Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

Ιωάννης Τσιμισκής: η περιγραφή του από το Λέοντα Διάκονο

         

Ο Ιωάννης Τσιμισκής με αξιωματούχους του
         0  Λέων ο Διάκονος ήταν Βυζαντινός ιστορικός και χρονογράφος. Γεννήθηκε γύρω στα 950 κοντά στη Φιλαδέλφεια της Μικράς Ασίας και μορφώθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έγινε διάκονος στο αυτοκρατορικό παλάτι. Όσο βρισκόταν στην Πόλη, έγραψε ιστορία για τους αυτοκράτορες Ρωμανό Β΄, Νικηφόρο Β΄, Ιωάννη Τσιμισκή και τα πρώτα χρόνια του Βασίλειου Β΄. Συχνά υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων που κατέγραψε.Το συγγραφικό στυλ του Λέοντα έχει χαρακτηριστεί «κλασικό» καθώς χρησιμοποίησε γλώσσα παρόμοια με αυτή του Ομήρου και άλλων παλαιών  Ελλήνων συγγραφέων όπως ο Αγαθίας ο Σχολαστικός.

         Ο   Λέων ο Διάκονος περιγράφει εξαιρετικά τη φυσική και ηθική εικόνα του Ιωάννη Τσιμισκή με τα ακόλουθα λόγια : << Η εμφάνιση του ήταν ως εξής: ήταν λευκός στο πρόσωπο με ωραίο χρώμα και δέρμα, είχε ξανθά μαλλιά, αραιά στο μέτωπο. Τα μάτια του είχαν αντρίκια και χαρωπή έκφραση. Η μύτη του ήταν λεπτή και συμμετρική. Το γένι του ήταν κοκκινωπό, στο πλαίσιο το είχε αφήσει μακρύτερο ενώ το κάτω μέρος ήταν κανονικό σε μήκος και πλούσιο. Ως προς το ανάστημα ήταν κοντός, αν και είχε ευρύ στέρνο και πλάτες. Είχε τρομερή δύναμη και επιδεξιότητα στα χέρια και ακμαιότητα ακατάβλητη. Είχε ηρωική ψυχή, άφοβη και ακλόνητη και έκρυβε υπερβολική τόλμη στο μικροκαμωμένο του σχετικά σώμα.
        Σε όλη τη φάλαγγα των αντιπάλων δε δείλιαζε να ορμήσει μόνος του και σκοτώνοντας πολλούς με μεγάλη ταχύτητα, ξαναγύριζε στους δικούς του στρατιώτες, χωρίς να έχει κτυπηθεί. Στο άλμα, στη σφαίρα, στο ακόντιο, στο τόξο, όλους της μέσης ηλικίας τους ξεπερνούσε. Λέγεται ότι βάζοντας τέσσερα άλογα στη σειρά, πηδώντας σαν πουλί από το πρώτο καθόταν στο τελευταίο. Ρίχνοντας βέλος σκόπευε και το περνούσε από τρύπα δαχτυλιδιού. Τόσο ξεπερνούσε και τον πολύ καυχησιάρη για την ευστοχία του νησιώτη του Ομήρου, που περνούσε το βέλος δια μέσου των πελέκεων. Και σφαίρα φτιαγμένη από δέρμα, βάζοντας την στο πάτο γυάλινου αγγείου, κέντριζε το άλογο με το σπιρούνι του και επιταχύνοντας χτυπούσε με ράβδο τη σφαίρα αυτή και πετύχαινε να αναπηδήσει και να πεταχτεί έξω, το δε αγγείο έμενε αμετακίνητο κι άθραυστο. 
      Ήταν μεγαλόψυχος και γενναιόδωρος με όλους. Κανένας που του ζήτησε κάτι δεν έφυγε απογοητευμένος. Σε όλους με αγαθότητα και χαρούμενη διάθεση έδινε τη βοήθειά του. Κι αν ο παρακοιμώμενος  (ανώτατη θέση στη βυζαντινή αυλή, αρχιθαλαμηπόλος) Βασίλειος δεν τον συγκρατούσε από την ακράτητη ροπή του να ευεργετεί τους ομοεθνείς του, θα είχε μοιράσει στους φτωχούς τους βασιλικούς θησαυρούς. Ελάττωμα του Ιωάννη ήταν ότι του άρεσε να συχνάζει στα γλέντια και να υποκύπτει στο ποτό και στις σωματικές ηδονές.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου