Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

 
 
 
 
Είμαστε όλοι Βυζαντινοι : Mικρές <<γλωσσικές ιστορίες>>
      

            <<Κάθισε ήσυχα γιατί θα σου τις βρέξω>>, λέει απειλητικά η μητέρα προς το άτακτο παιδί της ή <<του τις έβρεξα για καλά>> που σημαίνει τον ξυλοκόπησα.
              Αλλά τι σχέση έχουν τα κτυπήματα με τη βροχή;
             Yπέθεσαν κάποιοι ότι <<θα σου της βρέξω>> σημαίνει ότι βροχηδόν θα σου καταφέρω κτυπήματα. Η φράση όμως πρέπει κυριολεκτικά να ερμηνευτεί <<Θα σου τις βρέξω τις ξυλιές>>, δηλαδή τα κτυπήματα που θα σου δώσω θα είναι βρεγμένα.
              Πράγματι στα παλιά χρόνια, όταν έθεταν κάποιον στο βασανιστήριο της φάλαγγας, προτού με το ξύλο χτυπήσουν τα πόδια του, τα έβρεχαν, συχνά και στα άτακτα παιδιά πρώτα βρέχουν τα οπίσθιά τους και μετά τα κτυπούν με το χέρι, διότι έτσι η πληγή είναι πιο οδυνηρή. Παρόμοια είναι και η φράση: << Aυτός θέλει ξύλο με μια βρεγμένη σανίδα>>.
 
 
Ο Κερατάς
 
          Γνωστό είναι ότι οι Έλληνες κληρονόμησαν πολλές ύβρεις από τους Τούρκους και Βενετούς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν ήταν αρκετά πλούσιο και το ελληνικό υβρεολόγιο κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους.
         Σήμερα για να βρίσουν κάποιον του οποίου η σύζυγος δεν τηρεί την συζυγική πίστη, αποκαλούν αυτόν <<κερατά>>, βρισιά που είναι πολύ παλιά, αφού και οι παλαιότεροι συγγραφείς χαρακτηρίζουν τον απατημένο σύζυγο ως << λαμπρόν κερασφόρον>>.
           Αλλά πώς τα κέρατα συνδέθηκαν με την απιστία των συζύγων;
           Έχουν ειπωθεί και γραφτεί πολλά για την εξήγηση της φράσης.
           Κερατάς από γλωσσική άποψη δε σημαίνει τίποτα άλλο παρά αυτός που έχει κέρατα και μάλιστα μεγάλα. Σύμφωνα με αυτά, κερατάς είναι μόνο ο κριός, ο τράγος, το ελάφι, το βόδι. Έτσι μπορεί επίσης να ονομαστεί και ένα μαύρο σκαθάρι που έχει μακριές κεραίες αλλά και το σαλιγκάρι. Επειδή λοιπόν τα κερασφόρα ζώα από μία άποψη είναι ανόητα, από την άλλη καθόλου ζηλότυπα προς το θηλυκό, το οποίο αρέσκεται στη σεξουαλική πράξη, για τούτο κατάντησε το όνομα <<κερατάς>> να το παίρνει ο σύζυγος που έχει την ανοησία και ανεκτικότητα των κερασφόρων ζώων.


<< του κόλλησαν τη ρετσινιά>>
        
         Κατά τη βυζαντινή περίοδο, σε πολλά χωριά ρετσινιά λεγόταν ένα κομμάτι κατσικίσιου δέρματος, το οποίο είχαν εμποτίσει με ρητίνη και το οποίο χρησιμοποιούσαν ως έμπλαστρο για διάφορους πόνους και κρυολογήματα. Εννοείται ότι αυτό το έμπλαστρο με μεγάλη δυσκολία μπορούσε να βγει και για αυτό, όταν αποδοθεί σε κάποιον μια κατηγορία από την οποία δύσκολα μπορεί να απαλλαγεί, λέμε ότι:<< του κόλλησαν τη ρετσινιά>>


<<Πετά τη σκούφια του>>
    
           Οι εμπλεκόμενοι σε καυγά, για να κινούνται κατά τη συμπλοκή ευκολότερα, αφαιρούν όχι μόνο τα ρούχα τους από το πάνω μέρος του κορμιού τους  αλλά και το κάλυμμα της κεφαλής τους, τη σκούφια τους δηλαδή.
          Για αυτό για όσους είναι επιρρεπείς στους τσακωμούς λέμε: <<βγάζει ή ρίχνει ή πετά τη σκούφια του για καβγά>>.


