Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2014

Αν οι τρεις Ιεράρχες ήταν σήμερα δάσκαλοι….

            
Μιχαήλ Δαμασκηνός, Φορητή εικόνα, τέλη 16ου αι.
 
 
               Αν οι τρεις Ιεράρχες ήταν σήμερα δάσκαλοι...
             Μια εργασία διαφορετική, στηριγμένη στο λόγο των μεγάλων Δασκάλων της Παιδείας μας που αξίζει να διαβαστεί από όλους: δάσκαλους , μαθητές, γονείς, κυβερνήτες. Η  Πεμπτουσία της Παιδαγωγικής Επιστήμης, οι βασικές αρχές, οι μέθοδοι διδασκαλίας, οι έπαινοι, οι τιμωρίες,η αγάπη των δασκάλων μέσα από το έργο των πνευματικών φάρων της Ορθοδοξίας και της Παιδείας

             Κανένας δέν μπορεῖ νά ἀρνηθεῖ ὅτι οἱ τρεῖς Ἱεράρχες μποροῦν νά σταθοῦν ὡς ὁδηγοί τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου. Αὐτοί περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλον ἀντιμετώπισαν τόν ἄνθρωπο μέ ἕνα τρόπο ἀκριβῆ καί ὑπεύθυνο. Τόν εἶδαν ὡς ἕνα ὄν μέ ἀπεριόριστη ἀξία, πλασμένο ἀπό τό Θεό γιά νά γίνει Θεός! Δέν τόν μελέτησαν μόνο μέ τή θεωρία, τόν βοήθησαν καί μέ τήν πράξη. Ἡ ζωντανή, ὁλοκληρωμένη καί ἀναγεννημένη προσωπικότητά τους περιέλαβε τόν ἄνθρωπο ὡς σύνολο. Τόν ἄνθρωπο μέ ὅλες τίς ἀξίες του: παιδεία, τέχνη, ἐργασία, κοινωνικότητα, οἰκογένεια, πατρίδα. [1]

            Ἀγάπησαν ὅ,τι ὡραῖο καί ἀληθινό ὑπάρχει στόν ἄνθρωπο. Καί μάλιστα, ἰδιαιτέρως στό νέο ἄνθρωπο. Τό παιδί. Τό μαθητή μας. Γι’αὐτό καί ἡ διδασκαλία τους εἶναι πολύτιμη σέ μᾶς πού καθοδηγοῦμε τό σύγχρονο νέο ἄνθρωπο.
 
 ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗΣ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΩΝ

Σήμερα 3 Σεπτεμβρίου, ἀρχή τοῦ σχολικοῦ ἔτους 20….. καί ὥρα 9.00 π.μ. συνῆλθε στήν πρώτη τακτική του συνεδρίαση ὁ Σύλλογος διδασκόντων τῶν Ἐκπαιδευτηρίων μας «Ἑλληνοχριστιανική Παιδεία» τόν ὁποῖο ἀποτελοῦν οἱ Διδάσκαλοι:
 ■•Βασίλειος, Ἀρχιεπίσκοπος Καισαρείας, ὁ ἐπονομαζόμενος Μέγας
 ■•Γρηγόριος, Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, ὁ ἐπονομαζόμενος Θεολόγος καί
 ■•Ἰωάννης, Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, ὁ ἐπονομαζόμενος Χρυσόστομος

καί ἀφοῦ διαπιστώθηκε ἡ νόμιμη ἀπαρτία, ἄρχισε ἡ συνεδρίαση.

Τό λόγο πῆρε πρῶτος ὁ Βασίλειος καί εἶπε τά ἑξῆς:

              Ἀγαπητοί συνάδελφοι, μιά καί βρισκόμαστε στήν ἀρχή τῆς νέας ἐκπαιδευτικῆς περιόδου, νομίζω πώς καλό θά ἦταν νά χαράξουμε τίς βασικές ἀρχές τοῦ παιδαγωγικοῦ καί διδακτικοῦ μας ἔργου.
             Ἄς μήν ξεχνοῦμε ὅτι σκοπός τῆς ἀγωγῆς εἶναι νά καταστήσει τόν ἄνθρωπο ἀντάξιο τῆς θείας καταγωγῆς του, ἀλλά καί τοῦ θείου προορισμοῦ του. Ὄχι μόνο νά γίνει ἰσχυρή προσωπικότητα γιά νά δράσει καί νά προσφέρει στήν κοινωνία, ἀλλά καί νά κατασταθεῖ «συμπολίτης τῶν ἁγίων καί οἰκεῖος τοῦ Θεοῦ».[2] Ἡ ὁμοίωση πρός τόν Θεό καί τελικά ἡ θέωση πρέπει νά εἶναι ἡ κύρια ἐπιδίωξη τοῦ ἀνθρώπου ἐπί τῆς γῆς καί τῆς ἀγωγῆς του. Ὁ ἄνθρωπος, ὁ κάθε ἄνθρωπος, καί ὁ μικρός μαθητής μας ἐν προκειμένῳ, εἶναι «θεός κεκελευσμένος»[3]. Εἶναι «τό μόνον τῶν ζώων θεόπλαστον»[4], εἶναι «φυτόν οὐράνιον»[5], εἶναι «ὁμοδίαιτος τῶν ἀρχαγγέλων καί φωνῆς θείας ἀκροατής»[6], εἶναι «τῶν ἐπί γῆς ζώων τό τιμιώτατον, τό μετά τούς ἀγγέλους ἐν λογικοῖς τεταγμένον»[7], εἶναι «ὁ εἰκόνι Θεοῦ τετιμημένος»[8].
            Ἐπίσης, ποτέ δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε πόσο εὔπλαστη καί ἀπαλή εἶναι ἡ παιδική ψυχή καί μαλακή σάν τό κερί. [9] Τά μαθήματα ἀρετῆς πού θά ἐντυπωθοῦν στό παιδί ἀπό τήν παιδική ἡλικία εἶναι ἀνεξάλειπτα.[10]

           Συνεχίζει ὁ Χρυσόστομος: Συμφωνῶ ἀπολύτως. Γιατί ἄν στήν ψυχή πού ἀκόμη εἶναι μαλακή καί τρυφερή ἐντυπωθοῦν τά καλά διδάγματα, τότε κανένας δέ θά μπορέσει, ποτέ, νά τά ξεριζώσει[11]. Καί κανένας μή μοῦ λέγει ὅτι τά παιδιά δέν πρέπει νά ἀσχολοῦνται μέ τά ἱερά θέματα καί διδάγματα˙ διότι ὄχι μόνον ἔπρεπε νά ἀπασχολοῦνται μέ αὐτά, ἀλλά καί μόνον αὐτά ἔπρεπε νά σπουδάζουν… Καί διότι αὐτή κυρίως ἡ ἡλικία τέτοια χρειάζεται μαθήματα. Διότι, λόγῳ τοῦ ὅτι εἶναι ἁπαλή, γρήγορα δέχεται μέσα της τά λεγόμενα, ὡσάν αὐτά πού ἀκούει νά ἐντυπώνεται ἡ σφραγίδα στό κερί. Ἐξάλλου τότε, στήν παιδική ἡλικία ἀρχίζει ὁ βίος νά ἀποκλίνει εἴτε στήν κακία εἴτε στήν ἀρετή. Ἄν λοιπόν κανείς ἀπ’ αὐτό τό ξεκίνημα καί τά πρόθυρα τῆς ζωῆς ἀπομακρύνει τά παιδιά ἀπό τήν πονηρία καί τά χειραγωγήσει στήν ἄριστη ὁδό, θά τά στερεώσει στό ἑξῆς σάν σέ συνήθεια κάπως καί φύση τῆς ἀρετῆς˙ μέ τή θέλησή τους ἑπομένως δέ θά μεταβληθοῦν εὔκολα πρός τό χειρότερο, ἐφόσον αὐτή ἡ συνήθεια θά τά ἐλκύει πρός ἐργασία τῶν ἀγαθῶν. Ἔτσι θά γίνουν πιό σεβαστοί ἀπό ἐμᾶς καί χρησιμότεροι στά θέματα τῆς πολιτείας, ἀφοῦ θά ἐπιδεικνύουν τά χαρίσματα τῶν πρεσβυτέρων στή νεανική τους ἡλικία.[12] Ἐξάλλου, ποιά μεγαλύτερη τέχνη ὑπάρχει ἀπ’αὐτή, τί μπορεῖ νά ἐξισωθεῖ μέ τό νά ρυθμίζεις τήν ψυχή  καί νά διαπλάθεις τό νοῦ ἑνός ἀνθρώπου; [13]

              Τό λόγο παίρνει ὁ Γρηγόριος: Ἡ ἀγωγή εἶναι τέχνη τῶν τεχνῶν καί ἐπιστήμη τῶν ἐπιστημῶν καί ἔχει σκοπό νά δώσει στήν κοινωνία καλούς χριστιανούς. Κυρίως ὅμως σκοπός τῆς ἀγωγῆς εἶναι «νά τηρηθεῖ ἡ εἰκόνα καί νά ἐξομοιωθεῖ πρός τό ἀρχέτυπον».[14]

             Ἰωάννης: Ναί, ἀλλά νά μήν ξεχνᾶμε ποτέ ὅτι ἡ ἀγωγή, λόγῳ τῆς ἀστάθειας πού χαρακτηρίζει τά παιδιά καί τούς νέους, δέν ἔχει ἄμεσα ἀποτελέσματα. Οἱ στόχοι της εἶναι μακροπρόθεσμοι.Ὁ παιδαγωγός βλέπει περισσότερο τό μέλλον τοῦ παιδιοῦ καί λιγότερο τό παρόν. Γι’ αὐτό καί δέν παρασύρεται, οὔτε ἀπογοητεύεται ἀπό τίς τωρινές παρεκτροπές τοῦ παιδιοῦ, ἀλλ’ αἰσιοδοξεῖ πάντοτε καί ἐλπίζει. Ὁ καλός παιδαγωγός σπέρνει ταπεινά καί μέ ὑπομονή τό σπόρο τοῦ καλοῦ καί ἀναθέτει τήν καρποφορία στήν καλή θέληση τοῦ παιδιοῦ, στήν πάροδο τοῦ χρόνου καί στή χάρη τοῦ Θεοῦ.

 
Ἡ σχέση δασκάλου καί μαθητή

             Ἰωάννης: Ἄς δοῦμε ὅμως τώρα πῶς θά γίνει ἀποδοτική ἡ διδασκαλία μας.Τό νά ἀγαπᾶ ὁ δάσκαλος τό μαθητή, τό “φιλεῖν καί φιλεῖσθαι” εἶναι τό κύριο στοιχεῖο πού κάνει ἀποδοτική τή διδασκαλία. Νομίζω, ἀγαπητοί συνάδελφοι, ὅτι πρέπει νά ξεπεράσουμε σέ φιλοστοργία τούς φυσικούς πατέρες! Ὁ λόγος μας πρέπει νά εἶναι ἀνθρώπου πού διδάσκει μᾶλλον, παρά ἐλέγχει, πού παιδαγωγεῖ, παρά τιμωρεῖ, πού βάζει τάξη, παρά πού διαπομπεύει, πού διορθώνει παρά πού ἐπεμβαίνει στή ζωή τοῦ μαθητή. Τό κάθε παιδί ἄς τό ἀντιμετωπίζουμε μέ διαφορετικό σύστημα ἀγωγῆς, ἀφοῦ εἶναι μιά ξεχωριστή προσωπικότητα.”[15] Ἡ σχέση παιδαγωγοῦ – μαθητῆ εἶναι μιά σχέση ἐλευθερίας καί δημιουργίας. Ὀφείλουμε νά σεβόμαστε πρώτιστα ἐμεῖς τό δῶρο τῆς ἐλευθερίας, πού χάρισε ὁ Δημιουργός στά παιδιά καί νά μή φυλακίζουμε τίς ἀνησυχίες τους.

              Γρηγόριος: Ἡ Παιδεία πρέπει νά εἶναι δρόμος ἀπελευθέρωσης καί ὄχι δουλείας, ὄχι καθημερινός θάνατος καί μιζέρια! Ἄς κάνουμε τήν Παιδεία ὅπλο δικαιοσύνης καί ὄχι θανάτου”, [16]
 
 Ἑλληνοχριστιανικά γράμματα.

             Ἄς μήν ξεχνοῦμε, συνεχίζει ὁ Χρυσόστομος, ὅτι δέ σφυρηλατοῦμε χάλκινα ἀντικείμενα, τά ὁποῖα δέχονται παθητικά τά χτυπήματα τοῦ σφυριοῦ καί τά ὁποῖα θά βρεῖ ὁ τεχνίτης στήν κατάσταση στήν ὁποία τά ἄφησε. Σφυρηλατοῦμε ψυχές, οἱ ὁποῖες δέχονται ἤ δέ δέχονται τή διδασκαλία καί ἀντιδροῦν ποικιλοτρόπως. Κατά συνέπεια, ἄλλα πρέπει νά προσφέρουμε στή μιά περίπτωση, ἄλλα στήν ἄλλη. Ἄλλα στό πρῶτο στάδιο τῆς μαθήσεως, ἄλλα στά ἑπόμενα.

            Βασίλειος: Ἡ προσθήκη τῶν νέων γνώσεων πρέπει νά γίνεται σιγά –σιγά καί σύμμετρα. Νά προχωροῦμε ἀπό τό ἁπλούστερα στά δυσκολότερα, ἀφοῦ εἶναι δύσκολο νά διδαχθεῖ κανείς τά μεγάλα πρίν ἀπό τά μικρά.[17]

 
Ἐξατομίκευση τῆς διδασκαλίας.

            Ναί, ἀλλά νά λάβουμε ὑπόψη μας καί τή διαφορετικότητα τοῦ κάθε μαθητή μας, προσθέτει ὁ Γρηγόριος. Ὅπως καί στίς ἀρρώστιες τοῦ σώματος, δέ δίνει ὁ γιατρός τό ἴδιο φάρμακο σέ ὅλους, ἔτσι καί στίς ψυχές, μέ ξεχωριστό λόγο καί τρόπο ἀγωγῆς νά τούς ἀντιμετωπίσουμε.[18]

 
Εὐχάριστος ὁ τρόπος τῆς διδασκαλίας.

            Βασίλειος: Νά γίνεται μέ εὐχάριστο τρόπο ἡ διδασκαλία μας. Μάθημα πού γίνεται μέ τό ζόρι, δέν μπορεῖ ν’ἀφήσει τίποτε, ἀλλά ἐκεῖνα πού διδάσκονται μέ χάρη και εὐχαρίστηση μπαίνουν στίς ψυχές τῶν παιδιῶν μας, παραμένουν γιά μεγάλο χρονικό διάστημα στό νοῦ τῶν μαθητῶν μας.[19]

 
Ἐποπτεία

           Συμπληρώνει ὁ Χρυσόστομος: Νά χρησιμοποιοῦμε τήν ἀρχή τῆς ἐποπτείας καί ἐποπτικά μέσα. Νά μή χρησιμοποιοῦμε γενικότητες, ἀλλά μέ παραδείγματα νά διασαφηνίζουμε τά ὅσα διδάσκουμε. Νά διδάσκουμε ἐποπτικῶς, διότι τά πράγματα εἶναι πιό ἰσχυρά ἀπό τά ὀνόματα, ἀφοῦ ὕστερα ἀπό τά πράγματα δόθηκαν τά ὀνόματα. Γιατί τίποτε δέν εἶναι ψυχρότερο ἀπό τό δάσκαλο, πού μόνο μέ τά λόγια φιλοσοφεῖ.

 
Ἡ αὐτενέργεια.

            Βασίλειος: Ὁ μαθητής εἶναι ἀνάγκη νά βάζει τό χέρι του στό ἔργο. Νά ἔρχεται στήν αἴθουσα μέ ἐνδιαφέρον γιά τήν ἐξέταση τῶν προβλημάτων καί νά συμμετέχει στό ἀγώνισμα τοῦ μαθήματος. Νά διεγείρει τό πνεῦμα του, ὥστε νά θέτει ὑπό ἔλεγχο καθετί πού διδάσκεται, νά τόν ἐνθαρρύνει δέ ὁ διδάσκαλος νά συνεχίσει μόνος του τήν ἔρευνα γιά τήν ἀνεύρεση τῆς ἀλήθειας, γιατί ὅ,τι μέ κόπο ἀποκτᾶ καθείς, αὐτό καί μετά χαρᾶς ἀποδέχεται καί ἐπιμελῶς διαφυλάττει.[20]

 
Μεθοδολογία  – διδακτική.

