πρώτη φορά τα εξ Ανατολής ινδοαραβικά ψηφία. Για τη συγγραφή του στηρίχθηκε σε ένα βιβλίο αριθμητικής του 1252 (Αρχή της μεγάλης και ινδικής ψηφιφορίας) που χρησιμοποιούσε τα δυτικά αραβικά ψηφία γκομπάρ.
              Σημειώνουμε ότι ο Πλανούδης, όπως αναφέρει ο καθηγητής Φαίδων Κουκουλές (Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, 1948, τόμος Α΄, Ι, σελ. 128), καλεί την αριθμητική Ψηφοφορίαν ή Ψηφιφορίαν. Επίσης είναι γνωστά από τον Kώδικα 157 sup. της Αμβροσιανής Βιβλιοθήκης του Μιλάνου τα σχόλια του Πλανούδη στο δεύτερο και στο τρίτο βιβλίο του μαθηματικού Διόφαντου: Σχόλια αριθμητικής Διοφάντου, του Πλανούδη κυρού Μαξίμου.


 
Αραβικά ψηφία και μηδέν

              Ο Μάξιμος Πλανούδης, περιγράφοντας το αραβικό αριθμητικό σύστημα και αφού πρώτα παρουσιάζει τους αριθμούς από το ένα έως το εννιά, γράφει για το μηδέν τα εξής: Τιθέασι δε και έτερόν τι σχήμα ο καλούσιν τζίφραν, κατ' Ινδούς σημαίνον ουδέν. Και τα εννέα δε σχήματα και αυτά ινδικά έστι. Η δε τζίφρα γράφεται ούτως: 0.
              Όσον αφορά το ζήτημα της εισαγωγής των αραβικών ψηφίων στο Βυζάντιο, τόσο ο καθηγητής Μιχαήλ Στεφανίδης (Εισαγωγή εις την Ιστορίαν των Φυσικών Επιστημών, 1938, σελ. 217) όσο και ο M. Cantor (Vorlesungen über Geschichte der Mathematik, 1907, σελ. 511) θεωρούν ότι αυτή γίνεται για πρώτη φορά από τον Πλανούδη. Όμως ο Paul Tannery, όπως αναφέρει ο καθηγητής Δημήτριος Κωτσάκης, υποστηρίζει: Η γνώσις του αραβικού συστήματος θα έπρεπε να έχη εξαπλωθεί μεταξύ των Ελλήνων πάρα πολύ χρόνον προτού ο Πλανούδης δημοσιεύση (περί το 1303) τα μαθήματά του. Εν τούτοις, τον 12ον αιώνα, το σύστημα τούτο δεν ήτο ακόμη εις ευρείαν χρήσιν (Δ. Κωτσάκη, Αι επιστήμαι κατά τους τρεις τελευταίους αιώνας του Βυζαντίου, 1956, σελ. 10).
                Ο Αυστριακός καθηγητής Ηerbert Hunger για το ίδιο θέμα τονίζει: Αυτό το σύστημα ψηφίων απαντάται στο Βυζάντιο ήδη στον περίφημο κώδικα του Ευκλείδη του έτους 888 και κατόπιν π.χ. στον μοναχό Νεόφυτο (προγενέστερος του Πλανούδη)... Ο Νεόφυτος γνώριζε το σύμβολο του μηδενός... (Ηerbert Hunger, Βυζαντινή λογοτεχνία, 1991, σελ. 49). Σημειώνει ωστόσο ότι το μηδέν δεν χρησιμοποιούνταν όπως σήμερα ώστε να δείχνει την τάξη μεγέθους του αριθμού. Αυτό το κάνει ο Πλανούδης για να γίνει εφικτή η παράσταση οσωνδήποτε μεγάλων μεγεθών, τα οποία είναι τόσο απαραίτητα στην αστρονομία.
                  Πάντως, όπως και αν έγινε, η χρήση των εύχρηστων ινδοαραβικών αριθμητικών ψηφίων βοήθησε πάρα πολύ την ανάπτυξη και την εξέλιξη της επιστήμης των αριθμών, αφού παραμερίστηκαν τα πολύπλοκα και δύσχρηστα ελληνικά και λατινικά συστήματα αρίθμησης.
                  Σημειώνουμε ότι η αλληλογραφία του Μάξιμου Πλανούδη με τον σπουδαίο μαθηματικό και αστρονόμο Μανουήλ Βρυέννιο ανέδειξε την ευρύτητα των αστρονομικών του γνώσεων. Μάλιστα, από τον Μανουήλ Βρυέννιο ζήτησε να του στείλει έναν κώδικα του Διόφαντου για αντιπαραβολή, επειδή προετοίμαζε τα Σχόλια αριθμητικής Διοφάντου, του Πλανούδη κυρού Μαξίμου, όπως τιτλοφόρησε το σχετικό βιβλίο του (H. Hunger, Βυζαντινή λογοτεχνία, 1992, τόμος Β΄, 50).
            

                       
Ο Μάξιμος Πλανούδης και η γεωγραφία
       

                   Iδιαιτέρως έντονο υπήρξε το ενδιαφέρον του Μάξιμου Πλανούδη για τη γεωγραφία. Μετά από αίτημα του αυτοκράτορα Aνδρόνικου B΄ Παλαιολόγου προς τον πρώην πατριάρχη Aλεξανδρείας Aθανάσιο, ο οποίος ζούσε στην Kωνσταντινούπολη, ο Μάξιμος Πλανούδης δημιούργησε ένα ακριβές αντίγραφο της Γεωγραφικής Υφηγήσεως του Κλαύδιου Πτολεµαίου με τίτλο: Ιστορική και γεωγραφική Συναγωγή ή Συναγωγή εκλεγείσα υπό διαφόρων βιβλίων, συμπεριλαβαίνοντας σε αυτό χάρτες. Το πλούσια εικονογραφημένο ελληνικό αντίγραφο χειρόγραφο κατέληξε στο Βατικανό το 1657.
               Το συγκεκριμένο έργο θεωρείται κορυφαίο στην ιστορία της χαρτογραφίας. Ο ίδιος συγκέντρωσε επίσης χειρόγραφα του Στράβωνος τα οποία συντήρησε και αποκατέστησε.
Τέλος, ο Μάξιμος Πλανούδης έγραψε τα: Σχόλια εις Θεόκριτον και Ερμογένην, Ανθολογία διαφόρων επιγραφών, Παροιμίαι δημώδεις, Περί συντάξεως, και ένα μεγάλο πλήθος επιστολών προς διάφορους εκκλησιαστικούς και πολιτικούς άρχοντες.

Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2014

H Βυζαντινή εικόνα του Αγίου Δημητρίου

H Βυζαντινή εικόνα του Αγίου Δημητρίου με μύρο από το τάφο του μεγαλομάρτυρα στη Θεσσαλονίκη
Αναδημοσίευση από τη σελίδα της <<Λειψανοθήκης>>
Η εικόνα του Αγίου Δημητρίου από το Σασοφεράτο της Ιταλίας.
Η βυζαντινή μικροψηφιδωτή εικόνα του Αγίου Δημητρίου με μύρο από τον τάφο του,
τα σύμβολα των Παλαιολόγων και τις επιγραφές.



                 Το Σασοφεράτο (Sassoferrato) είναι μία μικρή πόλη στην επαρχία της Αγκόνας (Ancona) στην Ιταλία και βρίσκεται χτισμένο στο μέρος που κάποτε βρισκόταν η αρχαία πόλη Sentinum. Μετά την ολοκληρωτική καταστροφή του Sentinum από του Γότθους και τους Λομβαρδούς,περίπου το έτος 1000, θα χτιστεί ένα νέο κάστρο από τους κατοίκους της περιοχής που θα μετατραπεί σε μία μικρή πόλη γύρω στο 1200.
                  Η εικόνα που παριστάνει τον Άγιο Δημήτριο ήρθε στο Δημοτικό Μουσείο του Σασοφεράτο από την συλλογή του ουμανιστή Niccolò Perotti (1429 - 1480), ο οποίος γεννήθηκε στο Σασοφεράτο και ήταν μαθητής και φίλος του Έλληνα παπικού καρδινάλιου Βησσαρίωνα, τον οποίον συνόδευσε στην αποστολή του στην Μπολόνια κατά τα έτη 1450 – 1455. Σύμφωνα με τον ιστορικό Sergio Bettini, ο Βησσαρίων είναι που κατά πάσα πιθανότητα χάρισε την εικόνα στον Perotti, ο οποίος αργότερα την αντιχάρισε στη γενέθλια πόλη του.


Το Σασοφεράτο της Ιταλίας.
Το Σασοφεράτο της Ιταλίας.





                 Στο κέντρο της εικόνας βρίσκεται μία μικροψηφιδωτή βυζαντινή εικόνα του Αγίου Δημητρίου ντυμένου με πλήρη στρατιωτική εξάρτυση, να κρατά με το δεξί του χέρι ένα ακόντιο και με το αριστερό του μία επιμήκη ασπίδα στην οποία διακρίνεται ένα λιοντάρι.


Η εικόνα του Αγίου Δημητρίου από το Σασοφεράτο της Ιταλίας.
Ο Άγιος Δημήτριος με στρατιωτική εξάρτυση.

              Ακριβώς πάνω από το κεφάλι του Αγίου Δημητρίου υπάρχει ένα προσκυνηματικό φιαλίδιο, ευλογία όπως ονομάζεται, το οποίο περιέχει άγιο μύρο από το τάφο του μεγαλομάρτυρα στη Θεσσαλονίκη. Στις δύο πλευρές της ευλογίας διαβάζουμε ΙΣ ΧΣ ΝΙ ΚΑ.


Η εικόνα του Αγίου Δημητρίου από το Σασοφεράτο της Ιταλίας.
Προσκυνηματικό φιαλίδιο, ευλογία,
που περιέχει άγιο μύρο από το τάφο του μάρτυρα
στη Θεσσαλονίκη.


            Σε κάθε πλευρά της μικροψηφιδωτής εικόνας του Αγίου Δημητρίου υπάρχει ένα ασημένιο πλαίσιο, στο οποίο τέσσερεις ρόμβοι σε κάθε πλευρά σχηματίζουν επιγραφές γραμμένες στα ελληνικά.
            Η αριστερή επιγραφή που έχει σήμερα χαθεί έγραφε, σύμφωνα με παλιά φωτογραφία της εικόνας, το εξής:
Ω ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΔΗΜΗΤΡΙΕ ΜΕΣΙΤΕΥΣΟΝ ΠΡΟΣ ΘΕΟΝ ΙΝΑ ΤΩ ΠΙΣΤΩ ΣΟΥ ΔΟΥΛΩ ΤΩ ΕΠΙΓΕΙΩ ΒΑΣΙΛΕΙ ΡΩΜΑΙΩΝ ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΩ ΔΟΙΗ ΜΟΙ ΝΙΚΗΣΑΙ ΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΤΟΥΣ ΥΠΟΤΑΞΑΙ ΥΠΟ ΤΟΥΣ ΠΟΔΑΣ ΜΟΥ
              Η δεξιά επιγραφή που διατηρείται γράφει το εξής:
ΑΥΤΗ Η ΣΤΑΜΝΟΣ ΦΕΡΕΙ ΜΥΡΟΝ ΑΓΙΟΝ ΕΚ ΤΟΥ ΦΡΕΑΤΟΣ ΑΝΤΛΗΣΑΣΑ ΕΝ Ω ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΜΥΡΟΒΛΥΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΤΟΥΤΟ ΑΝΑΒΛΥΖΟΝ ΚΕΙΤΑΙ ΕΚΤΕΛΩΝ ΘΑΥΜΑΣΙΑ ΠΑΣΗ ΤΗ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗ ΚΑΙ ΤΟΙΣ ΠΙΣΤΟΙΣ

Η εικόνα του Αγίου Δημητρίου από το Σασοφεράτο της Ιταλίας.
Η δεξιά επιγραφή.


