Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

<< Ιδε το έαρ το γλυκύ>>








«Ιδε το έαρ το γλυκύ πάλιν επανατέλλει,
φέρον υγείαν και χαράν και την ευημερίαν».
 

               To δίστιχο αυτό έχει ηλικία πάνω από 11 αιώνων: ήταν η αρχή από ένα «άσμα ευχετήριον» για τον Βυζαντινό αυτοκράτορα, που το αναμέλπανε τα «μέρη» (οι φατρίες, οι Πράσινοι και οι Βένετοι), στον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης, πριν αρχίσουν οι ανοιξιάτικοι ιππικοί αγώνες ­ το λεγόμενο «μακελλαρικόν ιπποδρόμιον» ή «Λουπερκάλιον», από την ομώνυμη ρωμαϊκή γιορτή. Το έχει, κι αυτό, αποθησαυρίσει η ονομαστή Βασίλειος Τάξις, το βιβλίο που περιγράφει καταλεπτώς το τυπικό των αμέτρητων βυζαντινών τελετών και εορτών, και που πιστώνεται στον ίδιο τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ' τον Πορφυρογέννητο (913-959). Κι είχε περάσει, καταπώς φαίνεται, από γενιά σε γενιά φτάνοντας στα χείλη ανθρώπων του καιρού μας.

                       ΑΛΛΑ τα τραγούδια  δεν τέλειωναν εκεί. Ο νοσταλγικός επισκέπτης, ένας μακρινός συγγενής μου, <<βυζαντινός>>, Πολίτης, μάς σιγομουρμούριζε κι ένα άλλο, παλιό, ανοιξιάτικο τραγούδι:

«Ηρθε, ήρθε χελιδόνα,
ήρθε κι άλλη μελιηδόνα [γλυκόλαλη],
κάθισε και λάλησε
και γλυκά κελάδησε.
"Μάρτη, Μάρτη μου καλέ,
και Φλεβάρη φοβερέ,
κι αν φλεβίσεις κι αν τσικνίσεις,
καλοκαίρι θα μυρίσεις"»...
 
                Και πρόσθετε πως, την πρωτομαρτιά, τα παιδιά το τραγουδούσαν γυρίζοντας από πόρτα σε πόρτα (όπως στα κάλαντα) και κρατώντας ένα ξύλινο ομοίωμα χελιδονιού, γι' αυτό και τα τραγουδάκια αυτά ονομάζονταν «χελιδονίσματα».
                Αργότερα, πάλι, βρήκα πως τα βυζαντινά και νεοελληνικά «χελιδονίσματα» είχαν αρχαιότατη καταγωγή: στη Ρόδο λ.χ. ­ καταπώς λέει ο Αθήναιος «εχελιδόνιζαν» με στίχους, σχεδόν κατά λέξη όμοιους:

«Ηλθ' ήλθε χελιδών,
καλάς ώρας άγουσα,
καλούς ενιαυτούς,
επί γαστέρι λευκά
κηπί [και επί] νώτα μέλαινα».
 
             Και η χελιδόνα με την άσπρη κοιλιά και τη μαύρη ράχη, πέταξε μέσα στους αιώνες, απ' την ειδωλολατρική Ελλάδα στο χριστιανικό Βυζάντιο και σε διάφορες ελλαδικές περιοχές (Θεσσαλία, Θράκη κ.α.) κι ίσως να κελαϊδάει ακόμα.

             ΓΙΑΤΙ, βλέπετε, οι Βυζαντινοί, όσο πιστοί χριστιανοί κι αν ήταν, άλλο τόσο έμεναν πιστοί στα αρχαιοελληνικά και ρωμαϊκά γιορταστικά έθιμα. Αντίθετα απ' ό,τι πολλοί νομίζουν, οι κάτοικοι της αυτοκρατορίας, ήταν παθιασμένοι φιλοθεάμονες και φιλέορτοι ­ τόσο που ο ρητοροδιδάσκαλος του 4ου αιώνα Λιβάνιος έγραφε πως «Πολύς (ο Διόνυσος) «παρ' ημίν βακχεύει», ενώ έξι αιώνες αργότερα ο ιστορικός Λέων ο Διάκονος διαπίστωνε πως: «Φιλοθεάμονες των άλλων ανθρώπων [περισσότερο απ' όλους είναι οι] Βυζάντιοι»...
                Κι ίσα-ίσα, μια απ' τις παγανιστικές γιορτές που συνέχιζαν οι Βυζαντινοί, ήταν ο Εορτασμός της 1ης Μαρτίου, κληρονομημένος απ' τη Ρώμη, όταν, εκεί, το έτος άρχιζε την πρωτομηνιά της άνοιξης. Μπορεί, το 46 π.Χ., ο Ιούλιος Καίσαρας να καθιέρωσε ως πρωτοχρονιά την 1η Ιανουαρίου, αλλά ο εορτασμός έμεινε στα λαϊκά έθιμα. «Μεγάλη και καθολική εορτή, ήν [την οποία] σύμπασα εορτάζει ανθρωπίνη ζωή», ονομάζει ο εκκλησιαστικός πατέρας Γρηγόριος Νύσσης τον αγερμό για τον ερχομό της άνοιξης. Και οι γιορταστές ανθοστόλιζαν τα σπίτια τους, γλεντούσαν, χόρευαν, τραγουδούσαν, αντάλλαζαν δώρα ­ και τα παιδιά «εχελιδόνιζαν».

              ΟΜΩΣ, η Εκκλησία δεν έβλεπε με διόλου καλό μάτι αυτές τις επιβιώσεις των ειδωλολατρικών εορτών, που απλώνονταν σ' όλη σχεδόν τη διάρκεια του χρόνου: τις Καλάνδες (αρχές Ιανουαρίου, με θορυβώδεις πομπές και μεταμφιέσεις, ακόμα και σε ζώα), τα Βότα ή Βοτά (την ίδια περίπου εποχή), τον Εορτασμό της 1ης Μαρτίου, που αναφέραμε, τα Ροσάλια ή Ροζάλια (ανοιξιάτικα, κι αυτά), τον μαγιάτικο Μαϊουμά (που ήταν, λέει, η πιο «βακχική» απ' όλες τις γιορτές), τα Βρουμάλια (που κρατούσαν απ' τις 24 Νοεμβρίου ως τις 17 Δεκεμβρίου!).

               Οι εκκλησιαστικοί πατέρες, και ιδιαίτερα ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, χαρακτήριζαν τις γιορτές αυτές «σατανικάς», «πομπάς δαιμόνων», «εορτάς οργίων Διονύσου και Αφροδίτης», κι έλεγαν πως, στη διάρκειά τους, «εγίνοντο ορχήσεις απρεπείς, παρά τε γυναίων και ανδρών»... «ορχήματα και βεβακχευμένα άλματα και ασχημοσύναι» ­ όπου έπαιρναν μέρος και οι «επάρατοι» θεατρίνοι, μίμοι και ορχηστές... Ακόμα και τους αυτοκράτορες, που οργάνωναν στο «ιερόν παλάτιον» εορταστικά γεύματα, τους αποκαλούσαν (όπως τον Κωνσταντίνο Ε') «φιλοδαίμονες». Ακόμα και τα χαριέστατα «χελιδονίσματα», ο Χρυσόστομος τα ονόμαζε «τερατωδίας»...
                Συνακόλουθα, οι Οικουμενικές Σύνοδοι ­ και προπάντων, η πιο «θεατρομάχος» απ' όλες, η Πενθέκτη εν Τρούλλω Σύνοδος του 691 ­ απαγόρευσαν συλλήβδην όλες αυτές τις εκδηλώσεις, επειδή γίνονταν στο όνομα «των παρ' Ελλησι ψευδώς ονομασθέντων θεών» και, ειδικά, του «βδελυκτού Διονύσου»...
                 ΩΣΤΟΣΟ, άλλαι μεν βουλαί Συνόδων, άλλα δε λαός κελεύει... Πολλά απ' αυτά τα έθιμα έζησαν και επέζησαν ως τις μέρες μας ­ απ' τα κάλαντα ως το χαρτοπαίγνιο της Πρωτοχρονιάς (οι Βυζαντινοί έπαιζαν με μανία ζάρια, ιδιαίτερα στις γιορτές) κι απ' τους λουλουδένιους «Μάηδες» ως τις κωμικές πομπές και μεταμφιέσεις της Αποκριάς. Οπως στη γλώσσα, έτσι και στα έθιμα, ο λαός είναι «ο μεγάλος νομοθέτης...».
                ΑΛΛΑ ο «θείος Ιερόθεος», ο μακρινός συγγενής μου, ο Πολίτης, είχε κι άλλα καλούδια στο πουγγί του. Στο γαμήλιο τραπέζι ενός νεαρού φιλικού ζευγαριού, σηκώθηκε κι απάγγειλε τούτο το βυζαντινό επιθαλάμιο:

            «Ανθη εσώρευσα του αγρού, και εις την παστάδα εισήκα εν σπουδή• ζευγόνυμφον ήλιον είδον εις χρυσέντιμον κλίνην• αλλήλα ηγκαλίζοντο ποθητήν επιθυμίαν• χαρά εις τα κάλλη αυτών τα εγγλυκοθέατα, και ρόδα εις τα ροδοεύμορφα• χαρά εις το ζεύγος το χρυσόν».
 
                 Δεν θυμάμαι πώς το μετέφρασε ο ανεξάντλητος «θείος», ούτε αν το επιθαλάμιο «σόκαρε» τους συνδαιτημόνες. Θα μπορούσε ν' αποδοθεί κάπως έτσι:

             «Λουλούδια μάζεψα του αγρού, και γοργά τ' απόθεσα στη νυφική την κάμαρα. Σαν ήλιον είδα το νιόνυφο ζευγάρι στο πολύχρυσο κλινάρι. Μ' ερωτική αγκαλιάζονταν λαχτάρα. Χαρά στη γλυκοθώρητη ομορφιά τους, και ρόδα στους ροδόμορφους. Χαρά στο ζευγάρι το χρυσό»
 
                Οι Βυζαντινοί ήταν περισσότερο «μουσικοί» και «τολμηροί» απ' όσο (θέλουμε να) νομίζουμε...
 
                      του Μάριου Πλωρίτη , από το Βήμα της Κυριακής



Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

Κωνσταντινός Λάσκαρης - το πρώτο τυπωμένο ελληνικό βιβλίο

 
 
 
 
 
ΕΠΙΤΟΜΗ ΤΩΝ ΟΚΤΩ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΜΕΡΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΤΙΝΩΝ ΑΝΑΓΚΑΙΩΝ ΣΥΝΤΕΘΕΙΣΑ ΠΑΡΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΛΑΣΚΑΡΕΩΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ
Περί διαιρέσεως των γραμμάτων Βιβλίον πρώτον.
 του Γιώργου Εχέδωρου
 
               Ένας από τους μαθητές του σπουδαίου λόγιου του Βυζαντίου Ιωάννη Αργυρόπουλου ήταν ο Κωνσταντίνος Λάσκαρης.
                Η ευρωπαϊκή διανόηση τον συμπεριλαμβάνει στους Ιταλούς αναγεννησιακούς λογίους του 15ου αιώνα. Η εξήγηση που δίνεται σε αυτό είναι πως το μεγαλύτερο μέρος της δημιουργικής ζωής του το ανάλωσε στην Ιταλική Χερσόνησο.
               Η παρουσία του στην Ιταλία χαρακτηρίζεται ως αφετηρία των διανοητών στην προσέγγιση τους με την ελληνική γλώσσα. Έδωσε, δηλαδή, τη δυνατότητα στους Ουμανιστές να εντρυφήσουν στα πρωτότυπα αρχαιοελληνικά φιλοσοφικά και ιστορικά κείμενα και να ανακατευθύνουν τις τάσεις της εποχής.
                Ο Κωνσταντίνος Λάσκαρης γεννήθηκε το 1434, στην Κωνσταντινούπολη. Καταγόταν από επιφανή βυζαντινή οικογένεια, η οποία είχε αναδείξει στη διάρκεια του 13ου αιώνα αυτοκράτορες στο Βασίλειο της Νίκαιας ( Μικρά Ασία). Μάλιστα ο πρόγονός του, Θεόδωρος Λάσκαρης, ήταν ο ιδρυτής της αυτοκρατορίας της Νίκαιας, ενώ ο τρίτος αυτοκράτορας ήταν ο Θεόδωρος ο Β’ Λάσκαρης, που ήταν μάλιστα συγγραφέας και ποιητής. Προσπάθησε μάλιστα ο τελευταίος να αναδείξει τη Νίκαια, ως κέντρο των γραμμάτων και της επιστήμης.
            Σε νεαρή ηλικία ο Κ. Λάσκαρης έζησε τη φρίκη της άλωσης της Πόλης από τους Οθωμανούς.
Γράφει σχετικά ο Τζ. Σάντυς: «Ήταν δεκαεννιά χρονών όταν φυλακίστηκε από τους Τούρκους στην πτώση της γενέτειράς του». («Ιστορία των κλασσικών Λογίων» έκδοση Καίμπριτζ 1908 στην αγγλική γλώσσα).
            Είχε εγκλειστεί με χιλιάδες άλλους κατοίκους της Κωνσταντινούπολης που επέζησαν των σφαγών σε χώρο αιχμαλώτων.
 
 

 
 
 
              Όταν απελευθερώθηκε εγκατέλειψε την Πόλη και πήγε στην Κέρκυρα η οποία βρισκόταν υπό βενετική κατοχή. Παρέμεινε εκεί επτά χρόνια. Στο διάστημα της παραμονής του, είχε ακούσει πως στη Ρόδο είχαν σωθεί χειρόγραφα αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων και επισκέφθηκε για αυτό το λόγο το νησί. Πράγματι κατάφερε να αποκτήσει μερικά χειρόγραφα τα οποία πήρε μαζί του.
             Αυτή ήταν και η περιουσία του όταν εγκαταστάθηκε στο Μιλάνο, λίγα χρόνια αργότερα. Αντέγραψε πολλά από τα χειρόγραφα και τα διέθεσε σε ανθρώπους του πνεύματος. Διακατέχονταν από την πεποίθηση πως η δυτική διανόηση έπρεπε να βασιστεί στις ιδέες των αρχαιοελληνικών κειμένων και αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνον με την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας.
              Ενστερνιζόμενος τις απόψεις του ο Δούκας του Μιλάνου Φραντζέσκο Σφόρτσα τον διόρισε δάσκαλο της ελληνικής στη θυγατέρα του Ιππόλυτα.
            Τα χρόνια αυτά ο Κ. Λάσκαρης δημοσίευσε την Ελληνική Γραμματική σε οκτώ τόμους. Ήταν ένα πολύ σοβαρό έργο που εκδόθηκε ολοκληρωτικά στην ελληνική γλώσσα και άνοιξε ο δρόμος της διδασκαλίας των ελληνικών στην Ιταλία. Στο Μιλάνο παρέμεινε από το 1460 έως το 1465.
               Κλήθηκε από τον καρδινάλιο Βησαρίωνα τον Τραπεζούντιο στη Ρώμη για να διδάξει την ελληνική γραμματική, όπου το ενδιαφέρον των ρωμαίων διανοουμένων είχε αναζωπυρωθεί. Καθώς αντιλαμβάνονταν τη σπουδαιότητα της ανάγνωσης και μελέτης των αρχαίων κειμένων από το πρωτότυπο για κάθε μελετητή αλλά και κάθε νέο διανοητή, συντόνισε τις διδασκαλικές δραστηριότητες του προς την κατεύθυνση αυτήν.
                 Δημιουργήθηκε, έτσι, ένας κύκλος διανοουμένων γύρω από το Λάσκαρη. Μάλιστα ο Φερδινάλδος ο Α΄ της Νάπολης τον κάλεσε να παραδώσει μια σειρά διαλέξεων για την πνευματική Ελλάδα.
               Ένα τυχαίο περιστατικό, λέγεται, πως τον έκανε να πάει στη Μεσσήνη της Σικελίας, όπου εκεί παρέμεινε για τα, τουλάχιστον, τριάντα χρόνια της υπόλοιπης ζωής του. Ασχολήθηκε με την αντιγραφή των αρχαίων ελληνικών χειρογράφων, αναδημοσίευσε μάλιστα τη «Γραμματική» του. Ένας γνωστός μαθητής του ήταν ο καρδινάλιος και συγγραφέας Πιέτρο Μπέμπο.
 

                Την εποχή εκείνη άρχισε να εδραιώνεται η τυπογραφία ενώ η αντιγραφή των κειμένων έπεσε σε υποδεέστερη μοίρα. Έτσι η πηγή αυτή των εσόδων του άρχισε να ατονεί ραγδαία. Πέθανε πάμφτωχος στη Μεσσήνη αν και μέχρι το θάνατό του δε σταμάτησε τη δημόσια διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας. Η συλλογή περί τα εβδομήντα χειρόγραφα του, κληροδοτήθηκαν στη Σύγκλητο της Μεσσήνης. Η συλλογή αυτή δύο αιώνες μετά θα εμπλουτίσει τη Βασιλική Βιβλιοθήκη της Μαδρίτης (1769), όπου μεταφέρθηκαν τα χειρόγραφά του μαζί με μερικές επιστολές του, που παραχωρήθηκαν από τον Ιριάρτε (J. Iriarte), γνωστές ως ελληνικοί κώδικες (Greaci Codices).
               Η προσφορά του Κωνσταντίνου Λάσκαρη με τη συνεχή παραγωγή αντιγράφων των έργων των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων και τη διάθεσή τους στη διανόηση της Δύσης καθώς και το πολύτιμο έργο της ‘γραμματικής’ του, γαλούχησαν γενεές γενεών δίνοντας μια ισχυρή ώθηση στην άνθιση του Ευρωπαϊκού Αναγεννησιακού Ανθρωπισμού.
 
 
 
Σημείωση << Βυζαντινών Ιστορικά>>: Eυχαριστώ το συγγραφέα Γιώργο Εχέδωρο για την ευγενική παραχώρηση του δικαιώματος της δημοσίευσης του άρθρου του.


Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2014

Στην Αγία Ειρήνη, αγκαλιά με άπλετο φως

 
 
 
 του Θεόδωρου Μπουφίδη
 
                Έχουν υπάρξει δεκάδες σημεία στην Πόλη που κατά καιρούς έχω προσπαθήσει να βρεθώ και να βιώσω από κοντά μα για αρκετούς λόγους αυτό δεν έχει ακόμη συμβεί. Ο ναός της Αγίας Ειρήνης ήταν ένα από αυτά και θυμάμαι την πρώτη αποτυχημένη απόπειρα επίσκεψής μου σαν να ήταν χθες. Από τότε πέρασαν αρκετά χρόνια και σχεδόν είχα εγκαταλείψει την σκέψη να βρεθώ στο εσωτερικό του Πατριαρχικού Ναού του Βυζαντίου, δίχως όμως να απολέσω την πίστη μου ότι κάποια στιγμή θα έρθει τούτη η στιγμή. Τελικά η στιγμή αυτή έφθασε και φτάνοντας σχεδόν τρέχοντας απ'την χαρά μου προς την εκκλησία, συνειδητοποίησα οτι τα έτη αναμονής ήταν ουσιαστικά περίοδος προετοιμασίας και ωριμότητας ώστε να κατανοήσω καλύτερα τις πτυχές της Αγίας Ειρήνης. Περνώντας λοιπόν την είσοδο, ένιωσα περισσότερο έτοιμος από ποτέ.

                 Ο ναός της Αγίας Ειρήνης. Ένα από τα σπουδαιότερα κτίσματα της Βασιλεύουσας
 
 
 

 
 Αψίδα της βόρειας πλευράς. Τα πολλά παράθυρα μοιάζουν να καταργούν το βάρος
 
             Οι βυζαντινοί ναοί αποτέλεσαν την αρχιτεκτονική μήτρα για τα μουσουλμανικά τεμένη της Πόλης. Εκείνα όμως δεν θέλησαν, εξαιτίας του χρηστικού σκοπού τους, να ακολουθήσουν την σπουδαιότερη αρχιτεκτονική ιδιαιτερότητα των χριστιανικών κτισμάτων.
             Έτσι λοιπόν στα τεμένη ο εξωτερικός όγκος αντικατοπτρίζεται και εσωτερικά, δηλαδή πριν ακόμα εισέλθουμε στο τζαμί, έχουμε ήδη σχηματίσει μια εντύπωση για το μέγεθος του εσωτερικού. Αυτό δεν συμβαίνει με τα χριστιανικά κτίσματα και ο επισκέπτης εκπλήσσεται ευχάριστα καθώς εισέρχεται στο εσωτερικό του ναού. Ο χώρος του μοιάζει απίστευτα μεγαλύτερος από αυτόν που αντιλαμβάνεται κανείς βλέποντάς τον εξωτερικά και η έκφραση της λογικής μέσα από την αρχιτεκτονική δίνει την σκυτάλη σε μεταφυσικά πεδία και συναισθήματα.
 
 

 
 Ενώ εισέρχομαι από το βόρειο κλίτος στην Αγία Ειρήνη, σταδιακά αντιλαμβάνομαι έκπληκτος τον εσωτερικό όγκο του ναού και εκθαμβωτικές λάμψεις φωτός διεγείρουν τα συναισθήματα μου
 
 
 

 
Σκάλες οδηγούν σε ανώτερα επίπεδα και σε κρυφές πτέρυγες του ιστορικού ναού
 
                 Ο ναός της Αγίας Ειρήνης γνώρισε στιγμές δόξας αλλά και αρκετές καταστροφές. Πιθανόν κτίστηκε την δεκαετία του 330 σε σημείο όπου υπήρχε αρχαίος ναός του Βυζαντίου για να καταστραφεί από πυρκαγιά κατά την διάρκεια της τρομερής Στάσης του Νίκα το 532.
                 Επισκευάστηκε επί Ιουστινιανού για να καταρρεύσει το 740 τόσο ο τρούλος όσο και αρκετά άλλα τμήματα εξαιτίας μεγάλου σεισμού.
                 Ξαναχτίστηκε το 753 από τον Κωνσταντίνο τον Ε' και λόγω των αναγκαίων έργων απέλεσε ορισμένα στοιχεία από τον αρχιτεκτονικό χαρακτήρα ως τρουλαία βασιλική.
               Μετά τις επισκευές του 8ου αιώνα δεν υπήρξε πλέον κανένα στοιχείο της προιουστινιάνειας περιόδου, ενώ οι Οθωμανοί την άφησαν αρχιτεκτονικά σχεδόν ανέπαφη και δίχως να την μετατρέψουν ποτέ σε τζαμί.
                 Μετά την Άλωση χρησιμοποιήθηκε ως οπλοποθήκη, από το 1869 ως πολεμικό μουσείο και από το 1939 ως σήμερα ως μουσείο που κάποιες φορές φιλοξενεί ψυχαγωγικές εκδηλώσεις.
 

 
 Άπλετος φωτισμός σε ένα πελώριο κτίσμα που κυριεύει με δέος
 
 

 
                                        Κιονοστοιχίες σε διαφορετικές βάσεις
 
 
 
 
 

                  Στην ανατολική πλευρά της Αγίας Ειρήνης βρίσκεται το αίθριο, σχεδόν αναλλοίωτο, με μία σαρκοφάγο να κεντρίζει την ματιά, η οποία σχετίζεται άμεσα με τον Μέγα Κωνσταντίνο. Παρατηρώντας της πτέρυγες του αιθρίου, το βλέμμα μου έφτασε σε μερικά ψηφιδωτά που κάποτε κοσμούσαν το δάπεδο και που τώρα εκθέτονται σε περίοπτη θέση.
 
 

 
 
 Σε αντίθεση με την Αγία Σοφία, εδώ το αίθριο παρέμεινε σχεδόν αναλλοίωτο.
 
 
 

 
 Ψηφιδωτά που κοσμούσαν το δάπεδο και που λέγεται οτι με έξοδα του μεγαλοεπιχειρηματία Koç, συντηρήθηκαν και τοποθετήθηκαν σε περίοπτες θέσεις.
 

                   Ένα αξιομνημόνευτο στοιχείο που πάντα βιώνω είναι η επίδραση που ασκεί η αρχιτεκτονική των χριστιανικών ναών τέτοιου τύπου στην ψυχή και στο υποσυνείδητο μου. Ο εσωνάρθηκας είναι σκόπιμα κατασκευασμένος σε μακρόστενο σχήμα και με "παγιδεύει" ασυναίσθητα σε έναν στενό και σκοτεινό χώρο που διέθετει μήκος αλλά όχι πλάτος.
                      Η ματιά μου κεντρίζεται αναγκαστικά στον δρομικό άξονα, με κατεύθυνση το Ιερό Βήμα και εισχωρώντας στο κεντρικό κλίτος νοιώθω οικεία και άνετα λόγω της ευρυχωρίας. Ταυτόχρονα αρχίζω να κυριεύομαι με συναισθήματα δέους εξαιτίας του τρούλου που σκεπάζει τον ναό και μοιάζει να ξεπετάγεται απ'το πουθενά, μιάς και δεν ήταν εμφανής από τον εσωνάρθηκα. Στα άκρα, οι κίονες δημιουργούν μια εναέρια ατμόσφαιρα και φτάνοντας στα μέσα του ναού νοιώθω πάντα σαν όλα γύρω μου να εξαερώνονται και την ύλη να σμίγει με επουράνιες διαστάσεις.
 
 
 

 
                                               Ο στενός και σκοτεινός εσωνάρθηκας
 
 
 
 Και ξαφνικά όλα φωτίζονται, η μάζα χαρακτηρίζεται από ελαφρότητα και όλα μοιάζουν αέρινα
 
 
 
 
 
               Κάθε γωνία είναι κατασκευασμένη με τέτοιο τρόπο ώστε να αλληλοεξουδετερώνει τις ωθήσεις του βάρους του κτίσματος. Ο τρούλος σμίγει αρμονικά με το τύμπανο, που οδηγεί με την σειρά του σε καμάρες που χαιδεύουν τις αψίδες και παίρνουν ζωντάνια από τα φωτισμένα παράθυρα. Και τριγύρω οι διακοσμήσεις δίνουν το στίγμα του ένδοξου παρελθόντος, οδηγώντας ταυτόχρονα στην αιωνιότητα!
 

 
                 Ψηφιδωτό τόξο αποτελούμενο από επιγραφές
 
 
 
 Ο Σταυρός στο ημιτρούλιο του Ιερού Βήματος αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα δείγματα τέχνης εκείνης της εποχής.
 
 

                Ο τεράστιος ψηφιδωτός Σταυρός στο τεταρτοσφαίριο της αψίδας είναι ένα από τα σπουδαιότερα δείγματα εικονομαχικής τέχνης από μια δύσκολη εποχή που δίχασε αφάνταστα την Αυτοκρατορία. Οι ψηφίδες είναι γυάλινες και καθεμιά έχει επικαλυφθεί με φύλλο χρυσού! Σαν να μην ήταν από μόνο του ένα απίστευτα δύσκολο έργο τέχνης, οι ψηφίδες έχουν τοποθετηθεί ασυνήθιστα πυκνά μεταξύ τους. Και οι διάνοια των ανθρώπων εκείνων δεν τελειώνει εδώ αφού προνόησαν στην κατασκευή του διαγράμματος του Σταυρού με ασυναίσθητες καμπύλες κατά τέτοιον τρόπο ώστε να τις αντιλαμβανόμαστε ως οριζόντιες. Μεταφέροντας τεχνογνωσία από τα βάθη της ιστορίας του Ελληνισμού και παρουσιάζοντας ασυναίσθητα την ιστορική συνέχεια μέσω της καλλιτεχνικής έκφρασης.
 
 

 

 
 
                    Ο τρούλος διαμέτρου 16 μέτρων σε πλήρη αρμονία με τα υπόλοιπα μέλη
 
 
                Σε κάθε γωνία του ναού η σκέψη μου ταξίδευε σε ιστορικά γεγονότα του παρελθόντος που σχετίζονται με την Αγία Ειρήνη, όπως την σύγκλιση της Β' Οικουμενικής Συνόδου αλλά και την άμεση επαφή του κτίσματος με τον Ξενώνα του Αγίου Συμεών και την σύνδεση με το Πατριαρχείο και την Αγία Σοφία. τη  Στάση του Νίκα, τις καταστροφές, την περίοδο της Εικονομαχίας, τους Οθωμανικούς αιώνες εώς τις μέρες μας. Τις σκέψεις μου διέκοπταν συχνά απομεινάρια ψηφιδωτών και ίχνη διακοσμήσεων που έμοιαζαν σαν να καρτερούσαν για αιώνες τον φωτογραφικό φακό μου.
 
 
 
 
 Το σύνθρονο με τα πλάγια μικρά περάσματα στα άκρα του.
 
 
 
             Καλλιμάρμαρος διάκοσμος δίπλα στο δάπεδο από ιουστιουνιάνεια περίοδο
 
 
 

 

Φτάνοντας στα μέσα του ναού ένιωσα τις δέσμες του φωτός να με αγκαλιάζουν
 

              Το κτίσμα στα χαμηλά του σημεία εξακολουθεί να προέρχεται από την εποχή του Ιουστινιανού, ενώ στα υψηλότερα από εκείνη του Κωνσταντίνου 'Ε. Το σύνθρονο στο Ιερό Βήμα αποτελείται από εφτά βαθμίδες και περιέχει μικρά περάσματα στις άκρες του. Στις μέρες μας μοιάζει κάπως ασυνήθιστο μα φαίνεται πως το χριστιανικό τέμπλο δεν ήταν ανέκαθεν παρών στις εκκλησίες
 
                Οι ώρες πέρασαν σαν δευτερόλεπτα και ο αρχικός μου ενθουσιασμός και λαχτάρα μετατράπηκαν σε συναισθήματα γαλήνης, αγάπης και ειρήνης. Στην Πόλη υπάρχουν δεκάδες Ιερά μέρη που βιώνω τέτοια συναισθήματα.
                Ήμουν ολομόναχος σε έναν από τους σπουδαιότερους χριστιανικούς ναούς, αρνούμενος να τον εγκαταλείψω. Δεν είχα χορτάσει από την στέρηση όλων αυτών των ετών.
Και καθώς τα αργά βήματά μου δοκίμαζαν την άψογη ακουστική της εκκλησίας, έμεινα να στέκω στο μέσον της Αγίας Ειρήνης, περικυκλωμένος από άπλετο φως, νοιώθοντας σαν συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και την αιωνιότητα!
 
 
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ                  <<Τι χαμπέρια απο την Πόλη>>
 
Ευχαριστώ από καρδιάς τον καλό φίλο Θοδωρή Μπουφίδη για τη γενναιοδωρία του.


Τοπογραφία Κωνσταντινούπολης : Η μονή Χριστού Παντοκράτορος

 
 
Βορειοανατολική πλευρά Τεμένους. Από αριστερά στα δεξιά διακρίνονται οι αψίδες της Εκκλησίας του Χριστού Παντοκράτορας, το η Αυτοκρατορική εκκλησία και η Εκκλησία της Θεοτόκου Ελεούσα.
 
 
 
                    Η μονή Χριστού Παντοκράτορος, σήμερα Τέμενος Μολλά Ζεϊρέκ,  είναι από τις πιο εντυπωσιακές  σωζόμενες  βυζαντινές εκκλησιές. Αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της ναοδομίας του 12ου αιώνα στην Κωνσταντινούπολη και ήταν ένα μοναστηριακό  συγκρότημα, μεταξύ του τρίτου και του τέταρτου λόφου της Κωνσταντινούπολης, ανάμεσα στον Κεράτιο κόλπο και το Υδραγωγείο του Ουάλη. Η  μονή περιλάμβανε και ξενώνα, νοσοκομείο, γηροκομείο και βιβλιοθήκη. Το σωζόμενο Τυπικό της μονής από το 1136 απηχεί το ρόλο της στον κοινωνικό και θρησκευτικό βίο της Βασιλεύουσας, αλλά και το ιδεολογικό βάρος του μνημείου για τη δυναστική ιδεολογία των Κομνηνών. Η εκκλησία αυτή χτίστηκε το πρώτο μισό του 12ου αι., από την αυτοκράτειρα Ειρήνη και το σύζυγο της Ιωάννη Β' Κομνηνό. Τα μέλη της κομνήνειας δυναστείας έκαναν γενναίες δωρεές στη μονή, αλλά και σε άλλα μοναστήρια στη Θράκη, τη Μακεδονία, την Πελοπόννησο, τη Μικρά Ασία και στα νησιά του Αιγαίου. Σήμερα από τη μονή σώζεται μόνο το συγκρότημα του καθολικού

 
 
 Η ιστορία του κτίσματος
 
 
               Το συγκρότημα της μονής του Χριστού Παντοκράτορος χτίστηκε μεταξύ 1118 και 1136 από τον Ιωάννη Β΄ Κομνηνό (1118-1143) και την πρώτη σύζυγό του Ειρήνη, ενώ το έργο είχε ανατεθεί στον αρχιτέκτονα Νικηφόρο.
             Από τα τρία κτίσματα του συγκροτήματος, πρώτη οικοδομήθηκε η νότια εκκλησία, ως καθολικό, πριν από το θάνατο της Ειρήνης το 1124. Στο ναό αυτό προστέθηκε το βόρειο τμήμα, που αφιερώθηκε στην Παναγία Ελεούσα, όπου μπορούσαν να παρακολουθήσουν τη λειτουργία οι λαϊκοί, ενώ το μεταξύ τους ταφικό παρεκκλήσιο, αφιερωμένο στον Αρχάγγελο Μιχαήλ, συνέδεσε τους δύο ναούς. Στο παρεκκλήσιο τάφηκαν αρκετοί αυτοκράτορες και μέλη της δυναστείας των Κομνηνών, αλλά και αυτοκράτορες από τη δυναστεία των Παλαιολόγων. Ενδεικτικά αναφέρουμε τον ιδρυτή του Ιωάννη Β΄ Κομνηνό (1143), το Μανουήλ Α΄ Κομνηνό (1180) και το Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγο (1448).
              Κατά τη διάρκεια της Λατινοκρατίας (1204-1261) η περιοχή στην οποία βρισκόταν η μονή ανήκε στους Βενετούς, οι οποίοι μετέφεραν πολλά από τα ιερά σκεύη, τα κειμήλια και τις εικόνες της μονής στη Βενετία. Ο Νικήτας Χωνιάτης αναφέρει ότι το συγκρότημα της μονής χρησιμοποιήθηκε ως κατοικία του Λατίνου αυτοκράτορα, αλλά η πληροφορία αυτή φαίνεται ότι είναι ανακριβής. Πάντως, αν και δε γνωρίζουμε εάν η μονή έμεινε στα χέρια ορθόδοξων μοναχών ή όχι, πάντως δεν έπαψε να αποτελεί τόπο όπου συγκεντρώνονταν πολύτιμα κειμήλια και λατρευτικά αντικείμενα.
              Μάλιστα, φαίνεται ότι την περίοδο της Λατινοκρατίας μεταφέρθηκε εκεί και η περίφημη εικόνα της Θεοτόκου Οδηγήτριας –που η παράδοση την απέδιδε στον ευαγγελιστή Λουκά– η οποία είχε αφαιρεθεί με τη βία από την Αγία Σοφία το 1206. Στη μονή υπήρχε, επίσης, από τα χρόνια του Μανουήλ Α΄ Κομνηνού, μια πλάκα από πορφυρίτη, όπου σύμφωνα με το θρύλο είχε αποτεθεί το σώμα του Χριστού για να αλειφθεί με μύρο πριν από τον ενταφιασμό του. Το κειμήλιο αυτό είχε μεταφερθεί από την Έφεσο από τον ίδιο το Μανουήλ Α΄.
                Την εποχή των Παλαιολόγων χρησιμοποιούνταν ως χώρος ταφής της οικογένειας των ηγεμόνων και τον 15ο αι. το μοναστήρι έπαιξε και πολιτικό ρόλο. Σε αυτό ήταν μοναχός ο Γεννάδιος, μετά την Άλωση ο πρώτος πατριάρχης, ο οποίος ήταν ανθενωτικός και από εδώ έβγαζε τους πύρινους λόγους του κατά των Δυτικών και όσων ήταν υπέρ της Ένωσης των δύο εκκλησιών.
                 Μετά την Άλωση του 1453 και επί των ημερών του σουλτάνου Μωάμεθ Β΄, η μονή Παντοκράτορος μετατράπηκε σε ιεροδιδασκαλείο. Το συγκρότημα μετονομάστηκε σε Ζεϋρέκ τζαμί, από το όνομα του Ζεϋρέκ Μολλά Μεχμέτ Εφέντι, πρώτου επικεφαλής (müderris) της σχολής. Το σύμπλεγμα των τριών ναών επισκευάστηκε επανειλημμένα, ενώ μια μεγάλης έκτασης αναστήλωση πραγματοποιήθηκε έπειτα από μια καταστροφική πυρκαγιά στα μέσα του 18ου αιώνα. Η βιβλιοθήκη της μονής καταστράφηκε επίσης από πυρκαγιά το 1934.
                 Οι έρευνες του Byzantine Institute of America στα μέσα της δεκαετίας του 1950, στη διάρκεια νέας αναστηλωτικής προσπάθειας, αποκάλυψαν ένα λαμπρό βυζαντινό μαρμαροθέτημα στο δάπεδο του νότιου ναού. Την περίοδο εκείνη λειτουργούσε ως τζαμί μόνο το κεντρικό παρεκκλήσιο.
 
 
            Η νότια εκκλησία
            
              Η νότια εκκλησία του συγκροτήματος ήταν η πρώτη που χτίστηκε, ως καθολικό της μονής του Χριστού Παντοκράτορος, από την αυτοκράτειρα Ειρήνη πριν από το θάνατό της το 1124.
 Είναι ο μεγαλύτερος σταυροειδής εγγεγραμμένος ναός στην Κωνσταντινούπολη. Οι κίονες του κεντρικού, τρουλαίου τετραγώνου αντικαταστάθηκαν από τους Οθωμανούς με πεσσούς. Ο τρούλος στηρίζεται σε δεκαεξάπλευρο τύμπανο, σε κάθε πλευρά του οποίου ανοίγεται από ένα παράθυρο.

               Ο βόρειος ναός χτίστηκε μετά το θάνατο της Ειρήνης, μεταξύ των ετών 1124-1136, από τον Ιωάννη Β΄ Κομνηνό, και ήταν ανοιχτός στους λαϊκούς. Είναι μικρότερος και αντιγράφει τον παλαιότερο σε μεγάλο βαθμό. Ο τρούλος και η δυτική κεραία του σταυρού έχουν αλλοιωθεί από μεταγενέστερες επεμβάσεις.
              Το μεταξύ των δύο ναών μονόχωρο παρεκκλήσιο στεγάζεται με δύο ελλειψοειδείς τρούλους. Η αφιέρωσή του στον ψυχόπομπο Αρχάγγελο Μιχαήλ συνδέεται με τη χρήση του ως αυτοκρατορικού μαυσωλείου.
                Οι δύο τρούλοι του μνημείου έχουν ερμηνευτεί ως προσπάθεια μίμησης του περίπου σύγχρονου σταυροφορικού μαρτυρίου του Παναγίου Τάφου στην Ιερουσαλήμ, που επίσης είχε δύο τρούλους. Η υπόθεση αυτή υποστηρίζεται και από το διάκοσμο του παρεκκλησίου, αλλά και από τη διάταξη των τάφων στο εσωτερικό του, που ήταν παρόμοια με τη διάταξη των τάφων των σταυροφόρων βασιλέων στο μαρτύριο του Παναγίου Τάφου στην Ιερουσαλήμ.
                Το σύμπλεγμα των τριών ναών συμπληρώνεται από έναν εξωνάρθηκα και το νότιο περίβολο. Και τα δύο αυτά στοιχεία προστέθηκαν στην τελευταία φάση της οικοδομής.
 

               Το σύμπλεγμα των τριών εκκλησιών φέρει τα ίχνη επανειλημμένων επεμβάσεων, τόσο κατά τους Παλαιολόγειους χρόνους όσο και κατά την Οθωμανική περίοδο. Ωστόσο, πολλές από τις αρχικές ατέλειες της εξωτερικής όψης πρέπει να παρέμεναν αθέατες, καθώς φαίνεται ότι μεγάλες επιφάνειες ήταν καλυμμένες με δύο στρώσεις κονιάματος. Η κατασκευή των τριών εκκλησιών δείχνει ότι επρόκειτο κατά πάσα πιθανότητα για έργο των ίδιων τεχνιτών, κάτι που ήταν δυνατό λόγω της μικρής χρονικής απόστασης ανάμεσα στην ανέγερσή τους.
 

Η διακόσμηση της μονής Παντοκράτορος
              
              Ο νότιος ναός της μονής Παντοκράτορος είχε ιδιαίτερα πλούσιο διάκοσμο. Ήδη αναφέρθηκε το λαμπρό μαρμαροθέτημα του δαπέδου, το οποίο περιλάμβανε φυτικά και εικονιστικά θέματα, μεταξύ των οποίων υπήρχαν σκηνές κυνηγιού, βουκολικές σκηνές, μυθολογικά πλάσματα, αλλά και ένας δίσκος με το ζωδιακό κύκλο και σκηνές από την ιστορία του Σαμψών.
                 Η εικονογραφία της σύνθεσης αυτής, η οποία φαίνεται να ακολουθεί παλαιοχριστιανικά πρότυπα, είναι αποκαλυπτική της κομνήνειας ιδεολογίας, όπως εκφράζεται στο παρόν μνημείο. Ο R. Ousterhout έχει διαπιστώσει σε αυτό μια ευρύτερη προσπάθεια σύνδεσης με το αυτοκρατορικό παρελθόν και μάλιστα σύγκρισης με την κωνσταντίνεια δυναστεία και με το κατεξοχήν αυτοκρατορικό μαυσωλείο και καθίδρυμά της, τους Αγίους Αποστόλους. Αυτό γίνεται πιο σαφές από τη χρήση του αρχαίου όρου «ηρώον» για το ταφικό παρεκκλήσιο του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στο Τυπικό του 1136.
                  Στους τοίχους του Βήματος σώζεται αποσπασματικά η ορθομαρμάρωση, η οποία πρέπει να κάλυπτε μεγάλο μέρος των εσωτερικών τοίχων του ναού. Οι αυτοκράτορες της δυναστείας των Κομνηνών και οι σύζυγοί τους χορηγούσαν σημαντικά ποσά για τη διακόσμηση της μονής. Υπάρχουν μαρτυρίες για ευρεία χρήση χρυσού στα ψηφιδωτά της μονής, καθώς και για λειτουργικά βιβλία δεμένα με πολύτιμα μέταλλα και στολισμένα με ημιπολύτιμες πέτρες. Το δάπεδο της βόρειας εκκλησίας φαίνεται ότι κοσμούνταν επίσης με μαρμαροθετήματα, σε μίμηση του παλαιότερου ναού: έχουν βρεθεί ίχνη από μυθολογικές σκηνές, απεικονίσεις κυνηγιού και ζώων.
                  Πάντως, το σημαντικότερο εύρημα είναι τα πολυάριθμα κομμάτια υάλου δεμένα με μολύβι που σχηματίζουν πολύχρωμα γεωμετρικά θέματα και μορφές. Αυτά μαρτυρούν την ύπαρξη υαλογραφιών (βιτρό) στο ναό, όπως φαίνεται ότι υπήρχαν και στη μονή της Χώρας. Πρόκειται για μια τεχνική για τη χρήση της οποίας στις βυζαντινές εκκλησίες δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία, ενώ συνήθως συνδέεται με δυτικά μνημεία, όπου έγινε αργότερα πολύ δημοφιλής.
               Όπως συνέβη με τις περισσότερες βυζαντινές εκκλησίες που μετατράπηκαν σε τζαμιά, η διακόσμηση του Βήματος, το τέμπλο και οι φορητές εικόνες έχουν χαθεί. Ωστόσο η μνημειακή ζωγραφική φαίνεται ότι διατηρήθηκε καλυμμένη μέχρι το 18ο αιώνα, οπότε οι τοιχογραφίες και τα ψηφιδωτά αποτοιχίστηκαν, μένοντας μόνο ελάχιστα σπαράγματα. Σε ορισμένα σημεία των τόξων της κιονοστοιχίας στο νότιο και του βόρειο ναό διακρίνονται τέτοια σπαράγματα μέχρι σήμερα.
               
 
 
                  Δυτικά της εκκλησίας και κατά ένα μέρος στην πλαγιά χτίστηκαν και άλλα κτίρια. Αυτά τα κτίρια ήταν κατοικίες μοναχών που ήταν γύρω στους 80, ένα ξενοδοχείο με 50 κρεβάτια, και ένα νοσοκομείο που ήταν χωρισμένο σε 5 τμήματα, ιατρική σχολή, φαρμακείο, γηροκομείο, λουτρά και κάποια οικονομικά ιδρύματα.

               Όπως είναι φανερό επρόκειτο για ένα λαμπρό μοναστήρι το οποίο ήταν αυτόνομο έχοντας πλούσια περιουσία και είχε μεγάλη αίγλη στα πλατιά λαϊκά στρώματα.Η ζωή στο μοναστήρι και η λειτουργία όλων των κοινωνικών του ιδρυμάτων ρυθμίζονταν από το "Τυπικόν" το οποίο έχει διασωθεί κι από το οποίο μαθαινουμε πάρα πολλά για τη ζωή του μοναστηριού.

      
           
              





O Θρίαμβος του Βελισάριου

           
 
 
 
 
                        Το Καλοκαίρι του 534,μετά την διάλυση του κράτους των Βανδάλων,ο Βελισσάριος, απέπλευσε από την Καρχηδόνα για την Κωνσταντινούπολη με πολλά λάφυρα και αρκετές χιλιάδες αιχμαλώτους. Ο λαός της Κωνσταντινούπολης του έκανε μεγάλη υποδοχή και ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός του επέτρεψε να τελέσει θρίαμβο.
                       Την ημέρα του θριάμβου η πομπή ξεκίνησε από την κατοικία του Βελισαρίου.Μπροστά πήγαινε πεζός ο νικητής στρατηγός και πίσω του ακολουθούσαν ο αιχμάλωτος βασιλιάς Γελίμερος,οι άλλοι αιχμάλωτοι και όλοι οι θησαυροί που είχαν αρπάξει οι Βάνδαλοι από την Ρώμη.`Όταν η πομπή έφθασε στον Ιππόδρομο, ο Βελισάριος προσκύνησε μπροστά στον Ιουστινιανό και τη Θεοδώρα. Το ίδιο έκανε χωρίς προθυμία και ο Γελίμερος, ο οποίος καθώς γονάτιζε ψιθύρισε: «Ματαιότης,ματαιοτήτων,τα πάντα ματαιότης».
 

              Επιστρέψαμε πλέοντας από την Τρίπολη και την Κρήτη, ένα ταξίδι χωρίς προβλήματα και μπήκαμε πάλι στο Βόσπορο, ανήμερα μεσοκαλόκαιρου το σωτήριου έτους 534. Μας περίμενε μια θορυβώδης υποδοχή στην αποβάθρα και μια βασιλική στο παλάτι. Ο Ιουστινιανός είχε τόσο πολύ ενθουσιαστεί με την τεράστια αξία των θησαυρών που ξεφόρτωναν τα πλοία μας και τόσο πολύ εντυπωσιαστεί με τη θέα των 15.000 ρωμαλέων αιχμαλώτων (Βάνδαλοι), που λησμόνησε τις υποψίες του για στάση του Βελισάριου, τον αποκάλεσε <<αφοσιωμένο ευεργέτη μας>> και τον πήρε από το χέρι.
                Ωστόσο ως Γενικός Αρχηγός όλων των στρατιών της αυτοκρατορίας που ήταν, θεώρησε ότι δικαιωματικά του ανήκε όλη η δόξα για τη νίκη επί των Βανδάλων. Στο εισαγωγικό μέρος του Νέου Πανδέκτη των νόμων (είχε εκδοθεί την ίδια μέρα πού έγινε η μάχη στο Τρικάμαρο) είχε αυτοαναγορευτεί <<Κατακτητής Βανδάλων και Αφρικανών-Ευσεβής,Τροπαιοφόρος, Ευδαίμων και Ένδοξος, και, χωρίς διόλου να αναφέρει αν συμμετείχε και κάποιος άλλος στη νίκη, έκαμε λόγο για τις αγωνίες του πολέμου, τις νηστείες, που είχε υποστεί μέχρι να επιτευχθεί η νίκη.
                 Ο θρίαμβος λοιπόν που θα οργάνωνε θα ήταν δικός του και όχι του Βελισάριου: γιατί σε κανέναν υπήκοο δεν είχε δοθεί ποτέ το δικαίωμα να τελέσει θρίαμβο από καταβολής αυτοκρατορίας, ώστε να μην πάρουν τα μυαλά του αέρα και φιλοδοξήσει το θρόνο. Ακόμη λοιπόν και όταν οι πολεμικές επιδόσεις του αυτοκράτορα περιορίζονται στην αποβάθρα, από όπου εύχεται το κατευόδιο στον στρατό και τον καλωσορίζει, όταν αυτός επιστρέφει, ακόμη και τότε ο αυτοκράωρ υποδύεται το ρόλο του τροπαιούχου στρατηγού.
               Η Θεοδώρα, όμως, του συνέστησε πιεστικά να διαδραματίσει στο θρίαμβο τον ίδιο αμέτοχό ρόλο που είχε και στη μάχη και ν΄ αφήσει να οδηγηθεί η πομπή από τον Βελισάριο. Εκείνος δέχτηκε...
               Ο Βελισάριος εξήλθε από την κατοικία του που ήταν στη χρυσή πύλη, στο τείχος του Θεοδοσίου και διέσχισε με τη πομπή ολόκληρη τη Μεγάλη Οδό που είχε μήκος δυο μίλια. Ήταν πεζός και ακολουθούσε τους ιερείς και τους επισκόπους που προπορεύονταν αναπέμποντας ψαλμωδίες και λικνίζοντας θυμιατά. Δεν ήταν, σύμφωνα με την παράδοση, πάνω σε άρμα. Ο δρόμος ήταν καταστόλιστος με άνθη, με χρωματιστά μετάξια, με στεφάνια και με χαιρετιστήριες επιγραφές, ασφυκτικά γεμάτος από παραληρούντα πλήθη. Σε κάθε μεγάλη πλατεία της διαδρομής – στην πλατεία του Αρκαδίου, στην Αγορά των Βοίων, στην πλατεία της Αδερφικής Αγάπης, στην πλατεία των Ταύρων (όπου ήταν συγκεντρωμένοι οι Δάσκαλοι και οι σπουδαστές του Πανεπιστημίου) και τελικά στην πλατεία του Κων/νου όπου ήταν παρατεταγμένη όλη η πολιτοφυλακή- o κόσμος παραληρούσε και οι αρχηγοί των συνοικιών ξεχώριζαν από το πλήθος προσφέροντας δώρα και προσφωνώντας τον με καλωσορίσματα υπό τους ήχους σαλπισμάτων.
                  Πίσω από τον Βελισάριο που τον συνόδευαν ο Ιωάννης Καππαδόκης και άλλοι φημισμένοι στρατηγοί, ακολουθούσαν οι θωρακοφόροι του, οι πεζοναύτες και οι Μασσαγέτες Ούννοι, που την επομένη μέρα θα γύριζαν στην πατρίδα τους, ενώ την πομπή συνέχιζαν οι Βάνδαλοι αιχμάλωτοι, με επικεφαλής τον Γελίμερο που φορούσε πορφυρό μανδύα και συνοδευόταν από όλη την οικογένειά του.
                    Τα λάφυρα, φορτωμένα σε άμαξες, ήταν εκτυφλωτικά, τα σπουδαιότερα που εμφανίστηκαν ποτέ σε θρίαμβο. Ήταν όλα όσα είχαν συγκεντρώσει οι Βάνδαλοι από το υπερπόντιο και τα έσοδά τους στην Αφρική, συσσωρευμένα πλεονάσματα εκατό ετών, καθώς και η λεία των πειρατικών επιδρομών του Γιζέριχου. Οι Βάνδαλοι αποτελούσαν μια ολιγάριθμη και καταδυναστευτική ολιγαρχία σε μια εύφορη και καρποφόρα γη και όσα δεν είχαν ξοδέψει, από την οκνηρία τους σε δημόσια έργα, τα είχαν στοιβαγμένα και αποταμιευμένα.
                Πάνω στα κάρα λοιπόν, περνούσαν σωριασμένα εκατομμύρια λίβρες από ασημένιες ράβδους, σακιά γεμάτα αργυρά και χρυσά νομίσματα, ποσότητες ατόφιου χρυσού, μαλαματένια κύπελλα και σκεύη και αλατιέρες με ένθετα πετράδια, ολόχρυσοι θρόνοι και άμαξες και αγάλματα. Ευαγγέλια με μαλαματένια δεσίματα, και διακόσμηση πολύτιμών λίθων, βουνά ολόκληρα από χρυσά περιδέραια, ζώνες και δαχτυλίδια, καθώς κι από αρματωσιές με χρυσά στολίδια, κοντολογίς κάθε είδους βαρύτιμο και ωραίο αντικείμενο που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί, μαζί με ανεκτίμητες αρχαιότητες που προέρχονταν από τη λεηλασία του αυτοκρατορικού παλατιού της Ρώμης και του ναού του Δία από τον Γιζέριχο. Υπήρχαν επίσης και πάμπολλα ιερά κειμήλια: οστά μαρτύρων, θαυματουργές εικόνες, αυθεντικά ρούχα των Αποστόλων και τα καρφιά από το σταυρό του Αγίου Πέτρου, πάνω στον οποίο τον είχαν σταυρώσει ανάποδα.
                   Αλλά τα λάφυρα που προκάλεσαν το μεγαλύτερο θαυμασμό και το περισσότερο δέος ήταν τα ιερά σκεύη των Ιουδαίων, τα φτιαγμένα από το Μωυσή στην έρημο κατά τη ρητή εντολή του ίδιου του Θεού, που αργότερα φυλάγονταν στο ναό της Κιβωτού της Διαθήκης στην Ιερούσαλήμ. Αυτά ήταν : η ιερή τράπεζα των άρτων της προθέσεως, η κατασκευασμένη από ξύλο άσηπτο και καλυμμένη από χρυσό, μαζί με τους δίσκους, τα σπονδεία, και τις λεκάνες που τη συνόδευαν, η επτάκλωνη από σφυρήλατο χρυσό λυχνία με όλους της τους κόμβους και τις λεκάνες, και το χρυσό Ιλαστήριο με τα δυο του χερουβείμ με τα φτερά τους ανοιχτά. Αυτά τα άρπαξε ο Γιζέριχος από την Ρώμη, όπου τα είχε φέρει ο αυτοκράτορας Τίτος, όταν κατέλαβε τη Ρώμη.
                  Όταν η Ρώμη ήταν δημοκρατία, ο νικητής στρατηγός παρέλαυνε με τους αιχμαλώτους του περνώντας από όλους τους δρόμους της πόλης και την μέρα εκείνη θεωρούνταν ότι είχε την υπέρτατη εξουσία. Ο βασιλιάς ή αρχηγός του εχθρού, αν ήταν ανάμεσα στους αιχμαλώτους, προσφερόταν θυσία στο τέλος του εορτασμού. Πόσο πολύ έχουν αλλάξει τα έθιμα από τότε.. Κοιτάξτε τον Γελίμερο που περπατά δίχως αλυσίδες: όταν η πομπή καταλήγει στον Ιππόδρομο, όπου την περιμένει ο Ιουστινιανός, καθισμένος στο βασιλικό θεωρείο, μπαίνει κι εκείνος μαζί με τους άλλους. Βγάζει τον πορφυρό μανδύα του, ανεβαίνει τα σκαλιά που οδηγούν στο θρόνο και προσκυνά τον Αυτοκράτορα, ο οποίος τον σηκώνει με ευμένεια και του δίνει χάρη. Με βασιλικό έγγραφο εκχωρούνται εκτάσεις στην Γαλατία γι΄  αυτόν και την οικογένειά του, του απονέμεται ο τίτλος του Πατρικίου, εάν συναινέσει να απαρνηθεί την αίρεση του Αρείου.
                 Κοιτάξτε τώρα και τον Βελισάριο, τον νικητή, που πλησιάζει στο θρόνο, βγάζει κι αυτό τον πορφυρό μανδύα του και πέφτει προσκυνώντας στα πόδια του Αυτοκράτορα: καμιά έκταση δεν του εκχωρείται και καμιά λέξη δεν ακούει, παρά μόνον του δηλώνουν ότι εξετέλεσε καλά τα καθήκοντά του.
                Τι στάση κράτησε άραγε ο Γελίμερος;  Μήτε γέλασε, μήτε έκλαψε, παρά κουνούσε το κεφάλι του μελαγχολικά και σαστισμένα, κι επαναλάμβανε διαρκώς την ίδια φράση, σαν να έλεγε κάτι μαγικό, τα λόγια του Εκκλησιαστή : «Ματαιότης,ματαιοτήτων,τα πάντα ματαιότης».
                  Ύστερα η Θεοδώρα είπε στον Ιουστινιανό ότι, αν θέλει να κερδίσει τον τίτλο του <<Μεγάλου>>, θα έπρεπε να είναι γενναιόφρων, δίνοντας στον νικητή κάποιο δείγμα αντάξιο της εύνοιας με την οποία τον περιέβαλλε. Τότε κι εκείνος τον αναγόρευσε  Ύπατο, για τον επόμενο χρόνο, και εξέδωσε μάλιστα κι ένα μετάλλιο που στην μπροστινή όψη είχε ανάγλυφο το κεφάλι του, και στην οπισθιά της είχε  τον Βελισάριο έφιππο, με πλήρη αρματωσιά, να επελαύνει, μια τιμή μοναδική για στρατηγό.
                   Η εγκατάσταση του Βελισάριου στην Υπατεία έγινε ανήμερα Πρωτοχρονιά. Καθισμένος στη φιλντισένια έδρα τυ αξιώματός του, που τη σήκωναν στα χέρια Βάνδαλοι αιχμάλωτοι, κρατώντας το φιλντισένιο του σκήπτρο, έκανε άλλη μια μικρή διαδρομή στην Πόλη από το ενδιαίτημά του στο Παλάτι ως το Μέγαρο της Συγκλήτου. Στο διάβα του μοίραζε πλήθος από τα προσωπικά του πολεμικά λάφυρα, νομίσματα, κούπες, πόρπες, ζώνες, που όλα μαζί υπολογίζονταν σε 100.000 χρυσά.
 
 
               Από το βιβλίο του Ρόμπερτ Γκρέιβς, <<Βελισάριος, o θρυλικός στρατηγός του Ιουστινιανού>> 

Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

23 Φεβρουαρίου 537: Tα θεμέλια της Μεγάλης Εκκλησιάς

          
 
 
 
 
 
 
               Η Αγία Σοφία είναι το πρώτο κτίσμα που χτυπάει στα μάτια του επισκέπτη, καθώς εισέρχεται από την Προποντίδα. Το ξεχωριστό αυτό σημείο είχαν επιλέξει για να χτίσουν τους ναούς τους, αιώνες πριν από τους Βυζαντινούς, oι Μεγαρείς άποικοι με αρχηγό τον Βύζαντα.
 
 
Πού είναι η Αγιά Σοφιά;

             Είναι η πρώτη ερώτηση που κάνει κάθε ξένος καθώς το ατμόπλοιο στρίβει το ακρωτήριο Σαράι Μπουρνού από το Μαρμαρά ή κατεβαίνει το Βόσπορο από τη Μαύρη Θάλασσα: "Πού είναι η Αγία Σοφία;", "Ποια είναι η Αγία Σοφία;". Τα μάτια κάθε ταξιδιώτη αποζητούν να δια­κρίνουν το περίγραμμα της. .Συνεπαρμένος, ο επισκέπτης προσηλώνεται στην παρατήρηση των τοίχων, των κιό­νων, των αψίδων, των ψηφιδωτών της. Μετά από χρόνια, στην ησυχία του σπιτι­ού του, το μεγαλειώδες σχήμα της Αγίας Σοφίας είναι αυτό που, ευκρινέστερα απ' οτιδήποτε άλλο, προβάλλει στις αναμνή­σεις από την Κωνσταντινούπολη.
 
 

             Για πολλούς, Κωνσταντινούπολη δεν σημαίνει παρά Αγία Σοφία. Χιλιάδες άνθρωποι δεν ξέ­ρουν τίποτε για τα υπέροχα τείχη της πό­λης, ούτε σχημάτισαν ποτέ μια νοερή ει­κόνα από το Βόσπορο, κι όμως το όνομα του ξακουσμένου ναού της τους είναι οι­κείο. Ακόμα και για εκείνους που δεν τη γνωρίζουν παρά ελάχιστα, η Αγία Σοφία ταυτίζεται με ό,τι πιο μεγαλειώδες, πιο δοξασμένο, πιο ιστορικό και πιο ιερό υπάρχει μέσα στα επιτεύγματα της χρι­στιανικής αρχιτεκτονικής.
 
             Κατά μία έννοια η Αγία Σοφία διαφέ­ρει από οποιοδήποτε άλλο παλαιό μνη­μείο της Κωνσταντινούπολης. Οι άλλες αρχαιότητες της πόλης ανήκουν ολοκλη­ρωτικά στο παρελθόν δεν έχουν μέλ­λον. Τα ταλαιπωρημένα τείχη του Θεοδόσιου δεν θα μπορέσουν ποτέ πια να αντέξουν το σάλο του πολέμου. Πάνω από το σπασμένο Όφι των Δελφών, στον Ιπ­πόδρομο, κανείς χρησμός δεν θα περάσει πια σ' ένα μελλοντικό ικέτη. Ο ρόλος τους στην ιστορία του κόσμου έχει τελειώσει. Είναι αρχαία, κλασικά, σεβάσμια. Κάθε ημέρα που περνά μας απομακρύνει όλο και περισσότερο απ' τους καιρούς για τους οποίους χτίστηκαν και από τις αιτίες για τις οποίες σχεδιάστηκαν.


                 Η Αγία Σοφία χτίστηκε κατά το πα­ρελθόν αλλά πορεύεται στο παρόν και ιχνηλατεί το μέλλον. Ήταν το 537, λίγο μετά απο την στάση του Νίκα και την καταστροφή του πρώτου ναού, που ο μεγάλος τρούλος της υψώθηκε στον ουρανό, τόσο επιβλητικός όσο και σήμερα.

               Ο πρώτος ναός της Αγίας Σοφίας θεμελιώθηκε από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο το 330 μ.Χ. όταν ονόμασε τη μετέπειτα Κωνσταντινούπολη πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η ανέγερση του ναού ολοκληρώθηκε από τον γιο του Κωνστάντιο και τα εγκαίνια έγιναν το 360.

                 Κατά την εποχή του Αρκαδίου, το 404, η πρώτη Αγιά Σοφιά πυρπολείται και θα κτισθεί εκ νέου από τον Θεοδόσιο Β'. Τα εγκαίνια θα γίνουν στις 10 Οκτωβρίου του 415, όμως ο ναός θα πυρποληθεί και πάλι το 532, κατά τη Στάση του Νίκα. Έτσι, ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α' αποφασίζει να κατασκευάσει την εκκλησία από την αρχή, στον ίδιο χώρο, αλλά πολύ πιο επιβλητική, για να δεσπόζει στη Βασιλεύουσα. Τα θεμέλια αυτού του μεγαλοπρεπή ναού θα μπουν στις 23 Φεβρουαρίου του 532, με σχέδια που εκπόνησαν οι αρχιτέκτονες Ανθέμιος Τραλλιανός και Ισίδωρο ο Μιλήσιος.

                  Για την ολοκλήρωση του κολοσσιαίου έργου δούλεψαν αδιάκοπα επί έξι χρόνια 10.000 τεχνίτες, ενώ ξοδεύτηκαν 320.000 λίρες (περίπου 120.000.000 ευρώ). Από κάθε σημείο όπου υπήρχε Ελληνισμός, έγινε προσφορά: Τα πράσινα μάρμαρα από τη Μάνη και την Κάρυστο, τα τριανταφυλλιά από τη Φρυγία και τα κόκκινα από την Αίγυπτο. Από τον υπόλοιπο κόσμο προσφέρθηκαν τα πολύτιμα πετράδια, ο χρυσός, το ασήμι και το ελεφαντόδοντο, για τη διακόσμηση του εσωτερικού.
                 Τα εγκαίνια έγιναν στις 27 Δεκεμβρίου του 537 από τον Ιουστινιανό, ο οποίος βλέποντας την υπεροχή της Αγίας Σοφίας έναντι του ξακουστού ναού του Σολομώντα, αναφωνεί: «Δόξα των Θεώ το καταξιωσάντι με τελέσαι τοιούτον έργον. Νενίκηκά σε Σολομών».

               Για χίλια και πλέον χρόνια (537-1453), η Αγία Σοφία θα αποτελέσει το κέντρο της ορθοδοξίας και του ελληνισμού. Εκεί, ο λαός θα γιορτάσει τους θριάμβους, θα θρηνήσει τις συμφορές και θα αποθεώσει τους νέους αυτοκράτορες.
 

Θαυματουργές επεμβάσεις

               Κάποτε, την ώρα που οι εργάτες ξε­κουράζονταν στη μέση της ημέρας, ένας άντρας με λευκή ενδυμασία εμφανίστηκε ξαφνικά στο αγόρι που φύλαγε τα εργα­λεία τους και του είπε να ξαναφωνάξει γρήγορα τους άντρες στη δουλειά τους. Το αγόρι δίσταζε να αφήσει το πόστο του και τότε ο ξένος του είπε προσπαθώ­ντας να τον πείσει: «Θα μείνω εγώ εδώ ώσπου να γυρίσεις». Ο μικρός έτρεξε να ειδοποιήσει τους εργάτες αλλά, πριν επι­στρέψει, κάποιος είπε την ιστορία στον αυτοκράτορα. Εκείνος αποφάνθηκε ότι ο λευκοντυμένος ξένος ήταν άγγελος. Έδωσε στο αγόρι πολλά χρήματα και το έστειλε αμέσως σε μια μακρινή επαρχία της αυτοκρατορίας, αφού πρώτα τον έβαλε να ορκιστεί ότι ποτέ δεν θα γυρνούσε πίσω. Οι κατώτερες τάξεις πιστεύ­ουν ότι, κάπου γύρω από την Αγία Σο­φία, ο άγγελος που ξεγελάστηκε προσμέ­νει ακόμα το αγόρι να γυρίσει. Πίστευαν ότι κάποια ουράνια μουσι­κή ψυχαγωγούσε τους εργάτες όταν κουράζονταν.
                 Ο αυτοκράτορας δεν πα­ρέλειπε να βλέπει σημαδιακά όνειρα όταν υπήρχε αμφιβολία ως προς κάποια ακανθώδη λεπτομέρεια. Έτσι, όταν οι αρχιτέκτονες δεν συμφωνούσαν κάποια στιγμή για το σχήμα της αψίδας, ένας άγγελος εμφανίστηκε στον αυτοκράτο­ρα σε ένα όραμα και του υπέδειξε ότι πρέπει να είναι τριπλή -όπως τελικά έγινε-, σε αναγνώριση της Αγίας Τριάδας. Οι τόσοι θρύλοι, που ακόμη διαφυλάσσονται με αγάπη και επανα­λαμβάνονται, «αποδεικνύουν», όπως λέ­ει ο Bayet, «πώς αυτό το τεράστιο έργο πέρασε μέσα στη λαϊκή φαντασία».
 

  Η τελευταία Μετάληψη του Κωνσταντίνου

                Στα μακρά και ταραγμένα χρονικά της Ανατολικής Αυτοκρατορίας δεν υπάρχει τίποτα τόσο θλιβερό όσο εκείνη η νύχτα πριν από τη μεγαλειώδη πτώση. Στις 28 Μαΐου του 1453, μία ώρα πριν τα μεσά­νυχτα, ο Κωνσταντίνος ήρθε για άλλη μια φορά στην Αγία Σοφία. Μετάλαβε των αχράντων μυστηρίων, ο ίδιος κι οι αθάνατοι άνδρες του, όπως οι μελλοθάνατοι. Ήξερε, όπως και καθένας από τη σιωπηλή ακολουθία του, πως, αν παρέμεναν πιστοί μέχρι να πεθάνουν, δεν είχαν πια ούτε ένα εικοσιτετράωρο επίγειας ζωής. Καμία ελπίδα νίκης, καμία ελπίδα σωτηρίας δεν φαινόταν στον ορίζοντα. Ίσος προς κάθε άνθρωπο στην κρίσι­μη ώρα, ο αυτοκράτορας ζήτησε τη συγ­χώρεση απ' όλους όσους μπορεί να είχε αδικήσει άθελα του στη σύντομη βασιλεία του. Οι άνδρες, μες στις βαριές πανοπλίες τους, ξέσπασαν σε λυγμούς, κι αυτή ήταν η μοναδική απάντηση που έσπασε εκείνη τη φοβερή σιωπή. Ύστερα ο τελευταίος Βυζαντινός αυτοκράτορας πέρασε το κατώφλι που, για αιώνες από τότε, δεν πά­τησε κανένας χριστιανός ηγεμόνας.
 

              Την επομένη, η Αγία Σοφία ήταν ασφυκτικά γεμάτη με ένα πλήθος που όμοιο του δεν είχε γνωρίσει ποτέ. Δεν ήταν τόσο η συρροή, όσο η κοινή αγωνία που πλημμύριζε τις ψυχές όλων. Μερικοί αρπάζονταν απ' τον παλιό μύθο που έλεγε ότι, όταν ο εχθρός έφτανε νικηφόρος στη Στήλη του Κωνσταντίνου, άγγελος Κυρίου θα έβαζε μια πύρινη ρομφαία στα χέρια ενός μικρού παιδιού κι αυτό θα κατατρόπωνε αμέσως τους εισβολείς. Οι Οθωμα­νοί έριξαν τις πόρτες του νότιου προθά­λαμου, όπου ακόμα και σήμερα φαίνονται τα σημάδια της ωμής και ανυπόμονης βίας τους. Το συγκεντρωμένο πλήθος των κυνηγημένων, παράλυτο από ανείπωτο φόβο, με βλέμματα πλημμυρισμένα από τρόμο, δεν έφερε καμία αντίσταση. Δεν χύθηκε αίμα, ούτε των κατακτημένων ού­τε των κατακτητών. Δεν υπήρξε βία. Οι μισοπεθαμένοι αιχμάλωτοι - καλόγεροι ή κοριτσόπουλα που ο ήλιος δεν είχε δει καλά καλά τα πρόσωπα τους, κυράδες από υψηλή γενιά ή παιδιά για τα θελήματα, ευγενείς ή ζητιάνοι - δέθηκαν ανά δύο και, σε μακριές σειρές, σύρθηκαν για να πουληθούν στα σκλαβοπάζαρα.
 

                Η τελευταία λειτουργία τελέστηκε λοιπόν, στις 29 Μαίου του 1453. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ΙΑ' Δραγάτης, αφού προσευχήθηκε μαζί με το λαό και ζήτησε συγνώμη για λάθη που πιθανόν έκανε, έφυγε για τα τείχη, όπου έπεσε μαχόμενος. Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, η Αγία Σοφία έγινε τζαμί και με την επανάσταση του Κεμάλ Ατατούρκ μετατράπηκε σε μουσείο.
 
 
 
               Η μορφή του Χριστού
 

             Στην αιχμάλωτη εκκλησία ο Χριστια­νός, ενοχλημένος από τις αραβικές επι­γραφές και τις οθωμανικές παραδόσεις, νιώθει πόνο και νοσταλγία για κάτι που του ανήκει. Η αειθαλής αρχιτεκτονική μεγαλοπρέπεια και οι αόρατες μνήμες του παρελθόντος δεν είναι αρκετές. Αν όμως κατέβει το νότιο υπερώο και, μέσα από τις έξι κιονοστοιχίες αφήσει τη μα­τιά να ανέβει κατά τη θολωτή σκεπή πά­νω απ' τα πέντε παράθυρα της κεντρικής αψίδας, εκεί, στην αχνή μισοκαλυμμένη επιφάνεια, θα διακρίνει την ψηφιδωτή μορφή ενός τεράστιου Χριστού. Θα ξε­χωρίσει τα μαλλιά, το μέτωπο, τα πράα μάτια του Σωτήρα και το αχνό περί­γραμμα της μορφής του. Το δεξί χέρι, με γλυκύτητα, «όπως τότε που με αγάπη και πραότητα περπάταγε στη γη», είναι ακό­μη απλωμένο σε μια ανείπωτη ευλογία και, με την κίνηση του, μοιάζει να αγκα­λιάζει τον άγνωστο επισκέπτη. Μέσα στις σκιές, νιώθει κανείς πως ο Χριστός στέκει ακοίμητος φρουρός πάνω από τους ανθρώπους του.
 
 



Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2014

H KΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ

             
 
 
            Ένας από τους πολλούς λόγους για τη περηφάνια την οποία ενέπνεε η Κωνσταντινούπολη στους πολίτες της και για το δέος και την έκπληξη που προκαλούσε στους ξένους ήταν το απόρθητό της. Βρισκόταν σε φυσική οχυρή θέση, σε ένα στενό ακρωτήριο το οποίο βρεχόταν από δυο πλευρές, τον Κεράτιο και το Βόσπορο στα βόρεια και τη θάλασσα του Μαρμαρά στα νότια. Από την πλευρά της ξηράς οι αυτοκράτορες είχαν κατασκευάσει τεράστια οχυρωματικά τείχη που εκτείνονταν από τον Κεράτιο μέχρι τη θάλασσα του Μαρμαρά, περίπου εννιά μέτρα σε ύψος και τεσσεράμισι μέτρα σε πλάτος. Κατά διαστήματα αριθμούσαν 96 πύργους που  είχαν ευρύ πεδίο στις βαλλίστρες και στους καταπέλτες. Μπροστά από τα τείχη υπήρχε μια φαρδιά τάφρος που έπρεπε να διασχίσει ο κάθε επίδοξος κατακτητής ενόσω ήταν εκτεθειμένος στις βολές. Οχυρώσεις υπήρχαν και στη θάλασσα, καθιστώντας την επίθεση από κει εξίσου δύσκολη. Μια βαριά αλυσίδα που εκτεινόταν από έναν πύργο της πόλης μέχρι έναν άλλο στο προάστιο του Γαλατά της απέναντι όχθης εμπόδιζε τα εχθρικά πλοία να μπουν στο ασφαλές φυσικό λιμάνι του Κεράτιου.
          Ένα χαρακτηριστικό στοιχείο της Κωνσταντινούπολης ήταν το μέγεθός της. Με τα μέτρα του Μεσαίωνα ήταν μια πόλη τεράστια  ασφαλώς η μεγαλύτερη χριστιανική πόλη. Η Ρώμη, η οποία είχε κάποτε υπάρξει μεγάλη και κραταιά, από το 10ο αιώνα είχε πια παρακμάσει, έχοντας γίνει σκιά του προηγουμένου εαυτού της, με τεράστιες περιοχές μέσα στα τείχη κατεστραμμένες ή ακατοίκητες. Το Παρίσι και το Λονδίνο δεν είχαν αρχίσει ακόμα να αναπτύσσονται και στις αρχές του 12ου αιώνα ήταν μικρές πόλεις με πληθυσμό το πολύ είκοσι χιλιάδων κατοίκων. Η Κωνσταντινούπολη αντίθετα, θεωρείται ότι είχε τουλάχιστον τριακόσιες εβδομήντα πέντε χιλιάδες, είκοσι πέντε φορές μεγαλύτερη από το Λονδίνο. Έχει εκτιμηθεί  ότι περισσότεροι άνθρωποι ζούσαν μέσα στα τείχη της το 1050 από ότι σε ολόκληρο το βασίλειο της Αγγλίας. Πόλεις με αντίστοιχο μέγεθος υπήρχαν μόνο στον ισλαμικό κόσμο. Η Κόρδοβα στην Ισπανία είχε περίπου το ίδιο μέγεθος, ενώ η Βαγδάτη ήταν μεγαλύτερη.
        Όπως και σε πολλές μεγάλες πόλεις σήμερα, ο πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης ήταν πολυφυλετικός, κάτι που αντικατόπτριζε την εθνοφυλετική σύσταση της Αυτοκρατορίας συνολικά αλλά και του κόσμου που την περιέβαλλε. Ενώ στην πλειοψηφία του ήταν ελληνόφωνος, υπήρχαν και πολλοί Αρμένιοι, Ρώσοι, Γεωργιανοί.  Υπήρχε επίσης μια μεγάλη εβραική κοινότητα, συγκεντρωμένη κυρίως στο προάστιο του Γαλατά, στη απέναντι πλευρά του Κεράτιου, Ιταλοί έμποροι από τη Βενετία, τη Γένουα, την Πίζα, μισθοφόροι από τη Δυτ. Ευρώπη και τη Σκανδιναβία, και μια μικρή αραβική κοινότητα έμπορων οι οποίοι μάλιστα προσεύχονταν σε δικό τους τέμενος.
           Μια άλλη πλευρά της Πόλης, την οποία σχολίαζαν οι πολύ συχνά και οι ντόπιοι αλλά κυρίως οι επισκέπτες της, ήταν ο πλούτος της. Οι πολίτες της επαίρονταν ότι τα δύο τρίτα του πλούτου της υφηλίου ήταν συγκεντρωμένα στην πόλη τους, και επισκέπτες, όπως ο Φούλκρος της Σαρτρ είχαν εκπλαγεί από τη χλιδή που έβλεπαν γύρω τους, ιδιαίτερα από τη αφθονία σε χρυσό , ασήμι και μετάξι. Η κύρια πηγή αυτού του πλούτου ήταν το εμπόριο. Χάρις στη γεωγραφική της θέση μεταξύ Ευρώπης και Ασίας,  η Πόλη ήταν ο προφανής κόμβος όπου προϊόντα της μιας πλευράς μπορούσαν να ανταλλαχθούν με προϊόντα της άλλης. Οι έμποροι ήταν συγκεντρωμένοι στην εμπορική συνοικία, κατά μήκος του Κεράτιου. Οι άραβες έφερναν μπαχαρικά, πορσελάνες και κοσμήματα, οι Ιταλοί κασσίτερο και μαλλί, οι Ρώσοι κεχριμπάρι, μέλι και γούνες. Αυτά τα προϊόντα αργότερα μεταπωλούνταν ή ανταλλάζονταν για προϊόντα, τα οποία οι έμποροι μετέφεραν στις αγορές των χωρών τους. Αν και μεγάλο μέρος αυτών των δραστηριοτήτων βρισκόταν στα χέρια ξένων εμπόρων, οι βυζαντινές αρχές κέρδιζαν από το κομμέρκιον, ένα φόρο δίκια τοις εκατό επί όλων των εισαγωγών και εξαγωγών, οπότε η πόλη πολλαπλασίαζε συνολικά τα πλούτη της βασιζόμενη στην εισροή των εμπόρων, προϊόντων και πρώτων υλών.
          Η Κωνσταντινούπολη, όπως και η Αθήνα η Θήβα και η Κόρινθος, ήταν παραγωγικό κέντρο, ιδιαίτερα γνωστό για τη μεταλλουργία. Οι μεταλλοτεχνίτες  ήταν τόσοι πολλοί, που καταλάμβαναν μια ολόκληρη δική τους περιοχή γύρω από το Αυγουστείον, την κεντρική πλατεία της Πόλης. Τα περισσότερα μεταλλικά καλλιτεχνήματα που κατασκευάζονταν προορίζονταν για αγοραστές μέσα από την Πόλη ή την ευρύτερη αυτοκρατορία, μερικά όμως από αυτά εξάγονταν, ιδίως στη Δύση. Το κόσμημα από πλάκες χρυσού και επισμαλτωμένο άργυρο που είναι γνωστό  με το όνομα Πάλα ντ΄ Όρο στον Άγιο Μάρκο της Βενετίας φτιάχτηκε στην Κωνσταντινούπολη τον 11ο αιώνα και στάλθηκε στη Βενετία εκείνη την εποχή. Χαλκές πορτες, κωνσταντινοπουλίτικης τεχνικής τοποθετήθηκαν στη βασιλική του Αγίου Παύλου εκτός των τειχών στη Ρώμη και στους καθεδρικούς ναούς στο Αμάλφι, του Τράνι και του Σαλέρνο, περίπου την ίδια εποχή. Άλλες βιοτεχνικές δραστηριότητες της πρωτεύουσας ήταν η επεξεργασία και η βαφή του μεταξιού, η κατασκευή μεταξωτών ρούχων, η παραγωγή σαπουνιού, αρωμάτων και κεριών. Οι τραπεζικές εργασίες ,  όπως επίσης και ο δανεισμός χρημάτων επιτρεπόταν, αν και μέσα σε πολύ αυστηρά όρια.
 
από το βιβλίο του Τζόναθαν Χάρρις   <<Το Βυζάντιο και οι Σταυροφορίες>>


"Από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο" Ελένη Αρβελέρ

 
 
 
 
 
 
Από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο»

 Ελένη Αρβελέρ



            Δύσκολος ασφαλώς ο ρόλος μου να σας μιλήσω απόψε για μία ημέρα η οποία παραμένει επώδυνη και με τραγική μνήμη για όλο το Γένος. Είναι λοιπόν η ημέρα αυτή ημέρα εθνικής μνήμης, εθνικής οδύνης. Έχω προσκληθεί να μιλήσω με θέμα: «Από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο έως τον τελευταίο Κωνσταντίνο», τον Δραγάση Παλαιολόγο, ο οποίος -κι εδώ θα κάνω λίγο μάθημα- λέγεται ότι ήταν ο ενδέκατος, αλλά οφείλω να σας επισημάνω ότι ήταν ο δωδέκατος, διότι πρέπει κάποτε να υπολογίσουμε ως Κωνσταντίνο και τον Κωνσταντίνο Λάσκαρη, ο οποίος ήταν ο πρώτος αυτοκράτορας της Νίκαιας πριν από τον Θεόδωρο Λάσκαρη. Το θέμα μας όμως θα μπορούσε να είχε τιτλοφορηθεί: Από τον ένα Μάη, δηλ. τον εγκαινιαστικό Μάη τού έτους 330, στον άλλον, τον τραγικό Μάη, τής αποφράδας Τρίτης τού 1453. Είναι λοιπόν απόλυτα αληθινό αυτό που γράφτηκε για την Πόλη: «Μάη πανώρια είδες το φως / Μάη και τού θανάτου το σκοτάδι / όταν χωρίς ελπίδα ανάστασης / την κάθοδο έζησες τού Άδη».

             Από την 11 η λοιπόν Μαΐου τού έτους 330, όταν ο Κωνσταντίνος τελεί τα εγκαίνια τής Πόλης, στην οποία, ακολουθώντας την αλεξανδρινή παράδοση, έδωσε το αυτοκρατορικό του όνομα, έως την 29 η Μαΐου 1453, όταν τα στρατεύματα τού Μωάμεθ Β΄, δύσπιστα αρχικά μπροστά στην αφύλακτη Κερκόπορτα (ξυλόπορτα), εισβάλλουν στη συνέχεια στην Πόλη και έκπληκτοι οι στρατιώτες, λόγω τού ολιγάριθμου των αμυντόρων, αρχίζουν ανενδοίαστα τη λεηλασία και την αιχμαλωσία της Βασιλεύουσας. Από τον Μάιο λοιπόν τού 330 έως τον Μάιο τού 1453 οριοθετείται και χρονολογείται ο βίος της παγκόσμιας Αυτοκρατορίας τού Μεσαιωνικού Ελληνισμού, της Αυτοκρατορίας που εντελώς άκριτα ονομάζουμε και εμείς σήμερα Βυζάντιο, όνομα το οποίο όπως είναι γνωστό της δόθηκε από τους πρώτους μελετητές της, καθολικούς καλόγερους, που για ευνόητους λόγους δεν ήθελαν να αποκαλέσουν με το ευγενές κατ' αυτούς ρωμαϊκό όνομα, το κράτος των «σχισματικών Ορθοδόξων».

             Imperator όμως ο Μέγας Κωνσταντίνος και, εξυπακούεται, Ρώμης, Βασιλεύς και Αυτοκράτωρ Ρωμαίων ο τελευταίος Κωνσταντίνος, Βασίλειον Ρώμης το επίσημο όνομα τού κράτους και Ρωμανία το όνομα τής εδαφικής του επικράτειας. Ρωμιοί και Ρωμιοσύνη και το όνομα των Νεοελλήνων, των μόνων οργανικών, θα έλεγα σχεδόν σαρκικών, συνεχιστών τού βυζαντινού πολιτισμού και τού βυζαντινού επιτεύγματος, μέσα στον κόσμο που έζησε την ακτινοβολία της Βασιλεύουσας Κωνσταντινούπολης σε Ανατολή και Δύση.

            Από τα Βαλκάνια και τον σλαβικό κόσμο ώς τη Ρωσία, από τον Δούναβη ώς τον Ευφράτη και από την ελληνόφωνη Κάτω Ιταλία ώς τους χριστιανικότατους πληθυσμούς τής Γεωργίας και Αρμενίας, για να μη μιλήσω για τους εκχριστιανισμένους Άραβες των Αγίων Τόπων ή τους Κόπτες της Αιγύπτου, οι λαοί αυτοί, άλλος λίγο και άλλος πολύ, έζησαν στην πολιτική και πνευματική σφαίρα επιρροής της χιλιόχρονης Αυτοκρατορίας τού Βυζαντίου. Όλοι αυτοί απαρτίζουν τον κόσμο που ο Ντιμίτρι Ομπολένσκι αποκάλεσε Βυζαντινή Κοινοπολιτεία και όλοι αποτελούν, ο καθένας με τον τρόπο του, μέρος αυτού που τόσο εύστοχα ο Ρουμάνος ιστορικός Νικολάι Γιόργκα, που διετέλεσε και πρωθυπουργός τής Ρουμανίας, ονόμασε Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο. Μία έστω και βιαστική επίσκεψη στην έρημο τού Νεγκέβ στο Ισραήλ, με τις πολυάριθμες πρωτοχριστιανικές εκκλησίες και τις ελληνικές επιγραφές, ή πιο παραστατικά ίσως, μία επίσκεψη στη χερσόνησο τού Σινά και στο μεγαλόπρεπο μοναστήρι τής Θεοτόκου, το μετέπειτα αφιερωμένο στην Αγία Αικατερίνη, όπου ακόμη μνημονεύονται κατά την τέλεση της Θείας Λειτουργίας τα ονόματα των ιδρυτών του, Ιουστινιανού και Θεοδώρας, του αυτοκρατορικού ζεύγους, οι ολόσωμες απεικονίσεις τού οποίου με την ακολουθία τους κοσμούν τον χώρο τού Ιερού τού Αγίου Βιταλίου στη Ραβένα ή ακόμη, για να μιλήσω για τα κατοπινά βυζαντινά χρόνια, μία επίσκεψη στην Τραπεζούντα και στην Παναγία τη Σουμελά ή στο Κίεβο, στην Αγία Σοφία ή στην Γκρατσάνιτσα και το Ναγκορίτσινο τής Σερβικής Μακεδονίας ή στο Μπάτσκοβο, τη Φιλιππούπολη δηλ. τής Βουλγαρίας ή τέλος στις Εκκλησίες τής Μολδαβίας με τις εξωτερικές τοιχογραφίες τής Άλωσης της Κωνσταντινούπολης θα φανερώσει απρόσκοπτα στον επισκέπτη το μεγαλείο τής μεσαιωνικής ελληνοσύνης τής Ρωμανίας, που όπως λέει το ποντιακό τραγούδι «Η Ρωμανία κι αν πέρασε, ανθεί και φέρει κι άλλο».

               Έτσι, στη σπαρακτική κραυγή «η Πόλις εάλω» των κατοίκων τής δύστηνης Βασιλεύουσας τού 1453, απαντά, σχεδόν πειστικά θα έλεγα, η φράση «ή και εάλω η Πόλις ουκ εάλω». Αυτή η Πόλις και το κράτος της έπρεπε, άλλωστε, να μείνει αλώβητο ανά τους αιώνες ως «πρώτον πιστεύσαν εις τον Δεσπότην Χριστόν». Αυτό διαλαλεί ο Κοσμάς Ινδικοπλεύστης, ταπεινός μοναχός τής εποχής τού Ιουστινιανού, χωρίς η δήλωση αυτή τής χωροχρονικής παγκοσμιοαιωνιότητας του Βυζαντίου να ξενίσει τους συγχρόνους τού Κοσμά. Βρισκόμαστε βέβαια, στην εποχή τής παγκοσμιότητας τού Βυζαντίου, τού κράτους των τριών ηπείρων, των μόνων τότε γνωστών, όπου άλλος λόγος αιωνιότητας για το κράτος των Ρωμαίων, πάντα κατά τον Κοσμά, ήταν το ότι «πάντα τα έθνη εμπορεύονται εις το νόμισμα αυτού», δηλαδή στο βυζαντινό νόμισμα, το γνωστό και ατόφιο ακόμη τότε κωνσταντινάτο. Η διαπίστωση αυτή τού Κοσμά για το αλώβητο τού θεοφύλακτου κράτους των Ρωμαίων θα γίνει πεποίθηση και λαϊκή πίστη, που θα ταυτίσει την ιστορία τού κόσμου, και όχι μόνο τού Βυζαντίου, με την τύχη της Βασιλεύουσας. Και αυτό γιατί το Βυζάντιο, που δεν είναι παρά η εκχριστιανισμένη και εξελληνισμένη Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ταυτίστηκε πάντοτε από τη γέννησή του με την Κωνσταντινούπολη και τανάπαλιν. Θα τονίσω παρενθετικά στο σημείο αυτό, ότι η παλαιά Ρώμη ήταν μεν η Αιωνία Πόλις, η Αιωνία Ρώμη, αλλά δεν ήταν παρά μία Roma mobilis , μία κινητή δηλαδή Ρώμη, διότι σύμφωνα με τα ρωμαϊκά πρότυπα, Ρώμη ήταν η πόλη όπου βρισκόταν ο εκάστοτε αυτοκράτορας. Αντίθετα όμως από την παλαιά, η νέα Ρώμη, η Κωνσταντινούπολη δηλαδή, ήταν η αμετάθετη έδρα τού αυτοκράτορα, εξ ου και το όνομα Βασιλεύουσα. Όποιος κατέχει τη Νέα Ρώμη είναι κύριος ολόκληρου τού κράτους.

            Πρώτη λοιπόν πραγματική πρωτεύουσα, με την έννοια που έχει στα χρόνια μας ο όρος αυτός, η Κωνσταντινούπολη ήταν έδρα τής Αυτοκρατορίας και της Εκκλησίας, της Αυλής και τού Πατριαρχείου, κέντρο αποφάσεων, από όπου ξεκινούσε και κατέληγε η κάθε εξουσία, πολιτική και στρατιωτική. Βάση και κορυφή της κοινωνικής και διοικητικής πυραμίδας, εστία δηλαδή τού κράτους και καρδιά-πρότυπο κάθε καλλιτεχνικής και πνευματικής δημιουργίας. Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι το πρώτο Πανεπιστήμιο ιδρύθηκε στην Κωνσταντινούπολη τον 5ο ήδη αιώνα και ότι υπό διάφορες στη συνέχεια μορφές ανασυστάθηκε στα χρόνια τού Βάρδα και τού Φωτίου (9 ος αιώνας), ήκμασε επί Κωνσταντίνου Ζ΄ τού Πορφυρογέννητου (10 ος αιώνας), για να φθάσει στο απόγειο τής ακτινοβολίας του έναν αιώνα αργότερα, στην εποχή τού Κωνσταντίνου Θ΄ τού Μονομάχου, με τον Μιχαήλ Ψελλό, τον Ιωάννη Ξιφιλίνο και άλλους αρχαιομαθείς, ή μάλλον αρχαιομανείς, διανοουμένους όπως π.χ. ο Ιωάννης Μαυρόπους.
           Σ' αυτή την Κωνσταντινούπολη λοιπόν, που όπως θα γράψει ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος «Πόλις εστί βασιλεύουσα τού κόσμου δε παντός υπερέχουσα», θα γίνει προοδευτικά η translatio imperii, η μεταφορά δηλ. τής αυτοκρατορικής εξουσίας. Και λέω προοδευτικά, διότι διδάσκουμε λάθος τα παιδιά όταν λέμε ότι μόλις χτίστηκε η Πόλη (330) η Ρώμη έπαψε να είναι η βάση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η μεταφορά αυτή γίνεται σταδιακά από την παλαιά Ρώμη, διότι η παλαιά Ρώμη γνωρίζει την ερήμωση και τη γενική κατάπτωση ειδικά μετά την καταστροφή που υπέστη από τον Αλάριχο κατά το έτος 410.

             Η Κωνσταντινούπολη θα μείνει μετά τον 5ο αιώνα και για πολύ ακόμη η μόνη Ρώμη, η Νέα και Ωραία, η Υπερτέρα τής Πρεσβυτέρας και Γηραιάς, η Ρώμη δηλαδή που γεννήθηκε χριστιανική. Σημειώνω ότι ο πρώτος ναός της τού Θεού Σοφίας είναι κτίσμα τού Μεγάλου Κωνσταντίνου και όχι τού Ιουστινιανού, όπως λέμε συχνά, έστω και αν ο Κωνσταντίνος δεν ήταν τότε χριστιανός, για να μην πω ότι συζητείται ακόμη αν ο Κωνσταντίνος βαπτίστηκε τελικά. Ο ιδρυτής της αυτοκράτωρ, ο Κωνσταντίνος, ανέθεσε στον Ιησού τη φύλαξη τής πόλης του κατά την ώρα τού εγκαινίου. Αντιγράφω το σχετικό κείμενο τής ιδρυτικής στήλης τής Κωνσταντινούπολης: «Σοι Χριστέ, Κόσμου Βασιλεύ, και Δεσπότης , Σοι προστίθημι τήνδε την δούλην πόλιν και σκήπτρα τήσδε και το παν Ρωμαίων κράτος φύλαττε, ταύτην σώζε δ' εκ πάσης βλάβης». Ο Κωνσταντίνος εστιάζει επομένως στην Κωνσταντινούπολη το παν Ρώμης Κράτος από τις πρώτες ήδη στιγμές της ύπαρξής της.

             Στον Δεσπότη λοιπόν Ιησού Χριστό είναι αφιερωμένη η Πόλη και αποτελεί πάντοτε θέμα προβληματισμού, γιατί και πότε διολίσθησε η προστασία της από τον Ιησού στη Θεοτόκο, τη Θεοτόκο Οδηγήτρια και Νικοποιό, τη θαυματουργή εικόνα τής οποίας απέσπασαν οι Σταυροφόροι το 1204 για να τη μεταφέρουν στη Βενετία, όπου φυλάσσεται έως σήμερα. Η αφιέρωση πάντως αυτή έχει συντελεστεί πριν ή κατά τα χρόνια τής αβαροσλαβικής εισβολής το 626, αν βέβαια γράφεται τότε ο Ακάθιστος Ύμνος. Η Πόλις απευθύνει ευχαριστήρια ως Πόλις τής Θεοτόκου στον Ακάθιστο, ενώ στην παράκληση που αναφέρεται σε άλλο σημείο τού Ύμνου διαβάζουμε: «Συντήρησον πάσης εχθρών αλώσεως την Σην πόλιν Θεοτόκε». Στη Θεοτόκο οφείλει τη σωτηρία της η Κωνσταντινούπολη, όταν τα ρωσικά πλοία την πολιορκούν για πρώτη φορά το 860. Η επιδρομή βρίσκει τώρα τον Πατριάρχη Φώτιο στις επάλξεις, και όχι τον Σέργιο όπως κατά την πρώτη πολιορκία, λόγω τής απουσίας τού τότε αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ στον πόλεμο εναντίον των Αράβων. Στο γεγονός αυτό, την πολιορκία δηλαδή τής Πόλης από τους Ρώσους, οφείλουμε τους προς την Παρθένο παρακλητικούς λόγους τού Φωτίου. Τα ρωσικά πλοία συνετρίβησαν τότε από αιφνίδια θαλασσοταραχή που προκάλεσε, θαυματουργικά βέβαια, η εμβάπτιση τού μαφορίου τής Παναγίας στα νερά τού Βοσπόρου από τον Πατριάρχη Φώτιο. Αναφέρω το γεγονός για να υπογραμμίσω ότι οι λόγοι αυτοί τού Φωτίου είναι η πρώτη ελληνική πηγή που κάνει λόγο για το «άγνωστον τότε γένος των Ρως», κατά την έκφραση τού ίδιου τού Πατριάρχη, ο οποίος αποδίδει την κάθε αντιξοότητα στις αμαρτίες των δεινοπαθούντων.

            Δημιουργείται πλέον στο ποίμνιο το συναίσθημα τής ιστορικής ενοχής για τις επερχόμενες θεομηνίες που θα γνωρίσει σχεδόν αδιάκοπα έκτοτε η Κωνσταντινούπολη, με κατακλείδα, βέβαια, την πρώτη άλωση το 1204 από τους Σταυροφόρους και την τελική το 1453 από τους Τούρκους, τότε που εκώφευσε η προστάτιδα Κόρη -Κόρη είναι μία σπάνια χρήση τού όρου για την Παναγία- και δεν εισάκουσε το «ρύσαι ημάς βαρβαρικής αλώσεως Κόρη, αλώσεως επιούσης βροτοίς αμαρτάνουσιν».

            Στον λόγο τού θρόνου που θα εκφωνήσει ο Θεόδωρος Λάσκαρης στη Νίκαια μετά την πτώση τής Κωνσταντινούπολης το 1204 θα τονίσει ότι «απεσφαιρίσθημεν τού Παραδείσου τού ευρρίζου αγλαΐσματος πάσης τής γης -πρόκειται βέβαια για την Κωνσταντινούπολη- ως αμαρτώντες». Ο λόγος και η αιτία τής κάθε κακοδαιμονίας που γνωρίζουν οι Βυζαντινοί συνοψίζονται έκτοτε λακωνικά στο ηθικό παραστράτημά τους. Πάντως, συνεχίζει ο Λάσκαρης, «και τα κατά το γένος ημών ουκ άλλως υπέστη ταπείνωσιν είτε μην ελάττωσιν και υπόπτωσιν και η παμβασιλεία πόλις ημών πυρί κατηθάλωτο και παν ό χείριστον ανθρώποις πέπονθεν ες δεύρο πατουμένη -ακόμη οι Σταυροφόροι είναι μέσα στην Πόλη- ποσίν αλλοφύλων αιμοχαρών, ει μη γε δικαιοσύναι μεν εξέλιπον, έκαστος δε ημών οπίσω των πονηρών έργων αυτού επεπόρευτο». Το λάθος είναι ακριβώς εκείνο που φέρνει την κακοδαιμονία. Η ενοχοποίηση αυτή τού ιστορικού βίου των Βυζαντινών θα γίνει κοινός τόπος τής εκκλησιαστικής, ιδιαίτερα, φιλολογίας έως το τέλος τής Αυτοκρατορίας και αποδίδεται επιγραμματικά με την έκφραση «χρήμασιν οις οίδεν Κύριος» για τις αμαρτίες δηλαδή που γνωρίζει μόνον ο Θεός και οι οποίες ακολουθούν και τιμωρούν τους πολίτες τού Βυζαντίου, αιτιολογώντας την κακοδαιμονία και τις μετέπειτα δραματικές εξελίξεις. Τότε βέβαια δεν υπάρχει ξένος δάκτυλος , όπως λέμε τώρα.
            Την ίδια εποχή, ο απλός λαός θα βρίσκει παραμυθία στις πολυποίκιλες προφητείες που μιλούν για την αιωνιότητα τής Αυτοκρατορίας, την οποία είχε προβλέψει κάποτε ο Κοσμάς ο Ινδικοπλεύστης, αν και μιλούσε σε εποχές που δεν είχαν γνωρίσει την άμετρη ταπείνωση τής Ρωμανίας, την ταπείνωση που πρώτος υπογράμμισε ο Ιάκωβος ο Νεοφώτιστος ήδη στα τέλη τού 7 ου αιώνα, μετά τις επιτυχίες δηλαδή των Αράβων και τη συρρίκνωση τής Αυτοκρατορίας στην Ανατολή. Παραθέτω το κείμενο τού Ιακώβου, γιατί δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό: «Από τού ωκεανού, τουτέστι τής Σκωτίας και Βρετανίας και Σπανίας και Φραγγίας και Ιταλίας και Ελλάδος και Θράκης και έως Αντιοχείας και Συρίας και Περσίδος και πάσης Ανατολής και Αιγύπτου και Αφρικής και άνωθεν Αφρικής τα όρια των Ρωμαίων έως σήμερον. Και αι στήλαι των βασιλέων αυτών δια χαλκών και μαρμάρων φαίνονται». Μέχρι την εποχή εκείνη όλες αυτές οι χώρες ανήκαν στο Βυζάντιο: «Πάντα γαρ τα έθνη υπετάγησαν τοις Ρωμαίοις - στους Βυζαντινούς δηλαδή- κελεύσει Θεού. Σήμερον δε θεωρούμεν την Ρωμανίαν ταπεινωθείσαν». Η εσχατολογική προφητική φιλολογία, πάντοτε παρηγορητική, γνωρίζει ιδιαίτερη άνθηση και κυριαρχεί στα λαϊκά στρώματα, όπου οι δοξασίες γύρω από τη μεγάλη Βαβυλώνα, που πότε ταυτίζεται με την Παλαιά και πότε με τη Νέα Ρώμη, με την Κωνσταντινούπολη δηλαδή, δεδομένου ότι η Βαβυλώνα αυτή κείται επάνω σε επτά λόφους και είναι αυτή η «μεγάλη πόρνη».
           Να τολμήσω να ισχυρισθώ ότι αυτή ίσως είναι η πηγή τού Κωστή Παλαμά, όταν γράφει στον Δωδεκάλογο τού Γύφτου τον πολυσυζητημένο στίχο και η Πόλη πόρνη και περίμενε τον Τούρκο να την πάρει. Είναι γνωστή η οικείωση τού Παλαμά με τα βυζαντινά κείμενα, όπως, μεταξύ άλλων αποδεικνύει το έργο του «Η Φλογέρα τού Βασιλιά» το οποίο στηρίζεται, σχεδόν χωρίς καμία παραλλαγή, στο κείμενο τού Παχυμέρη αναφορικά με τη διακωμώδηση τού σκηνώματος τού Βασιλείου Β΄ τού Βουλγαροκτόνου στο Έβδομο, κατά την εποχή τής λατινοκρατίας. Η διακωμώδηση αυτή έγινε από αγροίκους και αγράμματους δήθεν βοσκούς, που ασφαλώς βρέθηκαν εκεί με τη συγκατάθεση των Λατίνων, οι οποίοι βρήκαν τη σορό τού Βουλγαροκτόνου, την απέσπασαν από τη σαρκοφάγο της και τοποθέτησαν στο σημείο τού στόματος ένα σουραύλι, εξ ου και ο τίτλος τού ποιήματος Η Φλογέρα τού Βασιλιά .