            ’Ιωάννης: Ἄριστη εἶναι ἡ διδασκαλία ὅταν ὁ δάσκαλος ἐπαναλαμβάνει τή διδασκαλία του ὡσότου γίνει  καταληπτή.[21] Δέν παραδίδουμε μεμιᾶς τά πάντα, ἀλλά τά ἐπαναλαμβάνουμε γιά νά ἐντυπωθοῦν καλύτερα στό νοῦ τῶν μαθητῶν μας. Οὔτε πολλή ὕλη νά τά φορτώνουμε, γιατί θά εἶναι πολύ δύσκολο νά τά θυμοῦνται ὅλ’αὐτά. Ἀλλά καί γιατί ὑπάρχει φόβος νά γίνουν λιγότερο ἐνεργητικοί καί περισσότερο νωθροί ἀπό τίς δυσκολίες πού θά συναντήσουν.[22]

          Γρηγόριος: Δέν εἶναι πιό ὠφέλιμη ἡ ραγδαία βροχή ἀπ’ ἐκείνη πού πέφτει ἤρεμα, γιατί ἡ μιά με τήν ὀρμητικότητά της παρασύρει τό ἔδαφος, ἐνῶ ἡ ἄλλη εἰσχωρεῖ βαθιά σ’αὐτό, φτάνει στίς ρίζες καί τό καθιστᾶ γόνιμο.[23]

          Βασίλειος: Ἄς μιμηθοῦμε τούς οἰκοδόμους, πού ὅταν κτίζουν μιάν οἰκοδομή, ἀφοῦ θέσουν τά θεμέλια, τοποθετοῦν τούς λίθους. Ἔτσι ἄς οἰκοδομήσουμε καί τό πνεῦμα.[24]

 
 
Ἔλεγχος, ποινές, ἔπαινος.

            Βασίλειος: Ἕνα πολύ σοβαρό θέμα πού πρέπει νά συζητήσουμε εἶναι τό πῶς θά ἀντιμετωπίσουμε τίς προβληματικές συμπεριφορές τῶν μαθητῶν μας. Κάθε σφάλμα χρειάζεται διαφορετική ἀντιμετώπιση. Ἄλλοτε εἶναι καιρός γιά ταπεινοφροσύνη, ἄλλοτε γιά ἐξουσία, ἄλλοτε γιά ἔλεγχο, ἄλλοτε γιά παρηγοριά, πότε γιά καλωσύνη καί πότε γιά ἀποστομία κ.λ.π.[25]

             Γρηγόριος: Ὅπως στά σώματα δέν προσφέρεται ἡ ἴδια τροφή καί τά ἴδια φάρμακα, ἔτσι καί τά ἐλαττώματα τῶν ἀνθρώπων, δέν ἀντιμετωπίζονται μέ τόν ἴδιο τρόπο. Ἄλλοι εἶναι ὀκνηροί καί δυσκίνητοι, ὁπότε χρειάζεται νά τούς κεντρίζουμε, ἐνῶ ἄλλοι εἶναι θερμόαιμοι καί βιαστικοί, ὁπότε χρειάζονται χαλινάρι. Ἄλλους ὠφελεῖ ὁ ἔπαινος καί ἄλλους ἡ ἐπίπληξη, ὅταν καί τά δύο γίνονται τήν κατάλληλη στιγμή. Ἄλλους διορθώνει ἡ παρηγοριά καί ἄλλους ἡ ἐπίπληξη.[26]

           Ἰωάννης : Ἀρχή τῶν τιμωριῶν πρέπει νά εἶναι τό μέτρο καί ἡ σύνεση, ὄχι ἡ ἀκρότητα καί ἡ ὑπερβολή. Ἄν δεῖς παράβαση τοῦ παιδιοῦ, νά τό τιμωρεῖς, ἄλλοτε μέν ἀτενίζοντας αὐτό μέ βλέμμα αὐστηρό, ἄλλοτε λέγοντας πικρά κι ἐπιτημητικά λόγια καί ἄλλοτε μέ λόγια καλά καί ὑποσχέσεις. Ἀκόμη, ἄν μιλήσεις μία φορά καί δέν πείσεις, κι ἄν συμβουλέψεις καί δεύτερη καί τρίτη καί πολλές φορές, μήν ἀποκάμεις νά ἐπαναλαμβάνεις τά ἴδια λόγια, χωρίς ὅμως δυσαρέσκεια, ἀλλά χαριτολογώντας.[27] Ὁ καλός δάσκαλος δέν κραυγάζει, δέν ὀργίζεται, δέν ἀποθηριώνεται· ἔχει ὑπομονή, ἐπιμονή καί ἐγκαρτέρηση. Δέ σέ ἔπεισα σήμερα, αὔριο ἴσως τά καταφέρω, ἄς ποῦμε στούς μαθητές μας. Ἀλλά ἄν ὄχι αὔριο, μπορεῖ καί μεθαύριο ἤ καί τήν ἑπομένη ἴσως. Αὐτός πού σήμερα ἄκουσε καί περιφρόνησε, ἴσως αὔριο ν’ἀκούσει τή διδασκαλία μας καί νά τήν ἀποδεχτεῖ. Ἤ κι ἀκόμη μετά ἀπό πολλές ἡμέρες νά προσέξει τά ὅσα τοῦ εἴπαμε. Γιατί καί ὁ ψαράς πολλές φορές κατά τή διάρκεια τῆς ἡμέρας ἄδεια ἀνεβάζει τά δίκτυα του καί τό ἀπόγευμα λίγο προτοῦ ἐπιστρέψει τό λιμάνι πιάνει τό ψάρι πού ὅλη τήν ἡμέρα τοῦ ξέφευγε. Κι ὁ γεωργός ἀκόμη, ἐάν γιά χάρη τῶν κακῶν καιρικῶν συνθηκῶν πού τυχόν καί μιά καί δυό καί πολλές φορές καθημερινά προκύπτουν παρατήσει τή δουλειά του, ἀπό τήν πείνα θά πεθάνουμε ὅλοι.

              Κι ἴσως μέ ρωτήσετε: Πῶς θά τό ἐπιτύχουμε αὐτό; Κι ἐμεῖς οἱ δάσκαλοι ἄνθρωποι εἴμαστε καί μπορεῖ νά θυμώσουμε. Σωστά, θά τό πετύχουμε αὐτό ἄν ὅσο περισσότερο γίνεται, ὁ λόγος μας νά εἶναι λόγος ἀνθρώπου, πού διδάσκει μᾶλλον παρά πού ἐλέγχει, πού παιδαγωγεῖ, παρά τιμωρεῖ, πού βάζει τάξη παρά πού διαπομπεύει, πού διορθώνει παρά πού ἐπεμβαίνει στή ζωή τοῦ ἄλλου.[28] Ὁ δάσκαλος προπάντων πρέπει νά διδάσκει καί νά παιδαγωγεῖ μέ πραότητα, διότι μία ψυχή πού ἔχει ἀνάγκη νά μάθει, δέν εἶναι δυνατό νά μάθει κάτι ὠφέλιμο ὅταν αὐτό προσφέρεται μέ θρασύτητα καί ἐριστικότητα. Ἀκόμη κι ἄν ἔχει τή διάθεση νά προσέξει θά αἰσθανθεῖ δύσκολα καί δέ θά μάθει τίποτε. Ἐκεῖνος πού θέλει νά μάθει κάτι ὠφέλιμο, πρίν ἀπ’ὅλα τ’ἄλλα πρέπει νά διάκειται εὐμενῶς πρός τόν δάσκαλο. Ὅπως εἶναι γνωστό, κανείς δέν αἰσθάνεται εὐχάριστα ἀπέναντι σ’ἐκεῖνον πού βρίζει μέ θράσος.[29]

           Βασίλειος: Νά ἐλέγχουμε μέ πολλή περίσκεψη, γιά νά μήν καταλήξουμε στό ἀντίθετο ἀποτέλεσμα. Νά μήν εἴμαστε αὐστηροί στίς ἐπιτιμήσεις μας καί νά μήν ἐλέγχουμε ἀμέσως καί μέ ἐμπάθεια, οὔτε νά καταδικάζουμε τόν ἄλλο γιά μικρά σφάλματα σάν νά εἴμαστε οἱ ἴδιοι ἀκριβοδίκαιοι. Ἐγώ κρίνω ὅτι κάνει τό ἴδιο σφάλμα κι ἐκεῖνος πού δέν ἐπιπλήττει τούς σφάλλοντες καί ἐκεῖνος πού εἶναι ὑπερβολικός στίς τιμωρίες.[30]

            Γρηγόριος: Στό φόβο ἄς ἀναμίξουμε τήν ἠπιότητα. Νά μετριάσουμε τήν ἀπειλή μέ τήν ἐλπίδα. Γνωρίζω πώς ἡ καλωσύνη ἐπιτυγχάνει πολλά καί παρακινεῖ στήν ἀνάλογη ἀνταπόδοση.[31]

            Ἰωάννης: Κι ἄν ἀκόμη οἱ ἔπαινοι δέν εἶναι ἀπολύτως δίκαιοι, χρησιμοποιοῦνται κατ’οἰκονομίαν, διότι προετοιμάζουν τό ἔδαφος γιά ν’ἀκολουθήσουν τά λόγια μας. Διότι ἐκεῖνος πού ἀπό τήν  ἀρχή ἀπευθύνει συστάσεις πού δυσαρεστοῦν, ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νά μήν τόν ἀκοῦν οἱ ἀδύνατοι κατά τή θέληση.[32] Γενικά, τίς προτροπές πρός τό καλό νά τίς κάνουμε μαζί μέ ἐπαίνους, διότι ἔτσι γίνονται καί εὐπρόσδεκτες, ὅταν δηλαδή ὑποκινοῦμε τό ζῆλο αὐτῶν τῶν ἴδιων πού συμβουλεύουμε.[33] Πές του, γιά παράδειγμα, ἕνα μικρό ἔπαινο, πού μπορεῖς νά πλέξεις ἀπό τά ἄλλα προτερήματα πού ἔχει. Ἔτσι, ἀφοῦ τόν περιβάλλεις μέ θερμά λόγια, προχώρησε στή θεραπεία τῆς πληγῆς… Κατηγόρησε τό ἀνθρώπινο γένος, στό ὁποῖο ἀνήκουμε ὅλοι, τόνισε ὅτι ὅλοι ζοῦμε μέσα στήν ἁμαρτία… Ἔπειτα, ὅταν συμβουλεύεις, νά μή διατάζεις, ἀλλά νά συμβουλεύεις ἀδελφικά. Καί ἀφοῦ μέ ὅλα αὐτά καταπραῢνεις τή φλεγμονή καί ἀνακουφίσεις τόν πόνο, πού θά προκαλέσει ὁ ἔλεγχος πού θά ἀκολουθήσει…, καί τόν παρακαλέσεις νά μή θυμώσει, τότε ἄνοιξε τήν πληγή, φανέρωσε, δηλαδή, τό σφάλμα του, ἀλλά μέ τέτοιο τρόπο, ὥστε οὔτε νά τόν καταπιέζεις, γιατί θά ἀντιδράσει καί θά φύγει, οὔτε νά τόν ἀποκοιμίζεις, γιατί τότε θά δείξει ἀδιαφορία καί περιφρόνηση. Διότι ἄν δέν ἐνεργήσεις ἀποτελεσματικά, δέ θά πετύχεις τίποτε· ἄν πάλι ἐλέγξεις μέ σφοδρότητα, θά τοῦ δώσεις ἀφορμή νά ἀγανακτήσει καί νά φύγει. Γι’ αὐτό καί μετά ἀπό ὅλα αὐτά, ὅταν πρόκειται νά ἐλέγξεις, νά συνδυάζεις τούς ἐλέγχους καί πάλι τόν ἔπαινο.[34]

              Νά δώσουμε πολλή σημασία στήν ἐνθάρρυνση. Ἐκεῖνος πού δέν κατόρθωσε ἀπολύτως τίποτε, γίνεται ὀκνηρός καί χάνει γρήγορα τό θάρρος του. Ἐκεῖνος ὅμως πού συνειδητοποίησε ὅτι ἐκτέλεσε μέ ἐπιτυχία ἔστω μία ἐντολή, παίρνοντας ἀπ’ αὐτή θάρρος, θά προχωρήσει μέ μεγαλύτερο ζῆλο πρός τήν πραγματοποίηση καί τῶν ὑπολοίπων.[35]

              Ὅσο γιά τίς τιμωρίες, πρέπει νά ἐξετάζουμε μέ μεγάλη ἀκρίβεια καί νά μήν καταδικάζουμε αὐτούς πού σφάλλουν μόνο ἀπό ὅσα ἀκούσαμε, οὔτε νά βγάζουμε ἀποφάσεις χωρίς ἀποδείξεις.[36] Δέν εἶναι μικρή παρηγοριά τό νά γνωρίζεις καί νά συναισθάνεσαι ὅτι τιμωρεῖσαι δίκαια.[37]

             Βασίλειος: Κυρίως δέν πρέπει νά ὀργιζόμαστε ἐναντίον ἐκείνων πού σφάλλουν, διότι αὐτό δείχνει ἐμπάθεια. Ἰδιαίτερα νά προσέχουμε νά μή γινόμαστε πιό αὐστηροί ὅταν ἔχουν προσβάλλει ἐμᾶς τούς ἴδιους.[38]

              Ἰωάννης: Κι ὁπωσδήποτε ἄς εἴμαστε φειδωλοί στίς τιμωρίες. Ἄν τό παιδί μάθει νά παιδαγωγεῖται μόνο μέ τήν τιμωρία, θά μάθει νά περιφρονεῖ τίς τιμωρίες καί τότε ὅλα πᾶνε χαμένα… Ἐπίσης ἡ ἀπειλή τότε εἶναι ἀποτελεσματική ὅταν τό παιδί πιστεύει ὅτι θά πραγματοποιηθεῖ… Ὅταν δεῖς ὅμως ὅτι ὁ φόβος τόν ὠφέλησε, χαλάρωσε τήν αὐστηρότητα, διότι ἡ ἀνθρώπινη φύση ἔχει ἀνάγκη καί ἀπό ἐπιείκεια.[39] Ἄς ἀπορρίψουμε λοιπόν τήν παιδαγωγική τοῦ φόβου. Δέν εἶναι δυνατό νά γίνει κανείς κάποιος καλός μέ τή βία. Ἐκεῖνος πού ἔγινε καλός μέ τήν καταπίεση, δέ θά μείνει πάντοτε καλός! Ἀλλά μόλις ἀπαλλαγεῖ ἀπό τόν καταναγκασμό, θά ἐπιστρέψει στίς κακές του συνήθειες. Ἀντιθέτως, ἐκεῖνος πού παιδαγωγεῖται μέ τέτοιον τρόπο, ὥστε νά γίνει καλός μέ τήν ἐλεύθερη ἀπόφασή του, ἀφοῦ θά γίνει καλός, θά μείνει στό καλό ἀμετακίνητος.[40]

             Γρηγόριος : Καλό εἶναι νά τιμωρεῖται ὁ μαθητής γιά νά ἀποφεύγει δεύτερο σφάλμα. [41]

             Ἰωάννης: Ἄν δέν ἐπιτιμᾶμε τούς μαθητές πού σφάλουν, εἶναι ἐπιζήμιο καί γιά τό δάσκαλο καί γιά τό μαθητή. Νά φοβᾶται μέν πάντοτε μήπως φάει ξύλο, ἀλλά νά μή δέρνεται! Νά ἀπειλεῖται μέ μαστίγιο, ἀλλά νή μήν τίς τρώει! Κάθε ἀπειλή νά μή φθάνει στό νά πραγματοποιηθεῖ! [42] ’Εξάλλου, ποιός ἔμαθε γράμματα χωρίς φόβο; Νά συμβουλεύουμε μέ πολλή ἀγάπη, μέ πραότητα καί ἐπιείκεια κι ὅταν τό παιδί εἶναι ἤρεμο. Νά προηγεῖται ὁ ἔπαινος καί ν’ἀκολουθεῖ ἡ συμβουλή. Ἀντί νά συμβουλεύουμε, μποροῦμε νά μακαρίζουμε ἐκείνους πού ἔχουν τήν ἀντίθετη μέ τήν κακία τοῦ παιδιοῦ, ἀρετή. Μέ τόν τρόπο αὐτό, λέμε αὐτό πού ἐπιθυμοῦμε, χωρίς νά θίγουμε ἐκεῖνον πού ἀκούει, ἐφόσον δέν ἀναφερόμαστε προσωπικά σ’αὐτόν καί στό παράπτωμά του. Τό παιδί πού θά ἀντιδράσει καί σ’ αὐτόν τόν τρόπο, εἶναι βέβαιο ὅτι πολύ περισσότερο θά ἀντιδράσει στή συμβουλή πού θά τοῦ ἀπευθύνουμε προσωπικά σ’αὐτό.

              Ἐπιπλέον, γιά μερικά πράγματα πρέπει νά διδάσκουμε τά παιδιά καί νά δίνουμε ὁδηγίες καί γιά ἄλλα πρέπει νά δίνουμε ἐντολές. Ἄν λοιπόν διατάζουμε ἐκεῖ  πού νά συμβουλέψουμε ἤ συμβουλεύουμε, ὅταν εἶναι ἀνάγκη νά διατάξουμε, θά γίνουμε καταγέλαστοι!

             Τέλος, ἄς μήν ξεχνᾶμε ποτέ ὅτι ἡ συμβουλή μας πρέπει νά συνοδεύεται καί ἀπό προσευχή! Οἱ συμβουλές πού ἐμπνεέονται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα καί στηρίζονται στήν Ἁγία Γραφή, εἶναι οἱ ἀποτελεσματικότερες! Ὕστερα, ὁ δάσκαλος δέν πρέπει μόνο νά παροτρύνει στό καλό, ἀλλά καί νά προσεύχεται καί νά βοηθεῖ μέ τή θερμή δέησή του, ὥστε νά μήν καταποντισθοῦν οἱ μαθητές του, οὔτε νά παρασυρθοῦν ἀπό τά ἀπατηλά συνθήματα. Αὐτός πού μᾶς λύτρωσε ἀπό τό κακό μέ τρόπο θαυμαστό, πού δέν μπορεῖ νά τόν κατανοήσει ἀνθρώπινος νοῦς, αὐτός ἔχει τή δύναμη νά μᾶς διαφυλάξει καί νά μᾶς διασφαλίσει –κι ἐμᾶς καί τά παιδιά- ἀπό κάθε κακό.

              Βασίλειος: Ἀσφαλῶς! Δέν μᾶς ἐνδιαφέρει ἁπλῶς καί μόνο νά ἐξαλειφθεῖ πάσῃ θυσίᾳ ἡ κακή συμπεριφορά, ἀλλά νά δώσουμε σημασία στήν προσωπικότητα τοῦ παιδιοῦ. Διότι πρόκειται γιά εἰκόνα Θεοῦ. Γιά παράδειγμα, ὅταν μᾶς ρωτᾶ κάτι δέν πρέπει νά ἀπαντοῦμε ἀπρόθυμα, διότι αὐτό δείχνει περιφρόνηση πρός τόν ἀδελφό μας καί ἔτσι προσβολή πρός τόν Θεό.[43] Καί μιά κι ἔχουμε πληροφορίες καί γιά ρατσιστική συμπεριφορά πρός κάποιους μαθητές μας ἀπό συμμαθητές τους, ἄς κάνουμε εἰδικά μαθήματα στούς μαθητές μας γιά νά ἐξαφανισθοῦν ἐντελῶς οἱ φυλατικές αὐτές διακρίσεις. Γιατί γνωρίζουμε τούς ἑαυτούς μας καί καταλαβαίνουμε ὅτι ὑπάρχει ὁμοτιμία τοῦ ἑνός ἀνθρώπου πρός τούς ἄλλους καί αὐτό προέρχεται ἀπό τή φύση του. Γιά μᾶς τούς χριστιανούς δέ συνιστᾶ ὑπεροχή τό γένος ἤ ἡ καταγωγή, οὔτε ὁ πλοῦτος, οὔτε τό χρῶμα  καί ἡ κατασκευή τοῦ σώματος, ἀλλά ὑπεροχή συνιστᾶ ὁ βαθμός τοῦ φόβου πού ἔχουμε πρός τόν Θεό. [44] Ἡ μόνη διάκριση πού ἐπιτρέπεται στή χριστιανική κοινωνία εἶναι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, ὁ βαθμός τῆς ἀρετῆς, ὁ βαθμός τῆς τελειώσεως καί τοῦ ἁγιασμοῦ. Ὅποιος πλεονεκτεῖ σ’αὐτά πράγματι εἶναι ξεχωριστός στά μάτια τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἀνθρώπων. Κατά τά ἄλλα, οἱ πάντες εἴμαστε συγγενεῖς, ὅλοι ἀδέλφια, παιδιά ἑνός Πατέρα, τοῦ Θεοῦ.[45]

              Ἰωάννης: Πολλοί μαθητές μας παραπονιοῦνται πώς τούς φερόμαστε μέ τρόπο πού μᾶς κάνει ἀνάξιους σεβασμοῦ. Κι ἔχουν δίκιο γιατί ἐμεῖς εἴμαστε πρότυπο γι’ αὐτούς κι ἐκεῖνοι προσπαθοῦν νά ἐξομοιώσουν τή συμπεριφορά τους μέ τή δική μας.[46]

               Βασίλειος : Πράγματι, εἶναι καθοριστική ἡ δύναμη τοῦ παραδείγματος. Ἡ ἀξιοπιστία τοῦ δασκάλου καθιστᾶ εὐπρόσδεκτο τό λόγο του καί προετοιμάζει τούς μαθητές νά προσέξουν περισσότερο.[47] Εἶναι γενική ἀρχή, ὅτι ἐκεῖνος πού ἄρχεται, γίνεται ὅ,τι κι ἐκεῖνος πού ἐπιστατεῖ καί ἄρχει. Ἐκεῖνος, λοιπόν, πού παιδαγωγεῖ πρέπει νά θυμᾶται τήν ἐντολή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: “Τύπος γίνου τῶν πιστῶν”, παρέχοντας ὡς ὑπόδειγμα τή δική του ζωή. Ἀκόμη κι ὅταν σιωπᾶ ὁ δάσκαλος, τό παράδειγμα τῶν ἔργων του θά εἶναι διδασκαλία, ἰσχυρότερη ἀπό κάθε προφορικό λόγο.

               Γρηγόριος: Ἄριστη διδασκαλία εἶναι τό νά διδάσκεται κανείς μέ ἔργα καί λόγια κι ὄχι μόνο μέ λόγια. Ἤ νά μή διδάσκεις καθόλου ἤ νά διδάσκεις μέ τή συμπεριφορά σου. Νά μήν προσελκύεις μέ τό ἕνα χέρι καί μέ τό ἄλλο νά ἀπωθεῖς. Θά ‘χεις λιγότερη ἀνάγκη ἀπό λόγια, ὅταν πράττεις ἐκεῖνα πού πρέπει· ὁ ζωγράφος διδάσκει πιό πολύ μέ τίς ἀνάγλυφες εἰκόνες του.[48] Νά γίνεις σοφός, γιά νά κάνεις τούς ἄλλους σοφούς. Νά γίνεις φῶς, γιά νά φωτίζεις. Ν’ἀγγίξεις τό Θεό, γιά νά φέρεις κι ἄλλους σ’ Αὐτόν. Ν’ ἁγιαστεῖς, γιά νά ἁγιάσεις…

              Ἰωάννης: Ἐκεῖνος πού διδάσκει ἄλλους, ἄν δέν ὠφελεῖται τίποτε ἄλλο, τουλάχιστον λέγοντας συγκινεῖται βαθιά, καί μάλιστα ὅταν βλέπει ὅτι εἶναι ὑπεύθυνος γι’αὐτά γιά τά ὁποῖα ἐπικρίνει τούς ἄλλους.[49] Ποιό εἶναι λοιπόν τό ὄφελος τῆς διδασκαλίας ὅταν δέ διδάσκουμε καί δέν διορθώνουμε τούς ἑαυτούς μας;[50] Ὁ δάσκαλος πρέπει πρῶτα νά εἶναι δάσκαλος τοῦ ἑαυτοῦ του καί μετά τῶν ἄλλων. Ὅπως ἀκριβῶς ὁ στρατηγός, ἄν δέν γίνει προηγουμένως ἄριστος στρατιώτης, δέν θά μπορέσει ποτέ νά γίνει στρατηγός, ἔτσι καί ὁ δάσκαλος.[51]

 
ΑΓΑΠΗ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΑΘΗΤΗ

            Γρηγόριος: Ἡ ἀγάπη μας πρός τό μαθητή πρέπει  νά ἔχει δυό διαστάσεις. Ἡ μιά ὁπλίζει τό δάσκαλο μέ ὑπομονή καί αἰσιοδοξία κι ἡ ἄλλη ἀσκεῖ μεγάλη μορφωτική ἐπίδραση στίς ψυχές τῶν παιδιῶν. Τίποτε δέν προσελκύει τό μαθητή περισσότερο, ἀπό τό νά αἰσθάνεται ὅτι ὁ δάσκαλός του τόν ἀγαπᾶ καί φροντίζει γι’ αὐτόν. Ἐνθουσιάζεται ὁ μαθητής, ὅταν βλέπει πώς ὁ δάσκαλος τόν πλησιάζει καί δέν τόν περιφρονεῖ.

             Ναί, ἀναμφίβολα, εἶναι μεγάλος δάσκαλος ἡ ἀγάπη, τονίζει ὁ Χρυσόστομος. Εἶναι ἰκανή κι ἀπό τήν πλάνη νά ἀπομακρύνει καί τή συμπεριφορά νά διορθώσει καί σέ ἀνώτερη ζωή νά ὁδηγήσει. Ἡ ἀγάπη δέν κάνει τίποτε ἄσχημο, ἀλλά μέ τά χρυσά της φτερά, σκεπάζει τά σφάλματα τῶν ἀγαπημένων. Ἡ ἀγάπη δέν παραχωρεῖ τό περίσσευμα, ἀλλά χαρίζει τόν ἑαυτό της.

 
«ΕΝ ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΝΟΥΘΕΣΙΑ ΚΥΡΙΟΥ»
 
             Ιωάννης: Ἐπιτρέψτε μου νά προσθέσω καί κάτι ἀκόμη. Νομίζω ὅτι πρέπει νά ἐπιστήσουμε τήν προσοχή των γονέων ὄχι μόνο νά ἐκπαιδεύουν τά παιδιά τους στίς τέχνες καί τό σχολεῖο, ἀλλά καί νά τά ἐκπαιδεύουν “ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου”. Νά προσέχουν τίς συναναστροφές τους, γιά νά ἐλέγχουν τί λέγεται ἐκεῖ καί τί μαθαίνει τό παιδί. Δέν πρέπει ν’ἀφήσουν τόν ὁποιοδήποτε νά γίνει οἰκοδόμος τοῦ ψυχικοῦ κόσμου τῶν παιδιῶν τους. Νά τούς προτείνουμε νά τούς διαβάζουν διηγήσεις ἀπό τήν Ἁγία Γραφή. Δέν ἐπιτρέπεται στά παιδιά νά τρέφονται μέ παραμύθια μωρά κατάλληλα γιά γριές. Π.χ. τί ἔκανε ὁ ἕνας καί τί ἀνταπέδωσε ὁ ἄλλος. Νά διηγούμαστε ἱστορίες ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, π.χ. τοῦ Κάιν καί τοῦ Ἄβελ καί μάλιστα νά καταγλυκαίνουμε τή διήγηση, ὥστε νά τή δέχεται τό παιδί καί νά αἰσθάνεται χαρά καί τερπνότητα. Νά τά ἐπαναλαμβάνουμε συχνά καί μάλιστα ὅταν καταλάβει τό διήγημα, τότε νά τοῦ ποῦμε: “Βλέπεις πόσο κακό εἶναι ἡ γαστριμαργία; Βλέπεις πόσο κακό εἶναι νά φθονεῖς τόν ἀδελφό σου;”

                Ὅταν μεγαλώσει νά λές καί “φοβερότερα διηγήματα”. Ὅταν εἶναι σέ ἁπαλή ἡλικία, νά μήν τό φορτώνεις μέ τόσο μεγάλο βάρος τό παιδί. Ὅταν φθάσει σέ ἡλικία δεκαπέντε ἐτῶν καί περισσότερο ἄς ἀκούει καί γιά τή γέννα. Ὅταν φθάσει τά δεκαοκτώ μίλησέ του γιά τόν κατακλυσμό, γιά τά Σόδομα, γιά τά γεγονότα τῆς Αἰγύπτου, ὅσα εἶναι γεμάτα τιμωρίες. Μάλιστα νά τά διηγεῖσαι ἐκτεταμένα, μέ κάθε λεπτομέρεια. Ὅταν μεγαλώσει περισσότερο νά τοῦ μιλήσεις γιά τήν Καινή Διαθήκη, γιά τή χάρη, γιά τήν καταδίκη. Μέ τέτοια λόγια νά περιφράσσεις τήν ἀκοή του καί μέσα ἀπό τό σπίτι σου νά τοῦ παρέχεις τά ὑποδείγματα.[52]

                  Βασίλειος: Συμφωνῶ ἀπολύτως! Οἱ ἱστορίες τῶν Γραφῶν εἶναι τό κατάλληλο φάρμακο γιά τά ἀρρωστήματά μας.  Ὁ φίλος τῆς σωφροσύνης ἀνοίγει τήν ἱστορία τοῦ Ἰωσήφ καί διδάσκεται ἀπ’αὐτές τίς σώφρονες πράξεις… Τό ἴδιο μπορεῖ νά διδαχθεῖ κι ἀπό τόν Ἰώβ, ὁ ὁποῖος ἦταν σταθερός σέ ὅλες τίς καταστάσεις. Μέ δυό λόγια, ὅπως οἱ ζωγράφοι , ὅταν ζωγραφίζουν εἰκόνες ἀπό πρότυπα προσπαθοῦν νά μεταφέρουν τό χαρακτήρα τοῦ προτύπου στό καλλιτέχνημά τους, ἔτσι καί ὅποιος προσπαθεῖ νά καταστήσει τόν ἑαυτό του τέλειο σέ κάθε εἶδος ἀρετῆς, πρέπει νά προσβλέπει στούς βίους τῶν ἁγίων, σάν ἀγάλματα κινούμενα καί δρῶντα καί νά οἰκειοποεῖται τήν ἀγαθότητά τους μέ τή μίμηση”.[53]

               Βασίλειος: Ἀλλά καί ἡ προσευχή, ἰδιαιτέρως ἡ κοινή προσευχή τῶν παιδιῶν μέ τούς γονεῖς καί τούς δασκάλους, δημιουργεῖ καί ἀναπτύσσει τήν ἀγάπη καί τήν ἀδελφοσύνη, μεταξύ αὐτῶν πού προσεύχονται.

              Ἰωάννης: Ἀσφαλῶς. Μά καί ἡ ἐκκλησιαστική μουσική ἔχει μεγάλη μορφωτική δύναμη. Ἄν παιδεύσουμε τή γλώσσα τοῦ παιδιοῦ καί τοῦ νέου νά ψάλλει, θά ντραπεῖ μετά ἡ ψυχή του νά ἐπιθυμήσει τά ἀντίθετα.

 Ἐπαγγελματικός προσανατολισμός.

             Γρηγόριος: Ὅμως, πρέπει νά ἐνδιαφερθοῦμε καί τό μέλλον τῶν μαθητῶν μας.Ὁ δάσκαλος ὀφείλει νά διακρίνει ἐγκαίρως τίς κλίσεις τῶν μαθητῶν του καί νά ὑποδεικνύει, ὅταν φθάσουν στήν κατάλληλη ἡλικία, ποιόν κλάδο καί ποιό ἐπάγγελμα ν’ἀκολουθήσουν, ἀφοῦ ὅ,τι γίνεται μέ τίς ὑποδείξεις τῆς φύσης πετυχαίνει, ἐνῶ ὅ,τι εἶναι ἀντίθετο μ’αὐτήν, ἀποτυχαίνει.[54]

             Στήν Ἀθήνα ὑπῆρχε ἕνας παλιός νόμος, κατά τή γνώμη  μου πάρα πολύ καλός, σύμφωνα μέ τόν ὁποῖο, οἱ νέοι μόλις ἔφταναν στήν ἐφηβική ἡλικία καί γίνονταν κατάλληλοι  γιά ν’ἀκολουθήσουν τά διάφορα ἐπαγγέλματα, τούς κατηύθυναν σ’αὐτά μέ τόν ἑξῆς τρόπο: Ἔκαναν μιά δημόσια ἔκθεση μέ τά ἐργαλεῖα τοῦ κάθε ἐπαγγέλματος καί ὁδηγοῦσαν τούς νέους μπροστά σ’αὐτά. Ἀνάλογα μέ τό ἐργαλεῖο γιά τό ὁποῖο τύχαινε νά ἐκδηλώσει ὁ καθένας τή χαρά του, αὐτό τό ἐπάγγελμα τούς μάθαιναν, γιατί ἐκεῖνο πού εἶναι σύμφωνο μέ τή φύση μας στέφεται μέ ἐπιτυχία. Ἀντίθετα, ὅποιο δέν ταιριάζει στή φύση μας τόν κάνει ἀποτυχημένο. Γι’ αὐτό νά φροντίσουμε κι ἐμεῖς νά διακρίνουμε καί νά καλλιεργήσουμε τίς ἰδιαίτερες κλίσεις  τῶν μαθητῶν μας, νά τούς παροτρύνουμε νά ἀσχολοῦνται μ’αὐτά πού ταιριάζουν πρός αὐτές καί νά μήν ἀσχολοῦνται μέ περιττά, γιατί θ’ἀποτύχουν, διότι ὅπως λέει κι ἡ παροιμία, ἡ ποίηση δέ θέλει ν’ἀσχολεῖται μαζί της ἐκεῖνος πού ξέρει νά ὁδηγεῖ τά ἄλογα, γιατί θ’ἀποτύχει καί στά δυό.