Α
ΥΤ
Η Η ΣΤ
ΑΜΝΟ
Σ ΦΕΡΕ
Ι ΜΥΡΟΝ
ΑΓΙΟΝ
ΕΚ ΤΟΥ
ΦΡΕ
ΑΤ
Ο
Σ
ΑΝ
ΤΛΗ
ΣΑΣΑ
ΕΝ Ω ΤΟ
ΣΩΜΑ ΤΟ
Υ ΜΥΡΟ
ΒΛΥΤ
ΟΥ Θ
ΕΙ
Ο
Υ
ΔΗ
ΜΗΤ
ΡΙΟΥ
ΤΟΥΤΟ
ΑΝΑΒΛΥ
ΖΟΝ ΚΕ
ΙΤΑΙ
ΕΚΤ
ΕΛ
Ω
Ν
ΙΑ
ΥΜΑ
ΣΙΑ Π
ΑΣΗ ΤΗ
ΟΙΚΟΥΜΕ
ΜΗ ΚΑΙ
ΤΟΙΣ
ΠΙΣΤ
ΟΙ
Σ


 
 
 
 
 
 
 
 
                    Δεξιά και αριστερά, στις επάνω γωνίες της εικόνας, υπάρχουν δύο σταυροί που φέρουν από τέσσερα πυρεκβόλα, τα οποία στο σχήμα του γράμματος Β υποδεικνύουν την έκφραση Βασιλεύς Βασιλέων, Βασιλεύων Βασιλευόντων. Σύμφωνα μάλιστα με τον ιστορικό Σάθα, τα τέσσερα Β συμβολίζουν τις τέσσερεις περιοχές του κόσμου, δηλαδή όλη την οικουμένη.
                Στο κάτω μέρος της εικόνας υπάρχουν στη δεξιά και αριστερή γωνία από ένας δικέφαλος αετός, ενώ στο κέντρο, όπου υπήρχε κάποτε ένας πολύτιμος λίθος εξαφανισμένος σήμερα, διαβάζουμε ΑΓΙΟΣ - ΑΓΙΟΣ.


Η εικόνα του Αγίου Δημητρίου από το Σασοφεράτο της Ιταλίας.
Δικέφαλος αετός.
Η εικόνα του Αγίου Δημητρίου από το Σασοφεράτο της Ιταλίας.
Δικέφαλος αετός.









Η εικόνα του Αγίου Δημητρίου από το Σασοφεράτο της Ιταλίας.
Σταυρός με τα πυρεκβόλα.
Η εικόνα του Αγίου Δημητρίου από το Σασοφεράτο της Ιταλίας.
Σταυρός με τα πυρεκβόλα.


             Οι δικέφαλοι αετοί και οι σταυροί με τα πυρεκβόλα είναι χαρακτηριστικοί της Παλαιολόγειας εποχής του Βυζαντίου και των τελευταίων βυζαντινών αυτοκρατόρων,ενώ μία από τις επιγραφές αναφέρεται στον Ιουστινιανό Β'.
              Η μικρομωσαϊκή εικόνα του Αγίου Δημητρίου χρονολογείται τον 14ο αιώνα (Κωνσταντινούπολη), η ευλογία τον 13ο - 14ο αιώνα(Θεσσαλονίκη), ενώ το ασημένιο πλαίσιο φαίνεται να έχει συναρμοστεί στην εικόνα κατά τα μέσα του 15ου αιώνα στην Ιταλία.
            Η εικόνα του Αγίου Δημητρίου του Σασοφεράτο ήρθε στη Θεσσαλονίκη και εκτέθηκε στον Ιερό Ναό του Αγίου Δημητρίου, από τις 24 Οκτωβρίου ως τις 28 Νοεμβρίου του2005, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 1700 χρόνων από το μαρτύριο του Αγίου.

            Υπενθυμίζω εδώ ότι μύρο που συλλεγόταν από τον τάφο του Αγίου Δημητρίου ή χώμα ανακατεμένο με πηγμένο αίμα που λαμβανόταν από το μέρος του μαρτυρίου του θεωρούνταν λείψανο.


Η εικόνα του Αγίου Δημητρίου από το Σασοφεράτο της Ιταλίας.
Η εικόνα του Αγίου Δημητρίου από το Σασοφεράτο της Ιταλίας.

Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2014

Βυζαντινή Θεσσαλονίκη --- Δημήτρια

 
         
              

               Στην απαρχή της μετάβασης από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στη Χριστιανική Αυτοκρατορία της Ανατολής με τη μεταφορά της πρωτεύουσας από το Μεγάλο Κωνσταντίνο στην Ανατολή,  η Θεσσαλονίκη υπήρξε, εξαιτίας της σημαίνουσας στρατηγικής της θέσης, μία από τις υποψήφιες πόλεις, οι οποίες προτάθηκαν ως αντικαταστάτριες της Ρώμης. Παρότι, όμως, προτιμήθηκε το Βυζάντιο ως νέα πρωτεύουσα, η Θεσσαλονίκη είχε τον πολιτικό και πολιτισμικό ρόλο της συμβασιλεύουσας πόλης.
               Η αγάπη που έτρεφαν οι Θεσσαλονικείς προς τον Άγιο, η ευλάβεια και η λατρεία τους, οδήγησε στην καθιέρωση γιορτής προς τιμήν του. Οι γιορτές αυτές αποτελούνταν από εκκλησιαστικές τελετές με θρησκευτικό περιεχόμενο και από λαϊκές με πνευματικό –αθλητικό περιεχόμενο, αλλά και εμπορικό χαρακτήρα. Τα πρώτα χρόνια η εμποροπανήγυρη γινόταν αρχικά στην περιοχή γύρω από το ναό του Αγίου, ενώ αργότερα, όταν η γιορτή απέκτησε μεγάλη φήμη και πλήθος Ελλήνων και ξένων κατέλυαν στην πόλη, οι εμπορικές γιορτές πρέπει να μεταφέρθηκαν έξω από την πόλη.
               Τις ημέρες αυτές της πανηγύρεως η Θεσσαλονίκη άλλαζε όψη. Στις πλατείες της, στην αγορά της, στους δρόμους της, μπορούσε κανείς να συναντήσει κάθε λογής εμπόρους Έλληνες και ξένους, οι οποίοι έφερναν τα εμπορεύματα τους για να τα εκθέσουν. Τα εμπορεύματα έφταναν στην πόλη, τόσο με πλοία, από τους θαλάσσιους δρόμους, όσο και με καραβάνια από την ξηρά. Ο λαός στα «Δημήτρια» έβρισκε και πολλές διασκεδάσεις: σχοινοβάτες, γελωτοποιοί, μίμοι, θεατρίνοι γύριζαν στις αγορές, στις πλατείες και στις συνοικίες διασκεδάζοντας τον κόσμο.
                 Τις μέρες αυτές της γιορτής του αγίου Δημητρίου έφταναν στην πόλη και πολλοί ευσεβείς χριστιανοί, οι οποίοι πήγαιναν και προσκυνούσαν το ιερό λείψανο του Αγίου, που ανάβλυζε μύρο και σύμφωνα με την παράδοση, είχε θαυματουργικές ιδιότητες. Ο κόσμος που βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη την εποχή αυτή έπαιρνε μέρος στις μεγαλοπρεπείς θρησκευτικές τελετές και στις εκκλησιαστικές πομπές, ιδιαίτερα την ημέρα που γιόρταζε ο Άγιος. Η γιορτή και εμποροπανήγυρη που διαρκούσε πολλές μέρες προκαλούσε το θαυμασμό ολόκληρης της αυτοκρατορίας για τον πλούτο και το μέγεθος της.
               Ο ανώνυμος συγγραφέας του διαλόγου «Τιμαρίων» (12ος αιώνας), περιγράφει την εμποροπανήγυρη της Θεσσαλονίκης ως εξής:
 