              Το τέλος τής Ιστορίας τής ανθρωπότητας, κατά την τρέχουσα εσχατολογική αντίληψη, έπρεπε να συμπέσει με το τέλος τής Ρώμης, δηλαδή τού Βυζαντίου. Αυτό έλεγαν, με τρόπο βέβαια αινιγματικό, τα κείμενα γύρω από την Αποκάλυψη, όπως οι χρησμοί τού Λέοντος ΣΤ΄ τού Σοφού, τα έργα τού Νεοφύτου Εγκλείστου, τα κείμενα τού Ανδρέα Καισαρείας, αλλά και τού Αρέθα, τού Νικήτα Παφλαγόνος και βέβαια, τού Ψευδο-Μεθόδιου. Ο ενημερωμένος αναγνώστης θα πρόσεξε ότι αναφέρω κείμενα που χρονολογούνται ήδη από τον 9ο αιώνα και τα οποία «σημαδεύουν» την ανασφάλεια που διακατέχει τους Βυζαντινούς, από την εμφάνιση των Αράβων έως εκείνη των Οθωμανών, περνώντας διαδοχικά από τους Πετσενέγους, τους Κουμάνους, τους Λατίνους, τους Τουρκομάνους κ.λπ., για να μη μιλήσω και για τους Γερμανούς. Τα προφητικά αυτά κείμενα θεωρούν μόνη αιώνια μοναρχία εκείνη που θα εκπροσωπούσε τη Βασιλεία τού Ιησού και αυτό μετά την κατάλυση των τεσσάρων αυτοκρατοριών. Επισημαίνω ότι ακόμη συζητείται ποιες είναι αυτές οι αμαρτωλές αυτοκρατορίες. Έτσι, ένα ανέκδοτο κείμενο, πιθανότατα τού Νεοφύτου τού Εγκλείστου που προσπαθεί να μετρήσει τα χρόνια μέχρι το τέλος τού κόσμου, βάζει στο στόμα τού Ιησού τα εξής: «Νυν δε λέγω υμίν και προλέγω προ ετών χιλίων πεντακοσίων τού ελθείν ολικώς εις την Βασιλείαν των Ουρανών τα πεντακόσια δε και πεντάκις χίλια έτη παρέδραμον ήδη και ήλθον εγώ επ' εσχάτων των χρόνων, κατά τας Θείας Γραφάς, κηρύξων υμίν την Βασιλείαν και την μετάνοιαν». Με τέτοιου είδους προβλέψεις, αφού τα χίλια πεντακόσια χρόνια τού Χριστού που θα εμφανιζόταν δεν απέχουν πολύ από τα 1453 χρόνια τής πτώσης τής Πόλης, οι Βυζαντινοί θα συνδυάσουν το τέλος τής Αυτοκρατορίας τους με τη συντέλεια τού κόσμου και το τέλος τής Ιστορίας.

            Όπως όμως η Ιστορία συνεχίζεται, γρήγορα, για να μη διαψευσθούν οι προφητείες, θα δημιουργηθεί η ιδέα τής Τρίτης Ρώμης, τής Μόσχας, μια και ήταν η μόνη Ορθόδοξη πρωτεύουσα που έμεινε έξω από τον οθωμανικό ζυγό, που παρέμεινε δηλαδή Χριστιανική. Βρισκόμαστε πια γύρω στο 1580.

               Στο ίδιο κλίμα και πνεύμα ανήκει βέβαια και ο θρύλος γύρω από τον τελευταίο βασιλιά των Ρωμαίων. Για πρώτη νομίζω φορά, ο θρύλος τού μαρμαρωμένου Βασιλιά μνημονεύεται στη μετάφραση τής Αποκάλυψης τού ΨευδοΜεθόδιου. Ο θρύλος θα ζήσει σχεδόν αναλλοίωτος έως τις μέρες μας, ως θρύλος τού πετρωμένου-μαρμαρωμένου Βασιλιά, αλλά και τής ημιτελούς λειτουργίας στην Αγία Σοφία.

              Πολλοί λογοτέχνες, λαϊκοί αλλά και τού έντεχνου λόγου, εμπνεύσθηκαν από τη θρυλική μορφή τού Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Αλλωστε, από τους Νεοέλληνες και όχι από τους μεγαλοϊδεάτες μόνο, πολλοί είναι ακόμη που περιμένουν το θαύμα να γενεί, δηλαδή να δουν στην Πόλη ζωντανούς τον Πετρωμένο Βασιλιά και τον Ακρίτη Διγενή.

              Όσο όμως και αν θρηνούν την πτώση τής Κωνσταντινούπολης τα ανακαλήματα, (=οι θρήνοι που γράφτηκαν για την Άλωση), όσο και αν η έλλογη διαχείριση τού παρελθόντος από καταξιωμένους ιστορικούς υπογραμμίζει το σθένος και την ανδρεία των υπερασπιστών τής Κωνσταντινούπολης, όσο θα σιγοψιθυρίζεται το «πάλι με χρόνια με καιρούς...», ένα θα μείνει αληθινό, ότι τα ίδια λόγια, «πάρθεν η Πόλις, πάρθεν», θα λέγονται θρηνητικά από τις Ρωμιές και θριαμβευτικά από τις Τούρκισσες μανάδες.

               Μνήμη λοιπόν τραυματική η πτώση τής Πόλης και όχι μόνον για τους Νεοέλληνες αλλά και για τους άλλους Ορθόδοξους λαούς. Θα σημειώσω εδώ ότι πολλοί είναι οι Λατίνοι τής εποχής, Ιταλοί και άλλοι, που κατάλαβαν επιτέλους ότι μετά την Πόλη άνοιγε ο δρόμος των Τούρκων για τη δική τους Ευρώπη. Η πτώση τής Κωνσταντινούπολης είχε παγκόσμια απήχηση και μάλιστα πολύ γρήγορα. Είναι ενδεικτικό ότι ένας Πολωνός συγγραφέας θα γράψει ότι η Χριστιανοσύνη έχασε έναν από τους οφθαλμούς της και έμεινε τώρα μονόφθαλμη. Γεγονός λοιπόν με εμβέλεια που ξεπερνά τον κόσμο των πρωταγωνιστών του, η πτώση τής Πόλης σημαδεύει το γύρισμα τού χρόνου τής Ιστορίας. Τότε σωστά τοποθετείται από πολλούς επιστήμονες το τέλος τού Μεσαίωνα. Τότε αρχίζει και η ελληνική διασπορά, όχι όμως πια με πνεύμα αποικιακό όπως κατά τα χρόνια τής Αρχαιότητας, αλλά ως καταφυγή σε χώρες φίλιες. Πολλά ειπώθηκαν, ασφαλώς με κάποια υπερβολή, για τη συμβολή των φυγάδων διανοουμένων τού Βυζαντίου στην Αναγέννηση τής Δύσης. Μιλώ βέβαια για τον Βησσαρίωνα, τον Γαζή, τον Χρυσολωρά, τον Τραπεζούντιο, τον Χαλκοκονδύλη και πολλούς άλλους, που μετέφεραν τα ελληνικά γράμματα στην Ιταλία, αλλά και σ' αυτή τη Γαλλία. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Ιανός Λάσκαρις ήταν από τους πρώτους που δίδαξαν στο Coll e ge de France . Οι λόγιοι αυτοί κατέδειξαν με το έργο τους ότι ήταν δυνατή η μεταλαμπάδευση τού πνεύματος, εκείνοι όμως απομακρύνθηκαν από την Ορθοδοξία και την Ελλάδα, που τότε έμπαινε στην πιο σκοτεινή περίοδο τής Ιστορίας της. Χάρη στο πρόσφορο πραγματικά έδαφος που βρήκαν στη Δύση, οι φυγάδες αυτοί μεγαλούργησαν λαμπρύνοντας για χρόνια τις ελληνικές σπουδές και το ελληνικό όνομα, επίπτωση ευτυχής των τραγικών γεγονότων τού 1453. Έτσι, το ελληνικό πνεύμα ταξίδεψε στη Βενετία για να ξαναγυρίσει ύστερα ακμαίο μέσω Κρήτης αλλά και μέσω Επτανήσων στην υπόδουλη Μητρόπολη.

                Θα τελείωνα εδώ τη γρήγορη αυτή επισκόπηση τής θέσης τής Κωνσταντινούπολης στα παγκόσμια δρώμενα, αλλά αν μου επιτρέπετε, υποκύπτω στον πειρασμό να σημειώσω τις παράπλευρες επιπτώσεις αυτού τού γεγονότος. Χωρίς να φανεί παραδοξολογία, νομίζω ότι η νέα παγκόσμια δύναμη, οι Ηνωμένες Πολιτείες, αν και έχουν ως υπόδειγμα όπως λέγεται την Αρχαία Ρώμη, οφείλουν την ύπαρξή τους στη βυζαντινή ιστορία και στο δραματικό τέλος της. Θα αναφέρω επί τροχάδην ότι η εγκατάσταση Τούρκων, Μογγόλων, Μαμελούκων και άλλων Μουσουλμάνων στην Ανατολική Μεσόγειο και στον Πόντο στέρησε και απέκλεισε τους χριστιανικούς στόλους των Δυτικών (Γενοβέζων, Βενετών, Αραγονέζων κ.λπ.) από τους δρόμους τής Ασίας, τους παραδοσιακούς δηλαδή δρόμους τού μεταξιού και των μπαχαρικών, που αποτελούσαν τότε τα πολύτιμα είδη, τις πρώτες σχεδόν ύλες τού διεθνούς διαμετακομιστικού εμπορίου. Η αναζήτηση νέων οδών που θα οδηγούσαν στην Ανατολή, δηλ. στις Ινδίες, παρακάμπτοντας τα μουσουλμανικά κράτη αποτελούσε το κύριο μέλημα των χριστιανικών δυνάμεων τής Μεσογείου. Ο πολυπράγμων Χριστόφορος Κολόμβος, Γενοβέζος, που έζησε και στη Χίο κατά την εκεί γενοβέζικη κυριαρχία, καπετάνιος αυτός με ευρεία ναυτική εμπειρία, θα γνώριζε ασφαλώς τα Μετεωρολογικά τού Αριστοτέλη, τα οποία είχε ήδη μεταφράσει ο Θωμάς Ακινάτης στα μέσα τού 14 ου αιώνα. Σύμφωνα λοιπόν με τα Μετεωρολογικά, η Γη είναι «σφαίρα και πάνυ μικρά». Έτσι μπορείς, συνεχίζει ο Αριστοτέλης, να φθάσεις σε όποιο σημείο θέλεις, ξεκινώντας είτε από την Ανατολή είτε από τη Δύση. Ο Αριστοτέλης κατέληξε στη διαπίστωση αυτή όταν πήγε στην Κύπρο, όπου παρατήρησε, όπως γράφει, ότι οι αστερισμοί στον ουρανό τής Κύπρου δεν είχαν ακριβώς την ίδια θέση που είχαν στον ουρανό τής Ελλάδας, πράγμα που τον οδήγησε στο συμπέρασμα για τη σφαιρικότητα τής Γης. Το γεγονός ότι η Αμερική ονομάστηκε, όπως γνωρίζετε, αρχικά Δυτικές Ινδίες αποδεικνύει, αν μη τι άλλο, τις προθέσεις αυτών που την ανακάλυψαν το 1492, σαράντα δηλαδή μόλις χρόνια μετά την πτώση τής Πόλης. Ακριβώς την ίδια εκείνη χρονιά, οι χριστιανικότατες δυνάμεις τής Ισαβέλλας τής Καθολικής καταλαμβάνουν τη Γρανάδα, τελευταίο προπύργιο των Μουσουλμάνων στην Ευρώπη, και διώχνουν τους Εβραίους από την Ισπανία, στην προσπάθειά τους να επιβάλουν την πρώτη συστηματική εθνοκάθαρση που γνώρισε η Ευρώπη. Πολλοί από τους Εβραίους αυτούς, όπως είναι γνωστό, κατέφυγαν στη Μακεδονία και στη Θεσσαλονίκη, με τους απογόνους τους να έχουν το τραγικό τέλος που τους επεφύλαξε η ναζιστική Γερμανία.

             Είναι λογικό λοιπόν να υποθέσουμε ότι το 1492, περισσότερο ίσως και από το 1453, θεωρείται το τέλος τού Μεσαίωνα για όλη την Ευρώπη και η αρχή τής Αναγέννησης, που παρά το καλλιτεχνικό θαύμα τής Ιταλίας σημαίνει την προοδευτική εγκατάλειψη των λιμανιών τής Μεσογείου σε αντίθεση με τα λιμάνια τού Ατλαντικού, που κατακλύζονται τώρα από τον χρυσό τού αμερικανικού Ελντοράντο, σηματοδοτώντας την αρχή τού Νέου Κόσμου και τής νεώτερης εποχής. Και όλα αυτά την ώρα που οι Έλληνες στενάζουν υπό τον τουρκικό ζυγό.

               Η Ευρώπη των χρόνων αυτών, παρά την αρχαιομάθεια και αρχαιομανία της, αδιαφορεί και αγνοεί το προς την Ελλάδα χρέος της. Έτσι, ένας γερμανικός λαϊκός πίνακας τού 16 ου -17 ου αιώνα, που καταγράφει τα προτερήματα και τα ελαττώματα όλων των λαών τής Ευρώπης, ταυτίζει τους Έλληνες με τους Τούρκους. Και ακόμη περισσότερο, όταν ο Ρακίνας, ο οποίος γνωρίζει τους αρχαίους τραγικούς, γράφει τη Μήδειά του, ρωτά τον Γάλλο πρέσβη που ήταν διαπιστευμένος στην Υψηλή Πύλη, δηλαδή στην Κωνσταντινούπολη, «κατά πού άραγε να πέφτει η Ελλάδα;», αγνοώντας πού βρίσκεται.

              Θα τελειώσω λοιπόν, όπως άρχισα, με τη μνεία τής 29 ης Μαΐου, όχι μόνον τού 1453, γιατί πρέπει να προσθέσω ότι ακριβώς στις 29 Μαΐου τού 1460, πέφτει και ο Μυστράς. Είναι η μέρα που πέφτει όλος ο ελληνικός χώρος.