 ΑΜΟΙΒΕΣ ΤΩΝ ΔΑΣΚΑΛΩΝ

              Βασίλειος: Ὡραῖα. Νομίζω ὅτι ἀρκετά εἴπαμε. Πρίν φθάσουμε στό τέλος τῆς συνεδρίασής μας, θά ἤθελα ἐπίσης νά σᾶς ἐνημερώσω ὅτι τήν ἐρχόμενη ἑβδομάδα θά ἔχουμε ἀπεργία. Τά αἰτήματα εἶναι πολλά καί κυρίως ζητοῦμε αὔξηση τῶν δαπανῶν γιά τήν Παιδεία καί βελτίωση τῶν μισθῶν τῶν δασκάλων.

            Ἰωάννης: Θά πρέπει νά θυμίσουμε στούς κυβερνῶντες, νά μή ζητοῦν μόνο κόπους καί θυσίες ἀπό τούς δασκάλους. Εἶναι ἀπαραίτητο νά ἀγωνισθοῦμε γιά νά ἔχουν οἱ δάσκαλοι κάθε βαθμίδας ἰκανοποιητικές χρηματικές ἀμοιβές, καί μέ ἀφθονία μάλιστα, γιά νά μήν ἀσχολοῦνται μέ ἄλλα πάρεργα, προσπαθῶντας νά ἐξασφαλίσουν τή ζωή τῆς οἰκογενείας τους καί παραμελῶντας τό σημαντικό πνευματικό τους ἔργο[55].

              Βέβαια ποτέ δέν ξεχνᾶμε ὅτι ἡ καλύτερη ἀμοιβή γιά τό δάσκαλο δέν εἶναι ὁ μισθός του, ἀλλά ἡ ποιότητα τῶν μαθητῶν του.

             Γρηγόριος: Πρίν τελειώσουμε, σᾶς παρακαλῶ νά ἑτοιμάσετε ἐγκαίρως τίς εἰσηγήσεις  σας γιά τήν ἑπόμενη συνεδρίαση.

+Ἀρχιμανδρίτης Καλλίνικος Μαυρολέων, Δάσκαλος, Πυλές Καρπάθου
 

1.Ἀρχιμ. Ἠλία Μαστρογιαννοπούλου, Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί ὁ ἄνθρωπος, «ΖΩΗ»1979
 2. Γεωργίου Σωτηρίου, Οἱ ἅγιοι Τρεῖς Ἱεράρχες, 1999.
 3.Πρωτ. Βασιλείου Θερμοῦ, Τρεῖς Ἱεράρχες καί Παιδεία: ἔξοδος στή ζωή, «ΔΙΑΒΑΣΗ» τ.35
 4.Πρωτ. Θεοδώρου Ζήση, Ἡ ἀνατροφή τῶν παιδιῶν κατά τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο.
 5.Ἀθαν. Σαπουνᾶ, Ἡ παιδαγωγική σκέψη τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, «ΣΧΟΛΕΙΟ ΚΑΙ ΖΩΗ», τ.46
 6.Ἀγγελική καί Ἀλεξ. Καριώτογλου, Ζωντανό σχολεῖο, «ΑΚΡΙΤΑΣ».
 7.Περιοδικό “ΕΛΛΗΝΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΑΓΩΓΗ” διάφορα τεύχη.
 
--------------------------------------------------------------------------------

[1] Ἀρχιμ. Ἠλία Μαστρογιαννοπούλου, Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί ὁ ἄνθρωπος, σ. 268
 
[2] Ἐφεσ. β’ 19
 
[3] Ἁγ.Γρηγ.Θεολόγου, Ἐπιτάφιος εἰς τόν Μ.Βασίλειον. κεφ. 48
 
[4] ΕΠΕ 6, σ.234
 
[5] MIGNE 31,216
 
[6] MIGNE31, 344
 
[7] MIGNE 30, 253
 
[8] MIGNE 30, 253
 
[9] Μεγ.Βασιλείου, Ὅροι κατά πλάτος, Β’, ιε΄, 4, ΕΠΕ 8, 259
 
[10] Πρός τούς νέους ὅπως ἄν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων, 3, ΕΠΕ 7, 327.
 
[11] Περί κενοδοξίας, 20, ΕΠΕ 30, 640.
 
[12] Ἰωάν. Χρυσοστόμου, Ὁμιλία Γ΄ «’Εν ἀρχῇ ἦν ὁ λόγος».
 
[13] Ἰωάν. Χρυσοστόμου, Ὁμιλία «Πῶς δεῖ τούς παῖδας ἀνατρέφειν».
 
[14] Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος 24ος P.G. 35,1188
 
[15] Οἱ τρεῖς Ἱεράρχες καί τά σημερινά σχολεῖα μας, Διονυσίου Παλημέρη, Ἐνοριακός Λόγος Ἁγ.Παρασκευῆς Μάνδρας τ.8, Φε.1998
 
[16] ὅ.π.
 
[17] Μεγ. Βασιλείου, Λόγος περί τοῦ ἁγ.Πνεύματος.
 
[18] Γρηγορίου, Λόγος ἀπολογητικός Β’ MIGNE Ε.Π. 35, 453.
 
[19] Μεγ. Βασιλείου, Ὅροι κατά πλάτος, ἀπόκρισις εἰς τήν ἐρώτησιν ιε’ PG 31, 63
 
[20] Μ.Βασιλείου, Ὁμιλία Ε΄στήν ἑξαήμερο. MIGNE Ε.Π.29, 117
 
[21] Ἰω.Χρυσοστόμου, Περί Δαβίδ καί Σαούλ. Ὁμιλία Α΄
 
[22] Γ.Τσαμπῆ,Ἡ Παιδεία εἰς τό Βυζάντιον. Ι. Αἱ περί ἀγωγῆς ἀντιλήψεις τῶν Βυζαντινῶν, σ.142
 
[23] Φ. Κουκουλέ, Οἱ τρεῖς Ἱεράρχαι ὡς παιδαγωγοί, 1952, σ.9
 
[24] Βασίλειος
 
[25] Ὅροι κατ’ἐπιτομήν, 113, ΕΠΕ 9, 143.
 
[26] Λόγος β, 30-32, ΕΠΕ 1, 111-113.
 
[27] Ὁμιλία λ’ εἰς τό κατά Ματθαῖον, 5, ΕΠΕ 10, 329.
 
[28] Ὁμιλία κη’ εἰς Β’ Κορινθίους, 3, ΕΠΕ 20,95.
 
[29] Ὁμιλία στ’ εἰς Β’ πρός Τιμόθεον,2, ΕΠΕ 23, 571.
 
[30] Περί ταπεινοφροσύνης, 7, ΕΠΕ 6, 129.
 
[31] Λόγος ιζ’, 10, ΕΠΕ 5, 387.
 
[32] Ὁμιλία β’ εἰς Α’ Κορινθίους, 1, ΕΠΕ 18, 41.
 
[33] Ὁμιλία θ’ εἰς πρός Φιλιππισίους, 1, ΕΠΕ 21, 565.
 
[34] ἸωΧρυσ. Εἰς τήν  Α’Κορ. ὁμιλ.ΜΔ’, 7, ΕΠΕ 18Α, 760, 762
 
[35] Ὁμιλία ε’ εἰς Ἀνδριάντας, 7, ΕΠΕ, 32, 143.
 
[36] Ὁμιλία μβ’ εἰς τήν Γένεσιν, 3, ΕΠΕ 4, 23.
 
[37] Ὅτι ἐκ ραθυμίας ἡ κακία…, 5, ΕΠΕ 31, 125.
 
[38] Ὅροι κατά πλάτος, Β’, 50-51, ΕΠΕ 8, 389-391.
 
[39] Περί κενοδοξίας καί ἀνατροφῆς τῶν τέκνων, 30, ΕΠΕ 30, 651.
 
[40] Ὁμιλία εἰς τόν θ’ψαλμόν, 7, ΕΠΕ 8, 119.
 
[41] Φ. Κουκουλέ, Οἱ τρεῖς Ἱεράρχαι ὡς παιδαγωγοί, 1952, σ.16
 
[42] Περί κενοδοξίας καί ἀνατροφῆς τῶν τέκνων, 30, ΕΠΕ 30, 650.
 
[43] Λόγος ἀσκητικός α, 8, ΕΠΕ 8, 119.
 
[44] Μ.Βασ. Ἐπιστολή 262, Τόμ. Γ’ σ.119
 
[45] ΜIGNE 31, 1441.
 
[46] Περί ἱερωσύνης λόγος γ’,13,ΕΠΕ 28, 149.
 
[47] Εἰς τήν ἀρχήν τῶν Παροιμιῶν, 2, ΕΠΕ 7, 363.
 
[48] Γρηγορίου, ΛΓ’ Γνωμολογία τετράστιχος, ΒΕΠ τόμ. 61 ἔκδ.Ἀποστολ.Διακονίας, 1981
 
[49] Ὁμιλία ε’ εἰς Β’ πρός Θεσσαλονικεῖς, 5, ΕΠΕ 23,113.
 
[50] Ὁμιλία ζ’ εἰς πρός Ρωμαίους, 2, ΕΠΕ 168, 477.
 
[51]  Ὁμιλία ε’ εἰς Α’ πρός Τιμόθεον, 1, ΕΠΕ 23,203.
 
[52] Ἰω. Χρυσ. ΕΠΕ 30, σσ. 654-668, 670
 
[53] Πρός τόν φίλον Γρηγόριον, ΕΠΕ, τ.1ος, σελ. 66-69
 
[54] Φ. Κουκουλέ, Οἱ τρεῖς Ἱεράρχαι ὡς παιδαγωγοί, 1952, σ.10-11
 
[55] Ὁμιλία ιε’πρός Α΄πρός Τιμόθεον, 2, ΕΠΕ 23, 389


Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2014

ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΙΩΑΝΝΙΝΑ

          
 
 
 
 
             
Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΤΩΝ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ - ΤΟ ΟΝΟΜΑ
 
              Τα πρώτα χριστιανικά χρόνια η περιοχή του σημερινού νομού των Ιωαννίνων ανήκε στη Ρωμαϊκή Επαρχία Παλαιά Ήπειρος (Epirus Vetus) με πρωτεύουσα τη Νικόπολη, από την οποία εξαρτιόταν διοικητικά και θρησκευτικά, Από τις πρώτες εκκλησίες, που κτίστηκαν αφιερωμένες στη νέα θρησκεία, ήταν η βασιλική της Δωδώνης, η οποία κτίστηκε μέσα στο αρχαίο Ιερό και δέχθηκε ριζικές επισκευές, ιδιαίτερα κατά τον 6ο αι μ.Χ.
                Δεν υπάρχουν ιστορικές πληροφορίες για την ευρύτερη περιοχή των Ιωαννίνων την εποχή αυτή, γεγονός που δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο οι λιγοστές αρχαιολογικές έρευνες. Πάντως τον 5ο και 6ο αι μ.Χ. ένα τμήμα της περιοχής θα πρέπει να υπέστη τις καταστρεπτικές συνέπειες των βαρβαρικών επιδρομών, που ως γνωστό ταλαιπώρησαν την Ήπειρο καθώς και την υπόλοιπη Ελλάδα. Ο ιστορικός Προκόπιος μας πληροφορεί ότι οι Γότθοι λεηλάτησαν την περιοχή γύρω από τη Δωδώνη.
              Η ίδρυση της πόλης των Ιωαννίνων οφείλεται στον Ιουστινιανό, τον 6ο αιώνα μ.Χ., μέσω της μετοίκησης των κατοίκων της αρχαίας Ευροίας.Τη μακρινή αυτή εποχή θα πρέπει να αναζητήσει κανείς την απαρχή της σημερινής πόλης των Ιωαννίνων, που τους επόμενους αιώνες θα γνωρίσουν σημαντική ανάπτυξη και θα αποτελέσουν καθ' όλη τη διάρκεια της βυζαντινής εποχής μια από τις αξιολογότερες πόλεις της Ηπείρου.  Ο ιστορικός Προκόπιος (6ος αιώνας) ταυτίζει την πόλη με την Νέα Εύροια που τείχησε ο Ιουστινιανός, ενώ στα πρακτικά της Συνόδου Κωνσταντινουπόλεως το 879 μ.Χ. υπογράφει και ο "Ζαχαρίας Επίσκοπος Ιωαννίνων". Άλλη αναφορά για την παρουσία της πόλης έχουμε από αυτοκρατορικό σιγίλλιο του Βασιλείου Β' Βουλγαροκτόνου (1020 μ.Χ.) και από την Αλεξιάδα της Άννας Κομνηνής (1082μ.Χ.). Κατά την περίοδο αυτή και για πολύ ακόμα χρονικό διάστημα, η πόλη των Ιωαννίνων φέρεται να περιορίζεται, μόνο εντός του φρουρίου.
             Σύμφωνα με την παράδοση η πόλη-κάστρο πήρε το όνομά της από τον πρώτο οικιστή της, τον Ιωάννη, ή από την Μονή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου που υπήρχε μέσα στο κάστρο πριν την καταστροφή του 1611.
                
               Οι Νορμανδοί
 
             Τον 11ο αι η περιοχή βρέθηκε στο επίκεντρο σημαντικών γεγονότων, αφού στην πόλη των Ιωαννίνων οχυρώθηκε ο Νορμανδός Βοημούνδος. Περιμένοντας την αναμέτρηση του με τον αυτοκράτορα Αλέξιο Α΄ Κομνηνό, ο Βοημούνδος επισκεύασε τα ήδη υπάρχοντα τείχη της πόλης, ένα τμήμα των οποίων σώζονται ακόμη και σήμερα
             Το 1185, πιθανολογείται καταστροφή των Ιωαννίνων από το Νορμανδικό πεζικό, υπό την αρχηγία του Γουλιέλμου Β', βασιλιά της Σικελίας.
          
 
 
              Δεσποτάτο της Ηπείρου.
            
                 Το 1204 και μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους ιδρύθηκε το ανεξάρτητο Δεσποτάτο της Ηπείρου. Έκτοτε τα Ιωάννινα θ' ακολουθήσουν τις ιστορικές εξελίξεις του καλούμενου Δεσποτάτου της Ηπείρου, το οποίο, εκτεινόμενο από το Δυρράχιο μέχρι τη Ναύπακτο, θα διαδραματίσει ρόλο προπυργίου του βυζαντινού κόσμου,στις αλλεπάλληλες επιδρομές των Φράγκων, Βενετών, Αλβανών και Σέρβων.
                Τα Ιωάννινα θα αποτελέσουν τη δεύτερη σημαντική  πόλη του Δεσποτάτου, μετά την πρωτεύουσά του, την Άρτα. Ο ιδρυτής του κράτους της Ηπείρου Μιχαήλ Α΄ Κομνηνός Δούκας, επισκεύασε τα τείχη και εγκατέστησε στην πόλη βυζαντινές οικογένειες προσφύγων (Φιλανθωπινοί, Στρατηγόπουλοι κ.α) από την Κωνσταντινούπολη.
               Το 1265, τα Ιωάννινα παραχωρούνται από τον Νικηφόρο Α' Άγγελο Κομνηνό, στον αυτοκράτορα Νίκαιας, Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου, το 1282, τα Ιωάννινα επανέρχονται στο Δεσποτάτο της Ηπείρου, υπό την εξουσία του Νικηφόρου Α' του Αγγέλου Κομνηνού. Κατά την περίοδο αυτή, σημειώνεται και η μεταφορά της έδρας του εκκλησιαστικού πρωθιερέα του Δεσποτάτου στα Ιωάννινα, η επισκοπή των οποίων φαίνεται να αναβαθμίζεται σε μητρόπολη.
                Το 1296, με τον θάνατο του Νικηφόρου Α' Αγγέλου Κομνηνών, αναλαμβάνει την εξουσία των Ιωαννίνων και της Ηπείρου, η χήρα του Άννα ως επίτροπος του γιου τους Θωμά Α'. Κατά την επιτροπεία της, επιτυγχάνεται η υποστήριξη των Βυζαντινών προς αποφυγή των πιέσεων των Ανδεγαυών. Έτσι, στέλνεται στα Ιωάννινα, αυτοκρατορικός στρατός, υπό τον Ιωάννη Λάσκαρη, ο οποίος στη συνέχεια κηδεμονεύει το Δεσποτάτο, σύμφωνα με τις θελήσεις του αυτοκράτορα του Ανδρόνικου Β'.
                Το 1318, με τη δολοφονία του Θωμά Α', τελευταίου της δυναστείας των δεσποτών της Ηπείρου, Αγγέλων Κομνηνών, τα Ιωάννινα συγκεντρώνουν την προσοχή και τις βλέψεις των Βυζαντινών, των Ανδεγαυών και των Σέρβων. Τελικά, τα Ιωάννινα υποτάσσονται στο Βυζάντιο, ύστερα από την επέμβαση του Ιωάννη Συργιάννη από το Βεράτιο, ο οποίος έπεισε τους Ιωαννίτες, να υποταχθούν στον Ανδρόνικο Β', ώστε να αποκτήσουν την ευμένειά του. Σ' αυτή τη συμφωνία υποταγής, οφείλονται τα δύο χρυσόβουλα (1319 και 1321) του Ανδρόνικου Β', τα οποία είναι πολύ αποκαλυπτικά για την ιστορία των Ιωαννίνων και για την εξέλιξη των φεουδαλικών σχέσεων. Κατά τη περίοδο της Βυζαντινής κυριαρχίας, στα Ιωάννινα, την εξουσία ανέλαβαν διαδοχικά, ο Νικόλαος Ορσίνη, επονομασθείς Ιωάννης Β' Κομνηνός Αγγελοδούκας, η σύζυγός του Άννα Παλαιολογίνα, ως επίτροπος του γιου τους Νικηφόρου Β' και τέλος ο Ιωάννης 'Αγγελος.
 
               
                   Η κατάληψη από τους Σέρβους
 
                  Το 1339 η βυζαντινή κυριαρχία στα Ιωάννινα, διακόπτεται από την κατάληψή τους από τους Σέρβους. Τα Ιωάννινα, το 1367, αποδέχονται ως ηγεμόνα τους τον Θωμά Πρελούμπο ή Πρελούμποβιτς, του οποίου η εξουσία αναδείχθηκε άκρως τυραννική, αφού κατεδίωξε άγρια και φορολόγισε τους Ιωαννίτες, εξόρισε τον μητροπολίτη τους και δήμευσε την εκκλησιαστική περιουσία, την οποία λέγεται ότι μοίρασε στους Σέρβους οπαδούς του.
                
                Την εποχή αυτή αρχίζουν  οι αλβανικές επιδρομές κατά των Ιωαννιτών, οι οποίες οδήγησαν το δεσπότη Θωμά, το 1375, σε επισκευή και ανακαίνιση του φρουρίου των Ιωαννίνων.
               Το 1384, λήγει η τυραννική δεσποτεία του Θωμά Πρελούμποβιτς και αναλαμβάνει την εξουσία της πόλης η χήρα του, Μαρία Αγγελίνα Παλαιολογίνα.
                Το 1386, έναντι της απειλής των Αλβανών φυλάρχων, αναγνωρίζεται δεσπότης της πόλης των Ιωαννιτών ο Ησαύ Μπουοντελμόντι γιος ευγενούς από την Φλωρεντία, ο οποίος επαναφέρει τη μητρόπολη στην έδρα της και εφαρμόζει συνετή διοίκηση απέναντι στους κατοίκους. Όμως ο Μπουοντελμόντι, πιεζόμενος από τις συνεχείς αλβανικές επιδρομές και πολιορκούμενος από τον Σπάτα, αναγκάζεται να ζητήσει την προστασία του σουλτάνου Μουράτ Α', οπότε και σημειώνεται η πρώτη παρουσία τούρκικων δυνάμεων στα Ιωάννινα.
              Ακουλουθεί η παρουσία Φλωρεντιανών αρχόντων, με ηγέτη το Δούκα Κάρολο Α΄ Τόκκο. Το 1431,οι κάτοικοι των Ιωαννίνων έγιναν υποτελείς στους Τούρκους, υπό τον Σινά πασά και εγκαθιδρύεται στα Ιωάννινα η τουρκική κυριαρχία, η οποία διαρκεί 482 έτη, δηλαδή μέχρι το 1913.
 
             
             οι βυζαντινοί ναοί στο νησί   
           
         Την υστεροβυζαντινή εποχή κτίσθηκαν αρκετοί ναοί στην περιοχή των Ιωαννίνων. Την περίοδο αυτή στο μικρό Νησί της λίμνης Παμβώτιδας ιδρύθηκαν τα πρώτα μοναστήρια. Το καθολικό της Μονής των Φιλανθωπινών ανακαινίσθηκε σύμφωνα με επιγραφή το 1292 και την ίδια περίπου εποχή κτίσθηκε και το καθολικό της Μονής Στρατηγοπούλου. Οι δύο Μονές θα αποτελέσουν αργότερα τον πυρήνα της μεγάλης καλλιτεχνικής ανάπτυξης που γνώρισε το Νησί, κυρίως κατά τον 16ο αι. Στα τέλη του 13ου αι κτίσθηκε στην Κωστάνιανη η εκκλησία των Ταξιαρχών, χαρακτηριστικό δείγμα αρχιτεκτονικής της λεγόμενης “Σχολής του Δεσποτάτου” και λίγο αργότερα η Κόκκινη εκκλησιά κοντά στην Κόνιτσα. Εκτεταμένες επισκευές έγιναν στις αρχές του 14ου αι στο μοναστήρι της Κοιμήσεως Θεοτόκου Μολυβδοσκεπάστου, το καθολικό του οποίου είχε ήδη κτιστεί κατά την μεσοβυζαντινή εποχή.
 
             Το 1413/4 χρονολογείται το μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής στο Μονοδένδρι Ζαγορίου. Σύμφωνα με την επιγραφή, που σώζεται πάνω από την είσοδο του μικρού ναού, η εκκλησία κτίστηκε με δαπάνη του βοεβόδα Θεριανού και των Βεζιτσινών, δηλ. των κατοίκων της γειτονικής Βίτσας, την εποχή που ήταν άρχοντας στην περιοχή ο Κάρολος Α΄Τόκκο.
              Αργυροχρυσοχοΐα
 
             Την εποχή του Δεσποτάτου της Ηπείρου θα πρέπει ενδεχομένως να αναζητήσει κανείς και τις απαρχές της αργυροχρυσοχοΐας, που γνώρισε στην περιοχή ιδιαίτερη ανάπτυξη τα κατοπινά χρόνια. Στις εκκλησίες των Μετεώρων και του Αγίου Όρους σώζονται αρκετά εκκλησιαστικά σκεύη (δίσκοι, δισκοπότηρα κ.α), που αποτελούν αριστουργήματα της βυζαντινής μικροτεχνίας. Το σημαντικότερο από αυτά είναι η περίφημη λειψανοθήκη, που βρίσκεται σήμερα στην πόλη Cuenca της Ισπανίας.
   


ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ γ' μέρος

           
 
 
 ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ : Ο ΑΚΟΙΜΗΤΟΣ ΦΡΟΥΡΟΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
Υποδειγματική διάρθρωσις και τάξις
 
             Στην διάρθρωσι τού Στρατού τού Βυζαντίου την βάσι αποτελεί το τάγμα, πού έχει τις υποδιαιρέσεις του, την εκατονταρχία, πεντηκονταρχία, πενταρχία και τετραρχία. Υπέρ το τάγματος καλυτέρα σύνθεσις από περισσότερα τάγματα είναι ή μ ο ί ρ α, το μ έ ρ ο ς και ό στρατός.
            Το τάγμα λέγεται και βάνδον στο ιππικό και τάγμα ή αριθμός στο πεζικό. Έχει στην διαχείρισί του, το συσσίτιο, τα υλικά και την πειθαρχία του. Οι προμήθειές του ρυθμίζονται από τον διοικητή τού τάγματος. Οι στρατιωτικές «θεωρίες» αναπτύσσονται και ό Κώδιξ διαβάζεται στους συγκεντρωμένους στρατιώτες κατά τάγμα. Ως προς την ενδυμασία και τον οπλισμό, φαίνεται ότι αυτά αποτελούν ευθύνη τού στρατηγού. Υπάρχει μιά οργανική αυτοτέλεια, την οποία προσέχουν να μη διαταράξουν. Ο διοικητής του λέγεται άρχων, τριβούνος, κόμης, ταγματάρχης ή ταξίαρχος. Τα καθήκοντά του είναι πολλά, τόσο στον διοικητικό όσο και στον τακτικό τομέα.
           Περισσότερα τάγματα αποτελούν μία μοίρα, πού λέγεται και δρούγγον ή χιλιαρχία. Είναι το άθροισμα μάλλον ορισμένων ταγμάτων παρά μία οργανική μονάς. Ο διοικητής της πού είναι συνήθως ό πρώτος ταγματάρχης λέγεται μοιράρχης ή δούξ ή χιλίαρχος και ρουγγάριος. Κάθε μοίρα έχει το ιδικόν της βάνδον (το λάβαρον).
           Το Μέρος είναι μιά ομάς από μοίρες και τάγματα, λέγεται δέ και σύνταγμα ή τούρμα. Ο διοικητής της, μεράρχης ή στρατηλάτης και τουρμάρχης είναι από το πρώτα στελέχη τού στρατεύματος. Αποτελεί τον σύμβουλο τού στρατηγού.
          Ο στρατός ή στράτευμα ή σύνολον αποτελείται από τρία ή περισσότερα Μέρη, δυνάμεως 15.000 μέχρι 20.000 άνδρες, Αρχηγός του ό στρατηγός έχει μία σημαία και κοινές υπηρεσίες. Οι αρμοδιότητές του πολλές και το απαιτούμενα προσόντα περιγράφονται στον Κανονισμό με ρεαλισμό και πληρότητα.
         
           Υπάρχουν ορισμένοι άνδρες σε κάθε τάγμα, πού εκτελούν συγκεκριμένα έργα, τα οποία είναι μάλλον λειτουργήματα παρά ειδικότητες. Τον καιρό τού Μαυρικίου, κατά τον 6ο αιώνα, ήσαν σε κάθε τάγμα οι μαντάτορες, ό βανδοφόρος, ό βουκινάτωρ, ό την κάππαν βαστάζων και ό κήρυξ. Με την εξέλιξι δέ — και μάλιστα κατά τον 10ο αιώνα ευρίσκομε σε κάθε τάγμα 2 μαντάτορες, 2 βουκινάτορες ή τουβάτορες, ένα καμπιδούκτορα, ένα καντάτορα, δύο αντικένσορες, δύο μίνσορες, ένα οπτίωνα, τον ιερέα, τον ιατρό και 6 - 10 δηποτάτους. Μαντάτορες ήσαν οι αγγελιαφόροι ή το πολύ οι υπασπισταί. Βουκινάτωρ ή τουβάτωρ, ό σαλπιγκτής• καμπιδούκτωρ, ό οδηγός «ό κατά τόπους ερευνών και οδηγών». Καντάτωρ (ή παρακλήτωρ) ήταν ό ρήτορας τού τάγματος, με έργον να διεγείρη με λόγους τον στρατό προς τούς αγώνες.
          Αντικένσορες ήσαν εκείνοι, πού εξήταζαν τούς δρόμους και ελάμβαναν τα κατάλληλα μέτρα για την ασφαλή διέλευσι των στρατευμάτων, εδιάλεγαν την θέσι για την εγκατάστασι τού στρατοπέδου και εξήταζαν την χώρα, αν διαθέτη τροφές, νερό, ξυλεία. Οι μίνσορες ή μινσουράτορες (γεωμέτραι) εχάραζαν το στρατόπεδο και όριζαν την θέσι για κάθε στρατιωτικό τμήμα. Οπτίων ήταν ό οικονομικός βαθμοφόρος, πού επλήρωνε τούς μισθούς, δηποτάτους δε έλεγαν τούς νοσοκόμους και τραυματιοφορείς.
           Όλοι αυτοί έπρεπε να είναι, αν όχι αξιωματικοί, τουλάχιστον υπαξιωματικοί.
         
             Μαζί με το τάγμα επορεύετο και το «τούλδον», δηλ. τα ανθοφόρα ή υπουργικά ή μεταγωγικά. Τουτέστι βοϊδάμαξες, άμαξες συρόμενες από άλογα ή μουλάρια, πού μετέφεραν τρόφιμα, όπλα, υλικά κ.λπ. Με το Τούλδο όμως επορεύοντο οι τεχνίτες τού τάγματος, οι υπηρέτες και οι παίδες ή πάλλικες, κοπάδια ζώων, οι μεταπράττες και προμηθευταί. Τέλος δέ οι οικογένειες των στρατιωτών, πού ακολουθούσαν το τάγμα, όταν τούτο επετρέπετο.
             Πρέπει να σημειώσωμε ότι οι όροι «επιτελής» και «επιτελείον» ήσαν άγνωστοι στο Βυζάντιο. Τούς άνδρες, πού εκτελούν επιτελικά, όπως θα ελέγαμε σήμερα, καθήκοντα ό μέν Μαυρίκιος τούς ονομάζει «ανθρώπους τού στρατηγού», ό δέ Λέων ό Σοφός «την τού στρατηγού προέλευσιν».
            
             Πάντως υπήρχαν πραγματικά και μάλιστα πολυσύνθετα επιτελεία, με οργάνωσι και αποστολή τού Βασιλέως, πού ήταν ονόματι και ουσία Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων, περιελάμβανε τούς εξής αξιωματούχους:
               
            τον Μέγαν Δομέστιχον, «κεφαλήν άπαντος τού φοσσάτου», δηλ. τον Αρχηγό Στρατού• τον Μέγαν Δρουγγάριον τής Βίγλης. Έρρύθμιζε τις προφυλακές και την ασφάλεια των κινουμένων στρατευμάτων• τον Δομέστιχον των Τεχνών, αρμόδιο για την επιθεώρησι και συντήρησι των κάστρων• τον Στρατοπεδάρχη των Τζακώνων, υπεύθυνο για τις φρουρές των κάστρων• τον Μέγαν Άδνουμιαστή. Συνόδευε στις επιθεωρήσεις τον Μέγαν Δομέστιχον, κατέγραφε τις ελλείψεις και φρόντιζε για την θεραπεία τους τον Μέγαν Στρατοπεδάρχη. Ήτο αρχηγός τής επιμελητείας, «έπαρχος και χορηγός τού στρατοπέδου»• τον Μέγαν Έταιριάρχη, πού συγκέντρωνε τούς φυγάδες, αυτομόλους ξένους κ.λπ.• τον Πρωτομάστορα ή Δομέστιχο των Στρατόρων, δηλ. σταυλάρχη και διοικητή των Ιπποκόμων• τον Μέγαν Πριμμικύρην, υπεύθυνο για την τάξι στην «βασιλική αυλή», τόσον στα Παλάτια, όσον και τις εκστρατείες. Βοηθούς είχε τον Άρχοντα τού Άλλαγίου (φρούραρχο τής Αυλής) και Πρωταλλαγάτορα• τον επί των Όπλων ή τού αρμαμέντου αρμόδιο για την προμήθεια και διανομή των όπλων• τον Λογοθέτη των Άγελών, αρμόδιο για την επίταξι και διανομή των κτηνών• τον Κριτή τού φοσσάτου, δηλ. τον δικαστή των στρατιωτών• τον Σακελλάριον, ήτοι τον Γενικό Ταμία τού φοσσάτου• τον Πρωτοασηκρήτην, δηλ. τον έξ απορρήτων αρχιγραμματέα• τον επί των «δεήσεων» πού παρελάμβανε και ενεργούσε τις απευθυνόμενες προς τον Βασιλέα αιτήσεις.
              Οι στρατηγοί πού διοικούσαν σύνολο Επαρχιών ελέγοντο Δομέστιχοι των Σχολών (τής Ανατολής λ.χ., τής Δύσεως κ.λπ.), οι δέ διοικούντες μιά Επαρχία ή Θέμα ελέγοντο στρατηγοί του Θέματος, λ.χ. τής Ιταλίας, τής Δαλματίας κ.λπ. Τα επιτελεία τούτων, δηλ. των Δομεστίχων των Σχολών ή των Στρατηγών διοικητών ενός θέματος, είχαν σύνθεσι ανάλογο προς το Επιτελείο τού Βασιλέως.
            
                Ειδικώτερα το Επιτελείο ενός στρατηγού, διοικητού τού θέματος, αποτελούσαν οι εξής:

               ό Δομέστιχος τού θέματος, δηλ. υποδιοικητής• ό κόμης τής Κόρτης, επιτελάρχης• ό Δρουγγάριος τής Βίγλης, υπεύθυνος για την υπηρεσία ασφαλείας• οι Άντικένσορες, για την αναγνώρισι των δρόμων και την θέσι των στρατοπέδων• οι μίνσορες ή μινσουράτορες, για την χάραξι των απλήκτων. δηλ. των στρατοπέδων• ό Δομέστιχος των τειχών (επιθεώρησις, επισκευή κάστρων)• ό επί τού αρμαμέντου• ό Πρωτονοτάριος, αξιωματούχος τής πολιτικής διοικήσεως• ό Σακελλάριος, επιμελητής τού Θέματος• ό Όπτίων των Καταλόγων, δηλ. ό Ταμίας πού επλήρωνε τούς μισθούς• ό Χαρτουλάριος (γραμματεύς)• ό Πραίτωρ (δικαστής)• οι Ιατροί, Ιερείς, Δουκάτορες (οδηγοί), διερμηνείς κ.λπ.
              Τούς επιτελείς και την ανατιθέμενη στον καθένα υπηρεσία καθόριζε ό στρατηγός κατά την απόλυτη κρίσι του. Επιτυχημένη ήταν συνήθως ή εκλογή, αλλά οι εύνοιες και αυθαιρεσίες δεν έλειπαν.
         
             Ας ιδούμε, τελευταία αυτή, την κινητοποίησι: Οσάκις ανηγγέλλετο σοβαρή εχθρική επιδρομή και απεφάσιζε ό Βασιλεύς να εκστρατεύση, εκρεμούσαν έξω από την Χαλκήν Πύλην (δηλ. την κυρία είσοδο τού περιβόλου των ανακτόρων) ένα θώρακα, μιά σπάθη και μιά ασπίδα. Τούτο είχε την έννοια διαταγής επιστρατεύσεως τής Πρωτευούσης. Διαταγή κινητοποιήσεως των επαρχιακών στρατευμάτων εστέλλετο στους αρμοδίους στρατηγούς διοικητάς με το «τηλεγραφικό» σύστημα των φρυκτωριών, πού λειτουργούσε τότε, δηλ. με πυρσούς, μέσα σε ελάχιστο χρόνο.
             Μόλις έπαιρναν την διαταγή, οι Διοικηταί έπρεπε να συμπληρώσουν τις από τον καιρό τής ειρήνης υφιστάμενες αποθήκες επιστρατεύσεως, να επιτάξουν και συγκεντρώσουν τα κτήνη, να επιστρατεύσουν τούς άνδρες τής περιφερείας των και να οδηγήσουν ή αποστείλουν στο απειλούμενο μέτωπο στρατιώτες, ζώα και υλικά. Παραλλήλως ελάμβαναν ορισμένα μέτρα: ενίσχυαν τα φρούρια τής περιοχής, συνέλεγαν πληροφορίες, εξουδετέρωναν τούς κατασκόπους, συγκέντρωναν τροφές κ.λπ.
           Και τότε, στρατιώτες και άρχοντες, υπακούοντες στην φιλοδοξία τού αρχηγού των, οδηγημένοι από την Ύπέρμαχο Στρατηγό και πειθαρχούντες στην επιταγή μίας ιστορικής αποστολής, εβάδιζαν κατά τού εχθρού και επιδρομέως, για να κρατήσουν αιώνες πολλούς και μακρούς την Ελληνική Αυτοκρατορία ζωντανή και ακατάβλητη.
 
 
ΜΑΡ. Γ. ΣΙΜΨΑΣ
Αρχιπλοίαρχος
Πηγή: Περιοδικό Ιστορία, Τευχ. 71, Μάιος 1974.


Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

 
 
 
 
Είμαστε όλοι Βυζαντινοι : Mικρές <<γλωσσικές ιστορίες>>
      

            <<Κάθισε ήσυχα γιατί θα σου τις βρέξω>>, λέει απειλητικά η μητέρα προς το άτακτο παιδί της ή <<του τις έβρεξα για καλά>> που σημαίνει τον ξυλοκόπησα.
              Αλλά τι σχέση έχουν τα κτυπήματα με τη βροχή;
             Yπέθεσαν κάποιοι ότι <<θα σου της βρέξω>> σημαίνει ότι βροχηδόν θα σου καταφέρω κτυπήματα. Η φράση όμως πρέπει κυριολεκτικά να ερμηνευτεί <<Θα σου τις βρέξω τις ξυλιές>>, δηλαδή τα κτυπήματα που θα σου δώσω θα είναι βρεγμένα.
              Πράγματι στα παλιά χρόνια, όταν έθεταν κάποιον στο βασανιστήριο της φάλαγγας, προτού με το ξύλο χτυπήσουν τα πόδια του, τα έβρεχαν, συχνά και στα άτακτα παιδιά πρώτα βρέχουν τα οπίσθιά τους και μετά τα κτυπούν με το χέρι, διότι έτσι η πληγή είναι πιο οδυνηρή. Παρόμοια είναι και η φράση: << Aυτός θέλει ξύλο με μια βρεγμένη σανίδα>>.
 
 
Ο Κερατάς
 
          Γνωστό είναι ότι οι Έλληνες κληρονόμησαν πολλές ύβρεις από τους Τούρκους και Βενετούς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν ήταν αρκετά πλούσιο και το ελληνικό υβρεολόγιο κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους.
         Σήμερα για να βρίσουν κάποιον του οποίου η σύζυγος δεν τηρεί την συζυγική πίστη, αποκαλούν αυτόν <<κερατά>>, βρισιά που είναι πολύ παλιά, αφού και οι παλαιότεροι συγγραφείς χαρακτηρίζουν τον απατημένο σύζυγο ως << λαμπρόν κερασφόρον>>.
           Αλλά πώς τα κέρατα συνδέθηκαν με την απιστία των συζύγων;
           Έχουν ειπωθεί και γραφτεί πολλά για την εξήγηση της φράσης.
           Κερατάς από γλωσσική άποψη δε σημαίνει τίποτα άλλο παρά αυτός που έχει κέρατα και μάλιστα μεγάλα. Σύμφωνα με αυτά, κερατάς είναι μόνο ο κριός, ο τράγος, το ελάφι, το βόδι. Έτσι μπορεί επίσης να ονομαστεί και ένα μαύρο σκαθάρι που έχει μακριές κεραίες αλλά και το σαλιγκάρι. Επειδή λοιπόν τα κερασφόρα ζώα από μία άποψη είναι ανόητα, από την άλλη καθόλου ζηλότυπα προς το θηλυκό, το οποίο αρέσκεται στη σεξουαλική πράξη, για τούτο κατάντησε το όνομα <<κερατάς>> να το παίρνει ο σύζυγος που έχει την ανοησία και ανεκτικότητα των κερασφόρων ζώων.


<< του κόλλησαν τη ρετσινιά>>
        
         Κατά τη βυζαντινή περίοδο, σε πολλά χωριά ρετσινιά λεγόταν ένα κομμάτι κατσικίσιου δέρματος, το οποίο είχαν εμποτίσει με ρητίνη και το οποίο χρησιμοποιούσαν ως έμπλαστρο για διάφορους πόνους και κρυολογήματα. Εννοείται ότι αυτό το έμπλαστρο με μεγάλη δυσκολία μπορούσε να βγει και για αυτό, όταν αποδοθεί σε κάποιον μια κατηγορία από την οποία δύσκολα μπορεί να απαλλαγεί, λέμε ότι:<< του κόλλησαν τη ρετσινιά>>


<<Πετά τη σκούφια του>>
    
           Οι εμπλεκόμενοι σε καυγά, για να κινούνται κατά τη συμπλοκή ευκολότερα, αφαιρούν όχι μόνο τα ρούχα τους από το πάνω μέρος του κορμιού τους  αλλά και το κάλυμμα της κεφαλής τους, τη σκούφια τους δηλαδή.
          Για αυτό για όσους είναι επιρρεπείς στους τσακωμούς λέμε: <<βγάζει ή ρίχνει ή πετά τη σκούφια του για καβγά>>.


<<από την Πόλιν  έρχομαι και εις την κορφή καν΄ έλα>>
     
           Υπήρχε στη Ρώμη έθιμο, όταν κάποιος επέστεφε μετά από ταξίδι στο σπίτι του, καθοδόν να ειδοποιεί τους συγγενείς του για την επιστροφή του.
            Το έθιμο αυτό συνεχίστηκε και κατά τα βυζαντινά χρόνια. Αυτός λοιπόν που παρέμενε στην Πόλη – πόσοι και πόσοι δεν είχαν ξενιτευτεί στη Βασιλεύουσα- όταν επρόκειτο να επιστρέψει στην πατρίδα του έγραφε – ειδοποιούσε τα συγγενικά του πρόσωπα:
            <<από την Πόλιν  έρχομαι και ΄ς την κορφή καν΄ έλα>>, δηλαδή << ότι επανέρχομαι από την Πόλη και  αν μπορείς έλα στην κορυφή, στο ύψωμα πριν το χωρίο, για να με προυπαντήσεις.
            Όταν η συνήθεια αυτή ατόνησε, το  <<΄ ς την κορφή καν΄ έλα>> παρανοήθηκε και έγινε  <<΄ς την κορφή κανέλλα>>. Κατάντησε πλέον να σημαίνει όταν γίνεται λόγος για άσχετα και ασυνάρτητα πράγματα.

 

<<ο κατοικίδιος αήρ>>
         
          Συχνά στα βυζαντινά έγγραφα αναφέρεται <<ο κατοικίδιος αήρ>> και κατά την πώληση οικίας αναφέρεται η φράση: <<μετά εισόδων, εξόδων και αέρων>>.
            Πολλοί τότε ιδιοκτήτες πουλούσαν την χρήση της στέγης της οικίας τους  με αμοιβή φυσικά.
Από την πώληση αυτή του αέρος της οικίας προήλθαν οι φράσεις <<πήρε τόσα λεφτά για αέρα, του ΄δωσα  τόσο αέρα για να φύγει>> και τα παρόμοια.




...αλλά μπουρνέζικα.
 
         Όταν κάποιος ακούει από ένα άλλον αλλόκοτα και ακατάληπτα πράγματα, λέει ότι αυτός ομιλεί αλλά μπουρνέζικα.
          Μπουρνού είναι φυλή Σουδανική, και όσοι ανήκουν σε αυτή μιλούν Μπουρνέζικα, για μας του Έλληνες φυσικά αλλόκοτα και ακατάλληπτα.



 

τα απίδια πίσω έχουν τις ουρές ή πίσω έχει η αχλάδα την ουρά....
 
            Αυτός που θέλει να δηλώσει ότι μετά την ομαλή των πραγμάτων εξέλιξη, είναι δυνατό στο τέλος να προκύψουν δυσχέρειες, λέει: τα απίδια πίσω έχουν τις ουρές ή πίσω έχει η αχλάδα την ουρά. Με τη λέξη ουρά εννοείται το κοτσάνι, το κατά τους αρχαίους άχανον, σήμερα κατά τόπους αχάνι.
            Η μεταφορά αυτή είναι κατανοητή. Αυτός που κρατά το αχλάδι από το κοτσάνι και το τρώγει, ευχαριστιέται με τον σαρκώδη και νόστιμο καρπό, δυσάρεστο όμως δοκιμάζει αίσθημα, όταν φτάσει στο κοτσάνι…
            Πολλοί, παρεξηγώντας τη λέξη απίδια, αντί του <<τ΄ απίδια πίσω έχουν τις ουρές>> λέγουν <<τα φίδια πίσω έχουν την ουρά ή πίσω είναι τα φίδια με την ουρά>>.


 
 
              Θα σε χορέψω ς’ το ταψί ακούεται πολλές φορές αντί της φράσης θα σε βασανίσω ή θα σε αναγκάσω να ενεργήσεις παρά τη θέλησή σου.
             Η φράση προέρχεται από την παλιά συνήθεια των παιδιών που έπιαναν τον χρυσοκάνθαρο, το έδεναν από το  λαιμό και τον χόρευαν στο ταψί, τον αναγκάζουν δηλαδή να χορεύει υπό τον ήχο του ταψιού το οποίο μεταχειρίζονται σαν τύμπανο.
         


             Κατάπιε το και μη μιλάς, λέμε σ΄ αυτόν που έπαθε κάτι, συνιστώντας τον να μη φέρει αντίρρηση μπροστά στο τετελεσμένο γεγονός.
          Υπάρχει η γνώμη ότι η φράση αυτή προήλθε από την : κατάπιε το σάλιο σου, κατάπιε τα λόγια σου και μη αντιλέγεις.
            Έχω τη γνώμη ότι εδώ πρόκειται περί φαρμάκου το οποίο, αν και δυσάρεστο στη γεύση, είναι ανάγκη να το καταπιεί κάποιος για να γίνει καλά. Από το αναγκαίο κακό της κατάποσης του φαρμάκου προήλθε η φράση αυτή.
 

 
           Για τον φιλόπονο άνθρωπο λέμε <<Δουλεύει σαν το σκύλο>>.
         Πολλοί, βλέποντας ότι οι σκύλοι ελάχιστα απασχολούνται με κάτι, νομίζουν ότι η φράση λέγεται κατ΄ αντίφαση.  Όσοι το πιστεύουν αυτό, έχουν υπόψη τους  τους σκύλους της πόλης, οι οποίοι βεβαίως δεν κοπιάζουν. Αυτός όμως που πρώτος έκανε αυτόν το παραλληλισμό, είχε υπόψη του τους ποιμενικούς σκύλους που και εργάζονται πολύ, νύχτα-μέρα, και προστατεύουν τα ζώα από τους κλέφτες και τους λύκους.
     
 
 
             Για κάποιον που χάθηκε άδικα, χωρίς να γίνει πολύς λόγος, λέμε ότι: <<Πήγε σαν το σκυλί στο αμπέλι>>.
           Δεν είναι ίσως σε πολλούς γνωστό ότι τα σκυλιά αλλά και άλλα ζώα μπαίνοντας στο αμπέλι, την εποχή που είναι ώριμα τα σταφύλια, προξενούν μεγάλη ζημιά, τρώγοντας ή καταστρέφοντας. Για το λόγο αυτό πολλοί τα σκοτώνουν και ζητείται λόγος για το φόνο αυτό.
            Σχετικά με το θέμα αυτό κάνουν λόγο και οι Βυζαντινοί νόμοι, στους οποίους διαβάζουμε: << Εάν κάποιος βρει χοίρο να κάνει ζημιά σε χωράφι ή πρόβατο ή σκύλο παραδίδει την πρώτη φορά αυτόν στον κύριό του. Την δεύτερη φορά τον προειδοποιεί, την τρίτη φορά του κόβει την ουρά ή τα αυτιά ή τον σημαδεύει με το τόξο χωρίς προειδοποίηση>>. << Εάν κάποιος βάλει ζωοπαγίδα τον καιρό της καρποφορίας και πιαστεί σε αυτήν το ζώο και σκοτωθεί, δεν ευθύνεται για τη ζημία ο κάτοχός του>>.
           Πήγε λοιπόν σαν το σκυλί στο αμπέλι σημαίνει ότι χάθηκε όπως το σκυλί που μπαίνει στο αμπέλι, για το φόνο του οποίου δε γίνεται λόγος, ούτε ζητείται ευθύνη.



 Aπό το βιβλίο του Πρύτανη της Βυζαντινολογίας Φαίδωνος Κουκουλέ, <<Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός>>

Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2014

Αθανάσιος ο Αθωνίτης

          
Εμφάνιση της Παναγίας στον Άγιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη και θαυματουργική ανάβλυση πηγής από τον βράχο. Τοιχογραφία νάρθηκος Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας (19ος αι.)
 