                     «Συρρέουν όχι μόνο όλοι οι αυτόχθονες και ο ντόπιος πληθυσμός, αλλά κάθε είδους άνθρωποι από παντού… Με λίγα λόγια, οι παραλίες του Ωκεανού στέλνουν προσκυνητές και θεωρούς στον μάρτυρα (τον Άγιο Δημήτριο). Τόσο μεγάλη είναι η δόξα του σε ολόκληρη την Ευρώπη.
                     Εγώ λοιπόν, καθώς είμαι από την Καππαδοκία και μάλιστα από τα βάθη της και δεν είχα γνώση του πράγματος αλλά το είχα μόνο ακουστά, ήθελα να γίνω επιτόπου θεατής όλου του θεάμοτος… Γι’ αυτό ανέβηκα στο ύψωμα που γειτονεύει με την πανήγυρη, και κάθισα να τα δω όλα με την άνεσή μου. Ήταν λοιπόν ως εξής: Είχαν στηθεί σκηνές των εμπόρων σε δύο παράλληλες γραμμές αντικριστά. Οι γραμμές τραβούσαν μακριά, αφήνοντας ανάμεσά τους να ανοίγεται ένας πλατύς διάδρομος, ώστε να υπάρχει δίοδος για το ορμητικό πλήθος…. Εγκάρσια σε αυτές τις γραμμές είχαν στηθεί άλλες σκηνές και αυτές σε στοίχους, αλλά όχι σε μεγάλο μήκος, κι έτσι έμοιζαν με μικρά πόδια που ξεφυτρώνουν από ένα ερπετό… Αν θες να μάθεις, φιλοπερίεργε φίλε μου, και πως ήταν από κοντά, όπως είδα, όταν αργότερα κατέβηκα από το ύψωμα, υπήρχαν κάθε είδος ρούχα, εν υφάσματι και νήμασι, ανδρών και γυναικών, από τη Βοιωτία και την Πελοπόννησο, και όσα φέρνουν τα εμπορικά καράβια από την Ιταλία στους Έλληνες. Αλλά και η Φοινίκη στέλνει πολλά και η Αίγυπτος, όπως και η Ισπανία και οι Ηράκλειες στήλες, που φτιάχνουν τα ωραιότατα έπιπλα. Αυτά είναι όσα φέρνουν από τις χώρες οι έμποροι. Αλλά και ο Εύξεινος Πόντος στέλνει τα δικά του προς το Βυζάντιο (Κωνσταντινούπολη) και από εκεί πολλά άλογα και πολλά μουλάρια μεταφέρουν τα εμπορεύματα για να στολίσει και αυτός την πανήγυρη».


Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

Διάσπαρτα βυζαντινά σπαράγματα

 του Θοδωρή Μπουφίδη, αναδημοσίευση από την καταπληκτική σελίδα '' Τι χαμπέρια από την Πόλη"


 
                    Η περιπλάνηση στους μαχαλάδες και τα σοκάκια της Πόλης είναι το πρωταρχικό και απαραίτητο συστατικό για να την γνωρίσει κανείς. Ευτυχώς το αντιλήφθηκα από την πρώτη στιγμή και από τότε βάλθηκα να ανακαλύπτω μέσω του ποδαρόδρομου τόσο τα όρια των δικών μου αντοχών, όσο και αυτά των σολών των παπουτσιών μου.
                      Η Πόλη εκτίμησε τους κόπους μου και στα χρόνια αυτά φρόντισε να μου δείξει τα όσα ανεπανάλυπτα κρατά στην επιφάνειά της αλλά και κάτω από αυτήν. Εικόνες ιδιαίτερες με ιστορικούς θυσαυρούς, κρυμμένα μυστικά, επαφή με θρύλους και όλες τις αποχρώσεις από τις επιρροές των πολιτισμών που μαγεύτηκαν από αυτήν.
                    Και παρότι η Πόλη μεταβάλεται διαρκώς, πιστή στον διαχρονικό της ρόλο ως παγκόσμια μητρόπολη, λαμβάνοντας τα χαρακτηριστικά που επιτάσσει η εποχή μας, υπάρχουν ακόμη διάσπαρτα παντού τα στοιχεία που της προσέδωσαν τον χαρακτηρισμό "Πόλη των Πόλεων". Σε τούτη την ανάρτηση θέλησα να ασχοληθώ με τα περισσότερο αθέατα απομεινάρια της, τα διάσπαρτα βυζαντινά σπαράγματα, τα οποία βρίσκονται διάσκορπισμένα παντού και συχνά απαιτούν οξυδερκείς ματιές για να γίνουν αντιληπτά.

 
Το Μίλιον, το σημείο που ξεκινούσαν όλες οι χιλιομετρικές μετρήσεις της Αυτοκρατορίας

                     Αρχίζοντας από το Μίλιον, το σημείο που ξεκινούσαν όλες οι χιλιομετρικές αποστάσεις της Αυτοκρατορίας, το οποίο στις μέρες μας έχει απομείνει ως μία μισογκρεμισμένη κολόνα. Κάποτε εδώ έστεκε μια χρυσή στήλη ενώ στην συνέχεια την συνόδευσε ένα μεγαλοπρεπές κτίσμα. Διαχρονικό σημείο αναφοράς της πρωτεύουσας αφού συνέδεε την Μέση Οδό με την πλατεία του Αυγουσταίου και πιθανόν να αποτελούσε και σημείο εισόδου προς αυτήν.
                     Χιλιάδες περαστικοί και τουρίστες προσπερνούν καθημερινά το Μίλιον, αγνοώντας το, όπως άλλωστε και την παρουσία του Αυγουσταίου και της Οδού που υπάρχουν ακόμα, έστω και με διαφορετική μορφή.
 
 
 
Το τοίχωμα στο άνω μέρος της φωτογραφίας αποτελεί μέρος της Θεοτόκου των Χαλκοπρατείων
 
 
                Λίγες δεκάδες μέτρα μακρύτερα από το Μίλιον βρίσκονταν ο περίφημος ναός της Θεοτόκου των Χαλκοπρατείων . Στην επιφάνεια της γης δεν έχει απομείνει σχεδόν τίποτα, εκτός από μερικά τοιχώματα του ναού που διάσπαρτα βρίσκονται εδώ και εκεί.
 

 

Μέρος της Θεοτόκου των Χαλκοπρατείων συναντά το Acem Ağa Mescidi. Αμφότερα έχουν ισοπεδωθεί
 
 
               Στο προάστιο των Βλαχερνών βρίσκονται εγκατεσπαρμένα δεκάδες κομμάτια από το μεγαλοπρεπές κτιριακό συγκρότημα, στο οποίο οι αυτοκράτορες είχαν επιλέξει να διατηρήσουν την κατοικία τους για σχεδόν 4 αιώνες.
 
 
Αντικρίζοντας τέτοιες εικόνες, είναι σαν να χτυπά μέσα μου κόκκινος συναγερμός για ενδελεχή παρατήρηση...
...και δεν διαρκεί πάρα πολύ πριν παρουσιαστούν μπροστά μου μέρη των αυτοκρατορικών ανακτόρων...
...με μερικά σημεία τους σε υπόγεια κατάσταση, όπως η υπόγεια θολωτή διάβαση της φωτογραφίας, σημείο επικοινωνίας του παλατιού με μέρη του Τείχους. Στο άνω μέρος διακρίνεται ο τεκές Emil Buhari, ο οποίος κατασκευάστηκε πάνω από κεντρικό κομμάτι του παλατιού και περιέχει βυζαντινά μέλη στην δόμησή του


                Τέτοιου είδους θολωτά περάσματα συναντά κανείς σε πάρα πολλά σημεία και εντυπωσιάζουν οι εικόνες αφού απρόσμενα τα βυζαντινά κτίσματα αναφύονται από την γή ακόμα και σε αυλόγυρους τζαμιών.
Συνέχεια στο δίκτυο στοών, που φυτρώνουν ακόμα και σε χώρους τζαμιών...

...και περιέχουν μικρά περασμάτα. Ίσως μερικά οδηγούν στο πουθενά και άλλα σε υπόγεια μέρη των ανακτόρων

 
 
 
              Η ιστορική χερσόνησος είναι ακόμη γεμάτη από κτίρια "βυζαντινής καταγωγής", τα οποία στέκουν δυσδιάκριτα για αιώνες. Τα περισσότερα από αυτά συνήθως εξωτερικά επιχριόμενα με νέα υλικά, κυρίως για λόγους συντήρησης.
Κτίρια που άλλοτε χρησιμοποιούνταν ως στρατώνες ή φυλακές συνήθως στις μέρες μας χρησιμεύουν ως αποθηκευτικοί χώροι

Ανακαινισμένη είσοδος κτιρίου που όμως μαρτυρά την καταγωγή της

Πίσω από τον σοβά κρύβεται μια άλλη ιστορία
 
 
                           Η κατηγορία με τα περισσότερα αρχιτεκτονικά θραύσματα είναι αυτή των κιονοκράνων και έχω επιλέξει να τα καταγράφω πάντα, τόσο στον φωτογραφικό μου φακό όσο και στην μνήμη μου. Κάτι σαν απογραφή με μόνο τίμημα τα περίεργα βλέμματα ανυποψίαστων και παρακαθημένων.
 
 

Εγώ περιεργάζομαι το θεοδοσιανό κιονόκρανο, αυτός περιεργάζεται εμένα, ο φωτογραφικός μου φακός περιεργάζεται τα πάντα


Διάσπαρτα βυζαντινά σπαράγματα

Οι κινήσεις μου ίσως εκτός από τα βλέμματα κινούν και υπόνοιες. Ο κύριος της φωτογραφίας, πιάνει το πιγούνι του και οι υποψίες πιθανόν αρχίζουν να γίνονται σκέψεις
Βάση κίονα γύρω από ένα şadırvan, συχνό φαινόμενο οι κίονες σε αυλόγυρους τζαμιών
Σε ορισμένες περιπτώσεις τα κομμάτια μοιάζουν να είναι φυτρωμένα στο έδαφος...
...ενώ άλλοτε συμμετέχουν σε φιλοζωικές κινήσεις
 
 
                     Η εμπειρία, η όξυνση και ο τρόπος της παρατηρητικότητάς μου επιτρέπουν πλέον να αντικρίζω κάθαρα όλα αυτά που η Πόλη ποτέ δεν έκρυψε!
Βάση κίονα μέσα στον δρόμο. Η Πόλη δεν κρύβει τίποτα σε όποιον θέλει να δεί
Με έμπειρη και προσεκτική ματιά οι ιδιαιτερότητες είναι ευδιάκριτες....και πλησιάζοντας στην σιδερένια πόρτα....

...ένας βυζαντινός κόσμος αποκαλύπτεται....νοερό ταξίδι στον χρόνο με κτίσματα που έχουν να διηγηθούν πολλά

Κουίζ: Σε ποιό μέρος της φωτογραφίας είναι ορατό το βυζαντινό παρελθόν;
Αρκεί ακόμα και μία μικρή τρύπα μερικών εκατοστών...
...για να αρχίσει να ξετυλίγεται μπροστά μου η πραγματική Πόλη. Η υπόγεια Βασιλεύουσα είναι ακόμα εδώ!
 
 
                   Το Ιερόν Παλάτιον υπήρξε ένα από τα εντυπωσιακότερα οικοδομικά έργα της Κωνσταντινούπολης. Χτισμένο αμφιθεατρικά και σε αρκετά επίπεδα, συναρπάζει όποιον θελήσει να το συλλάβει στην σκέψη του. Ορισμένα σημεία του προσφέρονται ακόμα προς παρατήρηση και ενθουσιασμένος παρατηρώ τμήματά του, άλλοτε στην επιφάνεια της γής, άλλοτε κάτω από αυτήν και άλλοτε ημιβυθισμένα σε σπίτια και πίσω αυλές. Δείγμα του αμφιθεατρικού και πολυεπίπεδου τρόπου κατασκευής του.

Τα μέρη από το Ιερόν Παλάτιον εντυπωσιάζουν γιατί, εκτός των άλλων, άλλοτε δείχνουν φανερά τον όγκο τους...
...και άλλοτε ξεφυτρώνουν μέσα από αυλές, σαν αρτηρίες που μεταφέρουν τον γενετικό οικοδομικό κώδικα της Πόλης
 
 
                 Δεν είναι μόνο τα μικρά απομεινάρια που συναρπάζουν αλλά και εκείνα που κάποτε εντυπωσίαζαν με τον όγκο τους. Τα ερείπια του ναού που ήταν αφιερωμένος στον Άγιο Πολύευκτο δείχνουν τον όγκο του μεγαλοπρεπούς οικοδομήματος. Κατασκευασμένος από την αριστοκράτισσα Ιουλία Ανικία, ως πράξη με σαφή πολιτική βαρύτητα αλλά και ως σύμβολο πλούτου και αξίας αφού ξεπερνούσε σε όγκο τον ναό του Σολομώντα. Το έργο αυτό καθώς και η πολιτική αντιζηλία με τον Ιουστινιανό, έδωσαν μεγαλύτερη ώθηση στον Αυτοκράτορα για περαιτέρω μεγαλοπρέπεια και όγκο στην Αγία Σοφία. Ίσως μετά την ολοκλήρωση της Αγίας Σοφίας ο Αυτοκράτορας, εκτός του γνωστού αναφωνητού, να σιγοψιθύρισε και: "Νενίκηκά σε Ανικία".
Τα ερείπια του Αγίου Πολυεύκτου...

...όπου τα ογκώδη θεμέλια και η έκτασή τους μαρτυρούν τον όγκο του ναού

Οι κίονες του Αγίου Πολυεύκτου ήταν πρωτοποριακοί και αποτέλεσαν σημείο καμπής στην κατοπινή γλυπτική και αρχιτεκτονική έκφραση

 
 
 
                  Παρατηρώντας παντού τα βυζαντινά θραύσματα στα μήκη και τα πλάτη της Πόλης, το συμπέρασμα που προκύπτει είναι πως δεν πρόκειται για απολοιφάδια μιας περασμένης εποχής. Είναι το βασικό συστατικό που κάνει τούτο το μέρος τόσο ιδιαίτερο, το γενετικό υλικό της Πόλης που διάσπαρτο παντού...παρατηρεί...δρά...αντιδρά και καθορίζει.
Σε εμάς απομένει απλά να το αντιληφθούμε...


Η ζωή στην Πόλη κυλά και τα βυζαντινά σπαράγματα συνάμα αιώνιοι παρατηρητές και συνοδοιπόροι







 



Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2014

Η πολιτιστική σημασία του μοναστηριού της Αγίας Αικατερίνης στο θεοπάτητο όρος του Σινά

 
τού Πάνου Σκιαδά
 
 
 
 
 
 
 
 
 
         Θά ήταν μεγάλη παράλειψη εκ μέρους τού κάθε επισκέπτη τών Αγίων Τόπων, άν δέν άδραχνε τήν ευκαιρία νά επισκεφθή τούς δύο ιστορικότερους, κατά τήν γνώμη μου, σπουδαιότερους χώρους τής Ορθόδοξης Θρησκευτικής καί Πολιτιστικής Κληρονομιάς μας.
      Ο πρώτος χώρος είναι τό Κουμράν τής ιουδαϊκής ερήμου, όπου μέσα σέ σπήλαια, μεταξύ τού 1947 καί 1956, βρέθηκαν τά περίφημα χειρόγραφα τής Νεκράς Θάλασσας, μιά από τίς σπουδαιότερες αρχαιολογικές ανακαλύψεις όλων τών αιώνων...
      Ο δεύτερος χώρος πού προξενεί θαυμασμό στό μάτι καί δέος στήν ψυχή τού επισκέπτη είναι τό άγιο Μοναστήρι τής Αγίας Αικατερίνης, στίς ρίζες τού Θεοπάτητου Όρους τού Σινά. Αντικρύζοντάς το από μακριά αδίστακτα μπορεί νά πή κανείς ότι η ορατή φυσική ομορφιά του σπρώχνει άθελα τήν ψυχή σου πρός τόν αόρατο Θεό.
      Τό Όρος τού Σινά μέ τό άγιο Μοναστήρι τής Αγίας Αικατερίνης στήν αγκαλιά του είναι γνωστό καί εμπνέει σεβασμό σέ όλον τόν κόσμο, όχι μόνον γιά τήν φυσική ομορφιά καί μεγαλοπρέπειά του, αλλά κυρίως γιατί εδώ καί τρείς χιλιάδες (3.000) χρόνια ο Θεός απεκάλυψε Εαυτόν κατά έναν ιδιάζοντα τρόπο.
        Ήταν εδώ πού ο Προφήτης Μωϋσής αντίκρυσε τήν καιομένη αλλά μή φλεγομένη βάτο «...ώφθη δέ αυτώ άγγελος Κυρίου εν πυρί φλογός εκ τού βάτου καί ορά ότι ο βάτος καίεται πυρί ο δέ βάτος ου κατεκαίετο..» καί άκουσε τήν θεϊκή φωνή νά λέγη: «Μωϋσή, Μωϋσή, ο δέ είπεν, τί εστί; ο δέ είπε, μή εγγίσης ώδε. Λύσε τό υπόδημα εκ τών ποδών σου, ο γάρ τόπος εν ώ σύ έστηκας γή αγία εστί» (Έξοδος 3:2,5,6).
         Οι πρώτες πληροφορίες γιά τήν ιστορία τού Μοναστηριού προέρχονται από τά Χρονικά τού Πατριάρχη Ευτυχίου τής Αλεξανδρείας, πού έζησε τόν 9ο αιώνα. Σύμφωνα μέ τίς πληροφορίες τών Χρονικών αυτών η αγία Ελένη, η μητέρα τού Κωνσταντίνου, εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από τήν ιερότητα τού χώρου τής καιομένης Βάτου, ώστε τό 330 μ.Χ. διέταξε τήν ανέγερση εξωκκλησίου πρός τιμήν τής Παναγίας. Οι αιματηρές επιδρομές τών νομαδικών φυλών τής ερήμου πού επακολούθησαν, ανάγκασαν τούς μοναχούς τού Μοναστηριού νά ζητήσουν αυτοκρατορική προστασία, όχι μόνον από τούς Βυζαντινούς αυτοκράτορες, αλλά καί από αυτόν τόν Προφήτη Μωάμεθ, ο οποίος έγραψε γιά τό Μοναστήρι προστατευτική επιστολή, αντίτυπο τής οποίας υπάρχει καί σήμερα στό μουσείο τού Μοναστηριού.
        Τό έτος 530 ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός διέταξε τήν ανέγερση μιάς πολύ μεγαλύτερης βασιλικής, πού είναι σήμερα ο μεγαλοπρεπής ναός τής Μεταμορφώσεως, περιτριγυρισμένος μέ ογκώδεις τοίχους ύψους περίπου 12 καί 15 μέτρων. Περνώντας τούς τοίχους αυτούς καί μπαίνοντας στόν εσωτερικό χώρο τού Μοναστηριού, αισθάνεται κανείς ότι βρίσκεται στή μέση ενός μεσαιωνικού χωριού παρόμοιου μέ τού δικού μας Κάστρου τής Μονεμβασιάς. Τά κτίρια στριμωγμένα τό ένα μέ τό άλλο, μέ διαφορετικό ρυθμό καί αρχιτεκτονικό σχέδιο, σού δίνουν τήν εντύπωση ότι τυχαία ξεφύτρωσαν μέσα από τούς πρόποδες τού Όρους Σινά. Παρ’ όλα αυτά όμως η αίσθηση τής αρμονίας καί τής πνευματικότητας πού σού εμπνέουν, είναι ανεπανάληπτη.
         Ο ναός τής Μεταμορφώσεως αποτελεί τήν καρδιά τού Μοναστηριού καί έχει τήν μεγαλύτερη καί αρχαιότερη συλλογή ορθόδοξων εικόνων όλου τού κόσμου. Διά μέσου τών αιώνων Χριστιανοί όλων τών πεποιθήσεων, ακόμη καί αυτοκράτορες, έκαναν δωρεές στό Μοναστήρι. Η συλλογή τών δώρων αυτών σέ εικόνες καί άλλα εκκλησιαστικά αντικείμενα κάνουν τήν εκκλησία μιά ζωντανή έκφραση βαθειάς χριστιανικής πίστης, πού επικρατούσε στό Σινά πρίν από περισσότερους από 17 αιώνες. Στούς τοίχους τού Ναού βλέπει κανείς εικόνες τού Μωϋσή νά βγάζη τά σανδάλια του μπροστά στήν καιομένη Βάτο καί νά δέχεται τίς Δέκα Εντολές από τό Χέρι τού αποκαλυφθέντος Θεού. Πίσω από τό εικονοστάσιο καί πάνω από τήν Αγία Τράπεζα αντικρύζει κανείς τόν μοναδικότερο θησαυρό τής βασιλικής, τό μωσαϊκό τής Μεταμορφώσεως τού Χριστού.
        Φιλοτεχνημένο τόν 6ο αιώνα μέ τήν λεπτή αρμονία τών χρωμάτων, είναι ένα από τά σπουδαιότερα μωσαϊκά πού διασώζονται μέχρι σήμερα. Παρόμοιο σέ τεχνοτροπία μέ τό μωσαϊκό τής Αγίας Σοφίας τής Κωνσταντινουπόλεως απεικονίζει τόν μεταμορφωμένο Χριστό στό κέντρο, τούς δυό Προφήτες, τόν Μωϋσή καί τόν Ηλία στά αριστερά καί στά πόδια του Χριστού τούς Αποστόλους Πέτρο, Ιάκωβο καί Ιωάννη. Ιδού πώς ο Ευαγγελιστής Λουκάς περιγράφει τό γεγονός τής Μεταμορφώσεως τού Χριστού (Λουκάς 9:28-36): «Καί παραλαβών τόν Πέτρον καί Ιωάννην καί Ιάκωβον, ανέβη εις τό όρος (Θαβώρ) προσεύξασθαι καί εγένετο εν τώ προσεύχεσθαι αυτόν, τό είδος τού προσώπου αυτού έτερον καί ο ιματισμός αυτού λευκός εξαστράπτων...ταύτα δέ αυτού λέγοντος εγένετο νεφέλη καί επεσκίασεν αυτούς....»
       Οι χιλιάδες εικόνες πού έχει στήν κατοχή του τό Μοναστήρι, αποτελούν τόν μεγαλύτερο θησαυρό τού Ορθόδοξου κόσμου. Τό 640, μετά τήν κατάκτηση τής Αιγύπτου από τούς Άραβες, τό Μοναστήρι έπαψε νά είναι υπό τήν επιρροή τής βυζαντινής εξουσίας.
        Όταν η Ορθόδοξη Εκκλησία, κατά τήν περίοδο τής Εικονομαχίας, επί αυτοκράτορος Λέοντος ΙΙΙ τό 726, απαγόρευσε τήν λατρεία τών εικόνων, 8ο καί 9ο αιώνα, τό Μοναστήρι βρισκόταν υπό ισλαμική κατοχή καί έτσι η πολιτική τής Εικονομαχίας, τής καταστροφής τών εικόνων, άφησε τό Μοναστήρι ανεπηρέαστο.
       Τό ευεργετικό αποτέλεσμα ήταν τό Μοναστήρι νά έχη σήμερα στήν κατοχή του τίς μόνες υπάρχουσες εικόνες τού 5ου αιώνα. Μέ τήν αναστήλωση τών εικόνων τό 843 η παραγωγή ορθόδοξων βυζαντινών εικόνων ξαναάνθισε σέ όλον τόν βυζαντινό ορθόδοξο κόσμο. Μιά από τίς πλέον εντυπωσιακές εικόνες πού έχει τό Μοναστήρι είναι εκείνη πού απεικονίζει μοναχούς επάνω σέ μιά σκάλα μέ πολλά σκαλοπάτια, επιζητούντες νά φθάσουν σέ όσο τό δυνατόν ψηλότερα επίπεδα πνευματικότητας καί θέωσης, ένα γεγονός πού περιγράφει στό βιβλίο του ο σιναΐτης μοναχός, γνωστός ως άγιος Ιωάννης τής Κλίμακος.
       Η σπουδαιότητα τού Μοναστηριού τής Αγίας Αικατερίνης οφείλεται όχι τόσο στήν αρχαιότητά του καί τήν πλούσια συλλογή εικόνων καί θρησκευτικών εκκλησιαστικών αντικειμένων, όσο γιά τήν Βιβλιοθήκη του. Η Βιβλιοθήκη του γνωστή ως «θεραπείον ψυχής» θεωρείται ως η πλουσιότερη στόν κόσμο σέ κατοχή πρώϊμων μεσαιωνικών χειρογράφων, μετά τό Βατικανό. Η συλλογή αυτή γίνεται μεγαλύτερη σέ αριθμό, διότι πολλά από τά 3.300 αρχαία χειρόγραφα πού έχει η Βιβλιοθήκη είναι παλίμψηστοι, δηλαδή χειρόγραφα (περγαμηνές), τών οποίων η αρχική γραφή είχε σβηστή, έτσι ώστε οι γραφείς σβήνοντας τήν αρχική γραφή νά μπορούν νά ξαναχρησιμοποιούν τήν πολύτιμη περγαμηνή (περγαμηνές ήταν δέρματα νεογνών κυρίως ζώων, τά οποία μετά από κατάλληλη επεξεργασία τά χρησιμοποιούσαν οι γραφείς γιά γράψιμο). Γιά νά χρησιμοποιηθή μιά περγαμηνή ξανά, τό αρχικό κείμενο έπρεπε νά σβηστή μέ ξύσιμο. (Η λέξη παλίμψηστο είναι σύνθετη από τήν λέξη πάλιν καί το ρήμα ψάω= εξαφανίζω διά ξυσίματος).
       Επιστήμονες καί ερευνητές σήμερα χάριν τών νέων μέσων ψηφιακής τεχνικής (spectral imaging an ultraviolet irradiation) έχουν τήν δυνατότητα νά εξαφανίσουν τήν ορατή γραφή καί νά αυξήσουν τήν ορατότητα τής αρχικής υποστρωματικής γραφής.
         Οπως μάς εξήγησε ο π. Ιουστίνος, μοναχός τού Μοναστηριού, πού ασχολείται γιά πολλά χρόνια τώρα μέ τήν αποκρυπτογράφηση τών χειρογράφων αυτών, υπάρχουν 3.300 χειρόγραφα στήν Βιβλιοθήκη τού Μοναστηριού από τά οποία τά 130 είναι παλίμψηστοι. Τά περισσότερα χειρόγραφα είναι γραμμένα σέ περισσότερες από δέκα γλώσσες, Ελληνικά, Αραμαϊκά, Κοπτικά, Αραβικά, κλπ.
Τά κείμενα τών χειρογράφων είναι κυρίως θεολογικά, αλλά υπάρχουν καί χειρόγραφα μέ ιστορικό καί επιστημονικό περιεχόμενο. Από τήν Βιβλιοθήκη τού Μοναστηριού προέρχονται δύο από τούς σπουδαιότερους καί γνωστότερους κώδικες τής αρχαιότητας: Ο Codex Syriakus, Συριακός Κώδικας καί ο Codex Sinaitikus, Σιναϊτικός Κώδικας, ο οποίος είναι ο αρχαιότερος καί ο μόνος υπάρχων κώδικας πού περιέχει ακέραιο τό αρχικό ελληνικό κείμενο τής Βίβλου.
       Ο Αρχιεπίσκοπος τού Μοναστηριού Δαμιανός καί οι ελληνικής καταγωγής μοναχοί του ενθαρρύνουν καί υποστηρίζουν τήν επιστημονική έρευνα τών χειρογράφων καί τών «παλίμψηστων, ελπίζοντες ότι η αποκρυπτογράφησή τους θά φέρη στό φώς μεγάλον αριθμό αγνώστων μέχρι τώρα κειμένων μεγάλης πολιτιστικής σπουδαιότητας.
         Χάρη στίς νέες επιστημονικές μεθόδους αποκρυπτογράφησης παλαιών χειρογράφων ερευνητές κατόρθωσαν νά ανακαλύψουν τά κείμενα από επτά μελέτες τού Αρχιμήδη από τίς οποίες «Η Μέθοδος» καί τό «Στομάχιον» δέν υπάρχουν σέ κανένα άλλο υπάρχον χειρόγραφο. Οι νέες μέθοδοι αποκρυπτογράφησης τών παλίμψηστων έχουν φέρει στό φώς όχι μόνον άγνωστες μέχρι τώρα μελέτες τού Αρχιμήδη, αλλά απεκάλυψαν καί άλλα αρχαία κείμενα, όπως λόγους τού αρχαίου Αθηναίου ρήτορα τού 4ου π. Χ. αιώνα Υπερίδη, κείμενα ιατρικού περιεχομένου τού Ιπποκράτη καί σχόλια τού 3ου μ.Χ. αιώνα πάνω στίς κατηγορίες τού Αριστοτέλη.
            Άς ευχόμαστε, ο Θεός νά δίνη πάντα δύναμη στούς μοναχούς τού Μοναστηριού νά συνεχίσουν νά είναι αιώνιοι θεματοφύλακες τής Πολιτιστικής Ορθόδοξης Κληρονομιάς μας.