<<από την Πόλιν  έρχομαι και εις την κορφή καν΄ έλα>>
     
           Υπήρχε στη Ρώμη έθιμο, όταν κάποιος επέστεφε μετά από ταξίδι στο σπίτι του, καθοδόν να ειδοποιεί τους συγγενείς του για την επιστροφή του.
            Το έθιμο αυτό συνεχίστηκε και κατά τα βυζαντινά χρόνια. Αυτός λοιπόν που παρέμενε στην Πόλη – πόσοι και πόσοι δεν είχαν ξενιτευτεί στη Βασιλεύουσα- όταν επρόκειτο να επιστρέψει στην πατρίδα του έγραφε – ειδοποιούσε τα συγγενικά του πρόσωπα:
            <<από την Πόλιν  έρχομαι και ΄ς την κορφή καν΄ έλα>>, δηλαδή << ότι επανέρχομαι από την Πόλη και  αν μπορείς έλα στην κορυφή, στο ύψωμα πριν το χωρίο, για να με προυπαντήσεις.
            Όταν η συνήθεια αυτή ατόνησε, το  <<΄ ς την κορφή καν΄ έλα>> παρανοήθηκε και έγινε  <<΄ς την κορφή κανέλλα>>. Κατάντησε πλέον να σημαίνει όταν γίνεται λόγος για άσχετα και ασυνάρτητα πράγματα.

 

<<ο κατοικίδιος αήρ>>
         
          Συχνά στα βυζαντινά έγγραφα αναφέρεται <<ο κατοικίδιος αήρ>> και κατά την πώληση οικίας αναφέρεται η φράση: <<μετά εισόδων, εξόδων και αέρων>>.
            Πολλοί τότε ιδιοκτήτες πουλούσαν την χρήση της στέγης της οικίας τους  με αμοιβή φυσικά.
Από την πώληση αυτή του αέρος της οικίας προήλθαν οι φράσεις <<πήρε τόσα λεφτά για αέρα, του ΄δωσα  τόσο αέρα για να φύγει>> και τα παρόμοια.




...αλλά μπουρνέζικα.
 
         Όταν κάποιος ακούει από ένα άλλον αλλόκοτα και ακατάληπτα πράγματα, λέει ότι αυτός ομιλεί αλλά μπουρνέζικα.
          Μπουρνού είναι φυλή Σουδανική, και όσοι ανήκουν σε αυτή μιλούν Μπουρνέζικα, για μας του Έλληνες φυσικά αλλόκοτα και ακατάλληπτα.



 

τα απίδια πίσω έχουν τις ουρές ή πίσω έχει η αχλάδα την ουρά....
 
            Αυτός που θέλει να δηλώσει ότι μετά την ομαλή των πραγμάτων εξέλιξη, είναι δυνατό στο τέλος να προκύψουν δυσχέρειες, λέει: τα απίδια πίσω έχουν τις ουρές ή πίσω έχει η αχλάδα την ουρά. Με τη λέξη ουρά εννοείται το κοτσάνι, το κατά τους αρχαίους άχανον, σήμερα κατά τόπους αχάνι.
            Η μεταφορά αυτή είναι κατανοητή. Αυτός που κρατά το αχλάδι από το κοτσάνι και το τρώγει, ευχαριστιέται με τον σαρκώδη και νόστιμο καρπό, δυσάρεστο όμως δοκιμάζει αίσθημα, όταν φτάσει στο κοτσάνι…
            Πολλοί, παρεξηγώντας τη λέξη απίδια, αντί του <<τ΄ απίδια πίσω έχουν τις ουρές>> λέγουν <<τα φίδια πίσω έχουν την ουρά ή πίσω είναι τα φίδια με την ουρά>>.