 
Ο πατέρας του αγιορείτικου κοινοβιακού μοναχισμού Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης
 
 
          O Όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης είναι μια σημαντική ασκητική και πνευματική μορφή του ορθόδοξου μοναχισμού, "Καθηγητής της Ερήμου", μέλος της χορείας "των ασκητικών Πατέρων της Ανατολικής Εκκλησίας", αναδιοργανωτής της Αθωνικής μοναστικής πολιτείας (Άγιο Όρος) και ιδρυτής της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας.
            Γεννήθηκε στην Τραπεζούντα το 930 από γονείς ευσεβείς, οι οποίοι πέθαναν νωρίς, ο πατέρας πριν γεννηθεί, η μητέρα λίγο μετά τη γέννηση, αφού πρόλαβε να τον βαπτίσει δίνοντας του το όνομα Αβραάμιος. Το μικρό παιδί το ανάλαβε μία φίλη της μητέρας του, που ήταν μοναχή. Κι αυτή όμως πέθανε, όταν ο Αθανάσιος έγινε επτά ετών. Έτσι ο Αθανάσιος παρέμεινε πεντάρφανος.
          Tην κηδεμονία του ανέλαβε  ένας συγγενής του, στρατηγός, ο οποίος του παρείχε όλα τα απαραίτητα αλλά και τη μόρφωσή του. Έχοντας κλίση στα γράμματα αλλά εμφανίζοντας και πρόοδο εντυπωσιακή, δέχτηκε να γίνει δάσκαλος στην Κωνσταντινούπολη, αρχίζοντας σταδιακά να αποκτά φήμη για τη σοφία αλλά και την αγιότητα του βίου του.
          Στην Κωνσταντινούπολη γνώρισε τον ονομαστό κοινοβιάρχη Μιχαήλ Μαλεΐνο, που μόναζε σε μονή του όρους Κυμινά της Βιθυνίας και ήταν θείος του στρατηγού και μετέπειτα αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά. Η γνωριμία αυτή ήταν αποφασιστική για τον Αβραάμιο, που αποφάσισε να ακολουθήσει τον μοναχικό βίο και να μονάσει κοντά στον Μιχαήλ Μαλεΐνο παίρνοντας το όνομα  Αθανάσιος.
            Κατά το διάστημα αυτό, γνωρίζει και συνδέεται με φιλία με τον Νικηφόρο Φωκά και τον αδελφό του Λέοντα Φωκά, των οποίων αργότερα έγινε ο πνευματικός οδηγός. Ο ίδιος ο  Νικηφόρος Φωκάς αποκάλυψε στον Αθανάσιο την επιθυμία του κάποια στιγμή  να μονάσει.
           Αλλά στη ζωή των ανθρώπων ακόμη και των αγίων υπάρχει συνεχώς το ανικανοποίητο. Έτσι κάποια στιγμή, ο Αθανάσιος, επιθυμώντας μια πιο ήσυχη και ασκητική ζωή, παίρνει την ευλογία του γέροντά του Μιχαήλ Μαλεΐνου, και αναχωρεί για το Άγιο Όρος με το όνομα Βαρνάβας, χωρίς να αποκαλύψει σε κανέναν την ταυτότητά του. Εκεί ο Αθανάσιος ζούσε θαυμάζοντας την ασκητικότητα και τις στερήσεις των γερόντων, και προσπαθώντας να τους μιμηθεί.
            Στην Κων/πολη όμως υπήρξε αναστάτωση εξαιτίας της αναχώρησης του. Ο Νικηφόρος Φωκάς είχε υποψιαστεί ότι ο πνευματικός του βρισκόταν στον Αθω και τελικά ο αδελφός του Λέοντας τον βρήκε κοντά σε έναν γέροντα ασκητή.
           Κατόπιν, ο Αθανάσιος συνόδευσε τον Νικηφόρο Φωκά στη νικηφόρα εκστρατεία εναντίον των Σαρακηνών της Κρήτης (961) και συμφώνησε μαζί του για την ανέγερση κοινοβιακής μονής στον Άθω, όπου θα ασκήτευε και ο ίδιος αλλά και ο Νικηφόρος.
               Έτσι ο Αθανάσιος έκτισε το 963 τη Μονή Μεγίστης Λαύρας στην άκρη του Άθω. Το έτος αυτό θεωρείται και το έτος έναρξης του μοναστηριακού κοινοβιακού βίου στο λεγόμενο πλέον «Άγιο Όρος». Γύρω από το καθολικό της μονής κτίστηκαν κελιά, μαγειρίο, τράπεζα, νοσοκομεία, ξενώνες, υδραγωγείο, μύλος. Πολλοί μοναχοί ήρθαν να ζήσουν στη Μονή υπό την καθοδήγηση του Αγίου Αθανασίου, ο οποίος εφάρμοσε καινοτομίες στο μοναστικό βίο του Αγίου Όρους. Οι μοναχοί άρχισαν να καλλιεργούν την γη και να συνδυάζουν την προσευχή με την εργασία και τη δημιουργία, ενώ ως τότε ζούσαν περισσότερο ασκητικό, αναχωρητικό βίο.
               Ωστόσο  η δραστηριότητα του Αθανάσιου στο Όρος συνάντησε τις αντιδράσεις αθωνιτών ασκητών, οι οποίοι θεωρούσαν ότι με το μεγαλοπρεπές αυτό έργο εισήγαγε καινοτομίες.
             Ενώ το έργο προχωρούσε, ξαφνικά ο Αθανάσιος μαθαίνει ότι ο Νικηφόρος Φωκάς ανέβηκε στον θρόνο της αυτοκρατορίας, και το γεγονός αυτό αντί να τον χαροποιήσει τον λύπησε πολύ. Έστειλε επιτιμητικά γράμματα στον νέο βασιλιά για το γεγονός ότι αθέτησε την υπόσχεση του να μονάσει, άφησε την συνέχιση του έργου στην αδελφότητα που είχε αρχίσει να σχηματίζεται, και αναχώρησε από το Άγιο Όρος.
            Ο Νικηφόρος, μετανιωμένος και πικραμένος από το γεγονός ότι αθέτησε την υπόσχεσή του και ήταν η αιτία για την αναχώρηση του πνευματικού του πατέρα, τον αναζήτησε. Μετά από τις αμοιβαίες εξηγήσεις που δόθηκαν κατά τη συνάντηση τους στην Κωνσταντινούπολη, και αφού ο Νικηφόρος τον διαβεβαίωσε ότι μετά από κάποιο διάστημα θα τον ακολουθούσε στο Άγιο Όρος, ο Αθανάσιος τον συγχώρεσε και επέστρεψε για να συνεχίσει την αποπεράτωση του έργου.
          Μετά τη δολοφονία του Νικηφόρου Φωκά (969), αθωνίτες ασκητές κατήγγειλαν τον Αθανάσιο στον νέο αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή (969-976) ότι με τα κτίσματα που δημιούργησε κατέλυσε "τους αρχαίους τύπους και τα έθιμα". Ο Ιωάννης Τσιμισκής κάλεσε σε απολογία τον Αθανάσιο, αλλά πείστηκε για το επιτελούμενο πνευματικό έργο και επανέλαβε τις δωρεές τού προκατόχου του, ανέθεσε στον ηγούμενο της μονής Στουδίου να συντάξει Τυπικό, το οποίο κυρώθηκε το έτος 972 και είναι γνωστό με την ονομασία "Τράγος", από το δέρμα τράγου πάνω στο οποίο γράφτηκε. Το Τυπικό αυτό φυλάσσεται σήμερα στο αρχείο της Ιεράς Κοινότητας.
           Στη Μονή της Μεγίστης Λαύρας  έμεινε ο Άγιος Αθανάσιος για σαράντα χρόνια. Κατά τη διάρκεια οικοδόμησης μιας εκκλησίας, κατέρρευσε ένα τμήμα του τρούλου και τον καταπλάκωσε, με αποτέλεσμα να τον σκοτώσει..
            Στον άγιο Αθανάσιο αναγνωρίζεται η δημιουργία του οργανωμένου μοναχισμού στο Άγιο Όρος αλλά και η μεγάλη πνευματική του ακτινοβολία η οποία συντέλεσε στο να γίνει η Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας ο πυρήνας της ίδρυσης των λοιπών μονών του Άθω. Μάλιστα, είναι τόσο ριζωμένη η βεβαιότητα ότι η ύπαρξη του Αγίου Όρους συνδέεται άρρηκτα με τη μεγάλη μορφή του οσίου Αθανασίου του Αθωνίτη, ώστε θεωρήθηκε απαραίτητο, με τον εορτασμό της χιλιετηρίδας από την ίδρυση της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας το 1963, να συνεορτασθεί και η χιλιετηρίδα από την οργάνωση του Ορθόδοξου μοναχισμού στον Άθω.
            Η μνήμη του τιμάται στις 5 Ιουλίου.




Ο Τάφος του Οσίου Αθανασίου

στο περεκκλήσιο των Αγ. Τεσσαράκοντα Μαρτύρων.

Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας.

Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014

Βυζαντινή Θεσσαλονίκη -- Αγία Σοφία

 
 
 
Αγία Σοφία Θεσσαλονίκης

              Ο ιερός καθεδρικός  ναός της Του Θεού Σοφίας Θεσσαλονίκης, είναι ένα από τα σπουδαιότερα μνημεία της βυζαντινής Θεσσαλονίκης.  Βρίσκεται στο κέντρο, κοντά στον ιερό Ναό της Παναγίας της Αχειροποιήτου και είναι μία από τις παλαιότερες εκκλησίες της πόλης, η οποία έχει παραμείνει ακέραια μέσα στο βάθος του χρόνου λειτουργώντας μέχρι σήμερα. Μαζί με τον άγιο Δημήτριο  και  την Παναγία την Αχειροποίητο, ανήκουν στα πιο σημαντικά  Βυζαντινά   μνημεία  της Ελλάδος και ολόκληρης της Ορθοδοξίας
              Η Αγία Σοφία υπήρξε η Μητρόπολη της Θεσσαλονίκης, από το 1204. Χτίστηκε στην θέση μιας πελώριας πεντάκλιτης βασιλικής, ξυλόστεγης, που το ιερό της βρίσκεται στο υπόγειο της πολυκατοικίας που είναι πρώτη στη γωνία της Αλεξάνδρου Σβώλου και η δυτική της πλευρά διακρίνεται ένα μέτρο μπροστά από το σημερινό ναό, στο προαύλιό του. Στο πλάτος, κάλυπτε σχεδόν ολόκληρες τις πλαϊνές αυλές του σημερινού μνημείου και στη βόρεια πλευρά, φαίνονται καθαρά τα ίχνη της, που αργότερα χρησίμευσαν ως δρομικά παρεκκλήσια της Αγίας Σοφίας.
               Αυτή η πρώτη βασιλική λεγόταν πιθανότατα Άγιος Μάρκος και αναφέρεται σε μια πηγή του έτους 530 μ.Χ.. Ο ναός αυτός καταστράφηκε, μάλλον από σεισμό, και στη θέση του, στον 7ο αιώνα, χτίστηκε ο σημερινός ναός. Ο ναός αποτελεί τυπικό δείγμα μεταβατικού σταυροειδούς με τρούλλο και περίστωο, εξέλιξη του νέου αρχιτεκτονικού ρυθμού της τρουλλαίας βασιλικής. Αυτή η βασιλική με τρούλο και περιμετρική στοά,  είχε ως μακρινό της πρότυπο το ναό της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη. Το μνημείο δέχτηκε πολλές μετασκευές.
              Στα νότια, βρίσκεται η λεγόμενη «Νυμφαίος Κρύπτη», που ήταν το βαπτιστήριο της παλιότερης βασιλικής και το αγίασμα Ιωάννη του Προδρόμου. Αποτελεί μέρος ενός συγκροτήματος στοών και κτιρίων που είχαν σχέση επίσης με την παλαιότερη βασιλική.
              Ο ψηφιδωτός διάκοσμος του ναού έχει εκτελεστεί σε τρεις διαφορετικές περιόδους. Στα χρόνια της Εικονομαχίας ανήκει ο ανεικονικός διάκοσμος της καμάρας του ιερού βήματος με τους σταυρούς και τα φύλλα σε επάλληλα τετράγωνα, όπως πιστοποιούν και τα τρία ψηφιδωτά μονογράμματα του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Στ΄, της μητέρας του Ειρήνης της Αθηναίας και του επισκόπου Θεσσαλονίκης Θεοφίλου. Στην ίδια περίοδο χρονολογείται και ο μεγάλος σταυρός στο τετρατοσφαίριο της αψίδας, ίχνη του οποίου μόλις που διακρίνονται κάτω από την μεταγενέστερη, μέσα στον 11ο - 12ο αιώνα παράσταση της ένθρονης Παναγίας Βρεφοκρατούσας. Στον τρούλλο η μεγαλειώδης σύνθεση της Ανάληψης ανάγεται στα τέλη του 9ου αιώνα και αποτελεί κορυφαίο δείγμα της λεγόμενης ''Αναγέννησης της εποχής των Μακεδόνων αυτοκρατόρων''. Η επιγραφή στη βάση του τρούλλου, που αναφέρει το όνομα του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Παύλου (880-885), δεν συσχετίζεται με την κατασκευή του ψηφιδωτού.
             Οι τοιχογραφίες του ναού ανάγονται στον 11ο αιώνα και συνδέονται με την ανέγερση του νάρθηκα μετά το 1037. Διατηρούνται λίγες μορφές μοναχών αγίων, τα τόξα των παραθύρων του και ανάμεσά τους η Αγία Θεοδώρα της Θεσσαλονίκης (δίπλα στη βόρεια είσοδο).
         
             Η Μητρόπολη είχε πολλούς τάφους ιεραρχών και αγίων, στη νότια πλευρά της, ενώ χρησίμευε ως αρχείο της Μητρόπολης στον άνω όροφο, επειδή βρέθηκαν πολλά μολυβδόβουλα. Η κατοικία του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, γνωρίζουμε από ιστορικές μαρτυρίες ότι βρισκόταν απέναντι από το ναό, στα βόρεια. Η αυλή της ήταν μεγάλη, μεγαλύτερη από τη σημερινή, και η περιοχή λεγόταν «Σκαλία» στον μεσαίωνα.
           Ο ναός έπαθε σημαντικές ζημιές από πυρκαγιά το 1890, όσο ήταν ακόμη τζαμί. Την αποκατάσταση των ζημιών, στη διάρκεια των οποίων αποκαλύφθηκε το ψηφιδωτό του τρούλου, ανέλαβε ο βυζαντινολόγος Κάρολος Ντιλ, με οδηγίες του οποίου έγινε και η διακόσμηση των υπόλοιπων επιφανειών του ναού που διατηρείται μέχρι σήμερα. Πολύ σοβαρές ζημιές έγιναν και από το σεισμό του 1978, η αποκατάσταση των οποίων διήρκεσε περίπου είκοσι χρόνια.ενώ ο τρούλος αποκαταστάθηκε το 1980.

ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ β΄ μέρος

 
 
 

        ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ          ΑΚΟΙΜΗΤΟΣ ΦΡΟΥΡΟΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

         Υποδειγματική διάρθρωσις και τάξις
                Ποιοι ήσαν οι βαθμοφόροι; Πρώτοι φυσικά στην σειρά ήσαν οι αξιωματικοί, πού εκαλούντο άρχοντες, κοινώς κεφαλάδες και μάλιστα «άρχοντες από σπαθίου», για να διακρίνωνται από τούς πολιτικούς υπαλλήλους, πού και αυτοί ονομάζονταν άρχοντες. Τρεις είναι οι κατηγορίες των βαθμοφόρων:
1. Οι ανώτεροι αξιωματικοί, οι «εμφανείς» (στρατηγός, υποστράτηγος, μεράρχης).
2. Οι κατώτεροι αξιωματικοί, οι «μικρότεροι» (μοιράρχης, ταγματάρχης). Σ’ αυτούς πρέπει να προσθέσωμε τούς ιλάρχους και τούς εκατοντάρχους, οι οποίοι έχουν πειθαρχική δικαιοδοσία υπαξιωματικών, λογίζονται όμως ως αξιωματικοί, δηλ. «άρχοντες».
3. Οι υπαξιωματικοί ή «επίλεκτοι», ήτοι ό πεντηκόνταρχος, ό δέκαρχος και ό τετράρχης.
          Στο «Στρατηγικόν» τού Μαυρικίου διαγράφονται τα προσόντα πού πρέπει να έχουν οι άρχοντες των διαφόρων βαθμών, ειδικώτερα δε το αναφερόμενο στις απαιτούμενες για τον στρατηγό ιδιότητες αποτελεί ένα θαυμάσιο κείμενο διοικητικής φιλολογίας, πού θα απεδέχοντο στους θεσμούς των και οι σημερινοί στρατοί.
          Ο Αυτοκράτωρ διόριζε τούς στρατηγούς κατά τις εκστρατείες και τούς διοικητάς των Θεμάτων. Εκείνοι δε διόριζαν τούς αξιωματικούς στα υπό τις διαταγές των στρατεύματα και μόνον για τούς υποστρατήγους έπρεπε να ζητήσουν την έγκρισι τού Αυτοκράτορος. Και τούτο, γιατί ό υποστράτηγος ανελάμβανε την διοίκησι τού στρατεύματος όταν ό στρατηγός αδυνατούσε να την ασκήση. Τούς υπαξιωματικούς διόριζε ό ταγματάρχης.
            Ή προαγωγή στον ανώτερο βαθμό γίνεται κατ’ απόλυτη εκλογή, με κριτήρια την εμπειρία και την γενναιότητα, αλλά και την εύνοια. Ημπορούσαν οι υπαξιωματικοί να γίνουν αξιωματικοί; Δεν μάς είναι γνωστό. Το πιθανώτερο είναι ότι έφθαναν ως τον βαθμό τού ιλάρχου (πού ήταν ό πρώτος εκατόνταρχος τού τάγματος), το πολύ δε ως τον βαθμό τού ταγματάρχη.

          «Η πειθαρχία κατ’ αρχήν, ή οργάνωσις και ή τακτική ακολουθούν». Αυτό είναι το βασικό δόγμα τού Στρατιωτικού Κώδικος. Δεν επιτρέπεται άγνοια και γι’ αυτό είναι επιφορτισμένοι οι βαθμοφόροι να τον γνωστοποιούν στους στρατιώτες με τις «θεωρίες» (δηλ. ειδικές ομιλίες). Τέσσερα είναι τα βασικά μέρη τού πειθαρχικού Κώδικος: ή υπακοή στους ανωτέρους, ή στρατιωτική τιμή, ή εσωτερική υπηρεσία και οι σχέσεις με τούς πολίτες.

1. Η υπακοή είναι απόλυτη και παθητική. Σύμβολο είναι ή σιωπή. Δεν πρέπει συνεπώς να δίνουν στις μονάδες υπερβολικό προσωπικό, γεγονός πού δημιουργεί αναπόφευκτη την αταξία. Η αδράνεια προκαλεί χαλάρωσι τής πειθαρχίας. Η απείθεια και ή βιαιοπραγία κατά τού ανωτέρου τιμωρούνται ανάλογα με τον βαθμό πού φέρει ό ανώτερος. Εφ’ όσον υπάρχουν αιτήματα και παράπονα, φθάνουν στην «κεφαλή», διά τής Ιεραρχικής οδού. «Εάν τις στρατιώτης αδικηθή υπό τινος, τώ άρχοντι εγκαλείτω. Εί δέ παρά τού άρχοντος αδικηθή τω μείζονι άρχοντι τού τάγματος εγκαλείτω» (μείζων άρχων ήτο ό ταγματάρχης).
2, Η στρατιωτική τιμή. Από την παράβασί της προέρχονται τα εγκλήματα τής προδοσίας, τής εγκαταλείψεως θέσεως, τής φυγής εμπρός εις τον εχθρό και τής απωλείας τής σημαίας. Η δειλία.
3. Εσωτερική υπηρεσία. Η κακή συντήρησις των όπλων, ή απώλειά τους, ή οκνηρία, ή μη συμμόρφωσις στις διατασσόμενες κινήσεις, έν πορεία ή στο στρατόπεδο, αποτελούν αδικήματα πειθαρχικά.
4. Οι σχέσεις με τούς πολίτες. Όποιος δεν αποδίδει το ζώον ή το αντικείμενο, το οποίον έκλεψε, ή προκαλεί ζημία σε ένα πολίτη, τιμωρείται δίνοντας αποζημίωσι διπλασία τής αξίας τού αντικειμένου ή τού ζώου. Ιδιαίτερη ευθύνη έχει ό στρατηγός, πού οφείλει να σέβεται τις καλλιέργειες και, όταν χρειασθή να τις διασχίση, να επανορθώση τις ζημίες. Για τούς παραβάτες προβλέπονται ποινές. Εν καιρώ ειρήνης ό φόβος τής τιμωρίας συγκρατεί τον στρατιώτη στο καθήκον. Την πειθαρχική δικαιοδοσία ασκούν ό στρατηγός και οι αξιωματικοί, σε πολλές δέ περιπτώσεις διαπιστώνομε την θέσι και την σημασία ενός βαθμού στην ιεραρχική κλίμακα, από την πειθαρχική δικαιοδοσία πού ασκεί ό κατέχων τον βαθμό.

            Ποινές είναι: τα πρόστιμα (σε νομίσματα), οι σωματικές τιμωρίες («πύπτονται διά τής ράβδου») μετάθεσις σε άλλη μονάδα, έκπτωσις από τον βαθμό, απομάκρυνσις από το στράτευμα, ακρωτηριασμοί και θάνατος. Παραδείγματα: «Εσχάτως τιμωρείται» (δηλ. με θάνατον) όποιος σηκώση ράβδον και κτυπήση τον προϊστάμενό του αξιωματικό, «εναντιωθή τω μείζονι άρχοντι» (δηλ. στον ταγματάρχη), πωλήση ή χάση τα όπλα του κ.λπ. «Τύπτεται ήγουν ισχυρώς και κραταιώς δέρεται» όποιος κλέψη όπλα από συστρατιώτη του. Τού κόβουν δέ τα χέρια, αν κλέψη υποζύγια, «διότι τα υποζύγια αναγκαιότερα των όπλων εισίν». Η υπέρβασις αδείας απουσίας ετιμωρείτο κατά τις περιστάσεις με μετάθεσι σε άλλο τάγμα, αυστηρότερα δε ή απουσία χωρίς άδεια. Η λιποταξία ετιμωρείτο πολύ αυστηρά, όταν ήταν ομαδική. Η υποτροπή σε κάθε περίπτωσι είναι επιβαρυντικό στοιχείο.
           Ελαφρυντικά ελαμβάνοντο ύπ’ όψιν. Τέτοια ήσαν ή μέθη, ή ασθένεια, ή στοργή πρός τούς οικείους, ή καταδίωξις δούλου. Ο στρατηγός πρέπει να εξηγή την αιτία πριν επιβάλη την τιμωρία. Όποιος ασκεί την πειθαρχική δικαιοδοσία οφείλει να παραβλέπη ορισμένα παραπτώματα και να μεταχειρίζεται την επιείκεια, ακόμη δέ την καλωσύνη και την φιλανθρωπία.
           Και οι παραβάσεις όμως των ανωτέρων ετιμωρούντο αυστηρά. «Πας βουλόμενος» ημπορούσε να κατηγορήση τούς «άρχοντας», αν διέπρατταν κλοπή ή άλλη παρανομία. Από τον κανόνα αυτόν δεν εξηρούντο οι στρατηγοί, τούς οποίους ημπορούσαν να καταγγείλουν στον Αυτοκράτορα ή τον «επίσκοπόν» του (αντιπρόσωπό του).

          Για τον οπλισμό οι Βυζαντινοί είχαν υιοθετήσει ό,τι καλύτερο είχε ή εποχή τους, ακολουθώντας την αρχή «φρόντιζε να αποσπάσης από τον αντίπαλο το μυστικό τής επιτυχίας του». Μολονότι δέ αντιμάχονταν την σχετική συνήθεια των Ευγενών της Περσίας, πού καταστόλιζαν τα όπλα τους με κοσμήματα και πολύτιμα πετράδια, έν τούτοις απέδιδαν ιδιαίτερη σημασία στην επιβλητική εμφάνισί τους. «Όσον ευσχήμων έν τή οπλίσει ό στρατιώτης είναι, τοσούτον και αυτού προθυμία προσγίνεται και τοις εχθροίς δειλία». Αυτό γράφει ό Μαυρίκιος στο Στρατηγικό» του.
      
          Τα όπλα τους διακρίνονται στα φορητά και βαρέα, πού ελέγοντο και «μάγγανα». Τα φορητά υποδιαιρούνται σε αμυντικά και επιθετικά. Πέραν άπ’ αυτά υπήρχε ή πανοπλία.
          Ας έλθωμε όμως τώρα στο θέμα τής ενδυμασίας και των στολών. Την ενδυμασία χορηγούσε το κράτος, τα εσώρουχα όμως ήσαν εις βάρος τού στρατιώτη. Τα ενδύματα είναι ευρύχωρα και‚ πρακτικά: ό χιτώνας, ό μανδύας, τα υποδήματα και ή καλύπτρα ή σκιάδιο. Ο χιτώνας (ή ζωστάριον) κατεσκευάζετο από λινό ή μάλλινο ύφασμα (για το θέρος ή τον χειμώνα), εστερεώνετο στους ώμους με ιμάντες ή δακτυλίους και είχε ζώνη στην μέση. Ήταν μακρύτερος στους ιππείς και κοντύτερος στους πεζούς. Ο μανδύας (ή γουνίον) ήταν από κένδουκλο (τρίχινο ύφασμα), σαν την κάππα των ορεινών χωρικών μας. Κι ό μανδύας στους πεζούς ήταν βραχύτερος από τον μανδύα των ιππέων. Τα υποδήματα, ελαφρά και στερεά, καρφωτά, με πλατυκέφαλα καρφιά από κάτω. Η καλύπτρα (ή σκιάδιο) από ύφασμα, στενώτερο πρός τα επάνω, εκάλυπτε το κεφάλι τού στρατιώτη, πού ήταν «κεκαρμένον έν χρω».
           Ο στρατιώτης όμως είχε και άλλα είδη εξαρτύσεως: το φλασκίν, δηλ. υδροδοχείο ή παγούρι, τα πουγγία ή θηκάρια για τα τρόφιμα, τα θηκάρια για τα «τζικούρια» κ.λπ., το δερμάτινο σακκίδιο όπου έβαζαν τα βέλη, τις αμοιβές χορδές, τα λωρία ή ιμάντες για το κρέμασμα τής σπάθης κ.λπ. Στους ιππείς προστίθενται και τα είδη ιπποσκευής, με βασικό, φυσικά, την σέλλα. Άλλα είδη είναι: ό χαλινός, το σακκίδιο για την βρώμη τού ζώου, το τριχωτό κάλυμμα για τα πλευρά του και στολίσματα διάφορα (θύσανοι, λοφία, υποσιαγόνιο κ.λπ.).
          Πολυτελείς ήσαν οι στολές των ανωτέρων αξιωματικών, πολυτελέστατη δέ των στρατηγών. Αυτοί έφεραν «σκιάδιον χρυσοκόκκινον κλαπωτόν», χλαμύδα (δηλ. μανδύα) από πολύτιμο μεταξωτό ύφασμα και χιτώνες μεταξωτούς χρυσοκέντητους. Τα υποδήματά τους, ανάλογα με το σχήμα, ελέγοντο σάνδαλα ή παραπόδια, κοινώς «παπούτζαι».

           Τι έτρωγε ό Βυζαντινός στρατιώτης; «Όποιος δεν φροντίζει διά τας ανάγκας των στρατευμάτων του θα νικηθή χωρίς μάχην». «Η οικονομία πρέπει να επικρατή στην υπηρεσία τού εφοδιασμού». Με βάσι αυτές τις αρχές, ή τροφοδοσία πρέπει να απασχολή τον στρατηγό περισσότερο από την εκπαίδευσι και τις «Θεωρίες». Στην εκστρατεία είναι το πρώτο μέλημα, πριν από την εκλογή και την εγκατάστασι τού «απλήκτου»,δηλ. τού στρατοπέδου. Το να ζή ό στρατός από τούς πόρους τής χώρας απετέλεσε ανέκαθεν το ιδανικό των εμπολέμων. Γι’ αυτό επιλέγουν τις κατάλληλες περιοχές, όπου υπάρχουν τροφές για τούς άνδρες και τα ζώα, όπου υπάρχει νερό. Όπου δεν υπάρχουν φυσικές πηγές, ανοίγουν πηγάδια και κατασκευάζουν δεξαμενές ή μεταφέρουν το νερό με μεταγωγικά, μέσα σε ασκούς και βυτία.
           Αν ή χώρα είναι πτωχή, ό στρατός πρέπει να φέρνη μαζί του τρόφιμα και τούτο γίνεται με την εφοδιοπομπή (το «τούλδον»), την οποία συνοδεύουν κοπάδια ζώων, για να έχουν νωπό κρέας. Μεταφέρουν επίσης σίτον και κριθή, πού αλέθουν με χειρομύλους και αρτοποιούν στα διάφορα σημεία τής πορείας τους.
          Αν ήταν δυνατό να ανοίξωμε το σακκίδιο ενός στρατιώτη τού Βυζαντίου, θα εβρίσκαμε μέσα σ’ αυτό κρέας παστωμένο, ψωμί, γαλέττα, αλεύρι, κεχρί, κριθή ή βρώμη και, στο «φλασκίν», νερό. Το κρασί απαγορεύεται ως επικίνδυνο. Ή μερίδα τού ψωμιού κατά στρατιώτη είναι 1 - 2 λίβρες.
Εκτός από τις άλλες παροχές σε είδος (ιματισμό, τροφή, οπλισμό κ.λπ.) ό στρατιώτης έπαιρνε και μισθό, πού ελέγετο «χρυσική ρόγα» και εποίκιλλε ανάλογα με τον βαθμό, την ειδικότητα και εργασία (ιππέας ή πεζός, στρατιώτης ή υπηρέτης) και τον χρόνο υπηρεσίας.

          Δεν γνωρίζομε ποιο ήταν το ύψος των μισθών. Στην «Βασίλειον Τάξιν» τού Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου ευρίσκομε ορισμένες ενδείξεις, όπως ποιό μισθό ελάμβαναν οι στρατιώτες και οι αξιωματικοί κατά την εκστρατεία τού Ιμερίου στην Κρήτη (έτος 902), ποίοι ήσαν οι μισθοί των στρατηγών, των διοικητών των Θεμάτων, καθώς και των διαφόρων επιτελών και υπαλλήλων των. Ο Γερμανός καθηγητής Γκέλτσερ, στο βιβλίο του «Η Γένεσις των Βυζαντινών Θεμάτων» (Λειψία 1889) μάς δίνει μία εκτίμησι για τον μηνιαίο μισθό των αξιωματικών και υπαξιωματικών τού Βυζαντίου. Στρατηγός 36 λίτρες χρυσού (1 λίτρα= 1000 χρυσά φράγκα), υποστράτηγος 24 λίτρες, μεράρχης 12, μοιράρχης 6, ταγματάρχης 3, εκατόνταρχος 2, δέκαρχος 1.
           Εκτός όμως από τον κανονικό μισθό, οι στρατιώτες ελάμβαναν και επιδόματα: πριν από κάθε εκστρατεία το «πρόχειρον», πού ήταν έκτακτη χορηγία, κατά δέ την εκστρατεία και στο τέλος αυτής διάφορα δώρα, «τας φιλοτιμίας», καθώς και μερίδιο από τα λάφυρα και τούς αιχμαλώτους (πού τούς πουλούσαν σαν δούλους ή τούς ελευθέρωναν, έναντι γενναίων λύτρων). Ένα από τα χαρακτηριστικά και μυστικά ίσως τής επιτυχίας των μεγάλων στρατηγών και βασιλέων ήταν ή σ’ αυτές τις περιπτώσεις γενναιοδωρία.
       Εκτός άπ’ αυτό, ορισμένη κατηγορία στρατιωτών ελάμβανε επιμίσθιο, το λεγόμενο «φαμιλιάρικο», πού ακάλυπτε την συντήρησι τού υπηρέτη ή τής ακολουθίας του γενικά. «Φαμηλιάρικα» ελάμβαναν οι ανώτεροι διοικηταί, αλλά και οι ιππείς, για να συντηρούν τούς «πάλλικας» (δούλοι ή ελεύθεροι νέοι πού επεριποιούντο τον ίππο, εκτελούσαν διάφορες αγγαρείες, επορεύοντο με τα μεταγωγικά και κατά την μάχη παρέμεναν στο στρατόπεδο). Φαμηλιάρικο δεν κατεβάλλοντο στους ευπόρους, πού αντιμετώπιζαν τα σχετικά έξοδα έξ ιδίων, Όχι δέ ολίγοι από τούτους συντηρούσαν μεγάλη ακολουθία ανδρών, πού ελέγοντο βουκελλάριοι ή «ειδικοί» και υπήκουαν μόνο στον άρχοντά τους, τον οποίο συχνά υποστήριζαν στις προσωπικές του φιλοδοξίες. Εξ άλλου οι νοσοκόμοι ελάμβαναν από ένα νόμισμα για κάθε τραυματία στρατιώτη, πού διέσωζαν.
        Γενικά, οι όροι στρατεύσεως δεν ήσαν επαχθείς στο Βυζάντιο. Οι πτωχοί πληθυσμοί των διαφόρων περιοχών προθύμως έσπευσαν στις τάξεις τού στρατού. Χάρις στους συχνούς πολέμους, το έσοδο τού στρατιώτη υπερέβαινε τα έξοδα. Αν ή ειρήνη διαρκούσε πολύ, ό στρατός διελύετο. Αν, πάλι, ή εκστρατεία δεν ήταν καρποφόρα, ό στρατός εστασίαζε!
       
         Στην κίνησι των στρατευμάτων ξεχωριστή θέσι έχουν τα είδη στρατοπεδείας, πού είναι οι σκηνές και τα απαραίτητα για την εγκατάστασί τους εργαλεία. Μέρος άπ’ αυτά είναι εμπιστευμένο στους άνδρες, τα άλλα μεταφέρονται με τα μεταγωγικά. Υπήρχαν τέσσαρα είδη σκηνών:
* Η μεγάλη σκηνή, το «κοντουβέρνιον», δανεισμένη από τούς Άβάρους, πού είναι ωραία και βολική. Στεγάζει ομάδα δέκα ανδρών, πού αποτελεί και την μονάδα στρατοπεδείας. Είναι βαρειά και μεταφέρεται με το μεταγωγικό.
* Η μικρή σκηνή, πού μεταφέρεται από το άλογο τής υπηρεσίας. Εφ’ όσον διετίθετο ίνα άλογο για κάθε τρεις ή τέσσερις άνδρες, φαίνεται ότι τόσοι θα ήσαν οι άνδρες πού εξυπηρετούσε.
* Ή σκηνή καταφύγιο, «καμάρδα», πού και αυτή μετεφέρετο από το άλογο τής υπηρεσίας. Ήταν ένα είδος διπλού μανδύα.
* Ο σάκκος με λεπτό δέρμα, πού είχε κάθε ιππεύς μαζί του και χρησίμευε για το λωρίκιο και για σκέπασμα την νύκτα.
         Χάρις στην ποικιλία των φορητών αυτών καταφυγίων ό στρατιώτης ήταν προστατευμένος, ακόμη και σε μιά έρημη και αφιλόξενη χώρα. Ως προς τα εργαλεία στρατοπεδείας αυτά ήσαν αξίνες, φτυάρια, πριόνια, ψαλίδια, κλαδευτήρια και τα βοηθητικά τούτων: ακόνι, μαχαίρια, κάνιστρα, σάκκοι κ.λπ.
 
ΜΑΡ. Γ. ΣΙΜΨΑΣ
Αρχιπλοίαρχος


Πηγή: Περιοδικό Ιστορία, Τευχ. 71, Μάιος 1974.