 
 
              Θα σε χορέψω ς’ το ταψί ακούεται πολλές φορές αντί της φράσης θα σε βασανίσω ή θα σε αναγκάσω να ενεργήσεις παρά τη θέλησή σου.
             Η φράση προέρχεται από την παλιά συνήθεια των παιδιών που έπιαναν τον χρυσοκάνθαρο, το έδεναν από το  λαιμό και τον χόρευαν στο ταψί, τον αναγκάζουν δηλαδή να χορεύει υπό τον ήχο του ταψιού το οποίο μεταχειρίζονται σαν τύμπανο.
         


             Κατάπιε το και μη μιλάς, λέμε σ΄ αυτόν που έπαθε κάτι, συνιστώντας τον να μη φέρει αντίρρηση μπροστά στο τετελεσμένο γεγονός.
          Υπάρχει η γνώμη ότι η φράση αυτή προήλθε από την : κατάπιε το σάλιο σου, κατάπιε τα λόγια σου και μη αντιλέγεις.
            Έχω τη γνώμη ότι εδώ πρόκειται περί φαρμάκου το οποίο, αν και δυσάρεστο στη γεύση, είναι ανάγκη να το καταπιεί κάποιος για να γίνει καλά. Από το αναγκαίο κακό της κατάποσης του φαρμάκου προήλθε η φράση αυτή.
 

 
           Για τον φιλόπονο άνθρωπο λέμε <<Δουλεύει σαν το σκύλο>>.
         Πολλοί, βλέποντας ότι οι σκύλοι ελάχιστα απασχολούνται με κάτι, νομίζουν ότι η φράση λέγεται κατ΄ αντίφαση.  Όσοι το πιστεύουν αυτό, έχουν υπόψη τους  τους σκύλους της πόλης, οι οποίοι βεβαίως δεν κοπιάζουν. Αυτός όμως που πρώτος έκανε αυτόν το παραλληλισμό, είχε υπόψη του τους ποιμενικούς σκύλους που και εργάζονται πολύ, νύχτα-μέρα, και προστατεύουν τα ζώα από τους κλέφτες και τους λύκους.
     
 
 
             Για κάποιον που χάθηκε άδικα, χωρίς να γίνει πολύς λόγος, λέμε ότι: <<Πήγε σαν το σκυλί στο αμπέλι>>.
           Δεν είναι ίσως σε πολλούς γνωστό ότι τα σκυλιά αλλά και άλλα ζώα μπαίνοντας στο αμπέλι, την εποχή που είναι ώριμα τα σταφύλια, προξενούν μεγάλη ζημιά, τρώγοντας ή καταστρέφοντας. Για το λόγο αυτό πολλοί τα σκοτώνουν και ζητείται λόγος για το φόνο αυτό.
            Σχετικά με το θέμα αυτό κάνουν λόγο και οι Βυζαντινοί νόμοι, στους οποίους διαβάζουμε: << Εάν κάποιος βρει χοίρο να κάνει ζημιά σε χωράφι ή πρόβατο ή σκύλο παραδίδει την πρώτη φορά αυτόν στον κύριό του. Την δεύτερη φορά τον προειδοποιεί, την τρίτη φορά του κόβει την ουρά ή τα αυτιά ή τον σημαδεύει με το τόξο χωρίς προειδοποίηση>>. << Εάν κάποιος βάλει ζωοπαγίδα τον καιρό της καρποφορίας και πιαστεί σε αυτήν το ζώο και σκοτωθεί, δεν ευθύνεται για τη ζημία ο κάτοχός του>>.
           Πήγε λοιπόν σαν το σκυλί στο αμπέλι σημαίνει ότι χάθηκε όπως το σκυλί που μπαίνει στο αμπέλι, για το φόνο του οποίου δε γίνεται λόγος, ούτε ζητείται ευθύνη.



 Aπό το βιβλίο του Πρύτανη της Βυζαντινολογίας Φαίδωνος Κουκουλέ, <<Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός>>

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου